Η τραπεζική «φούσκα» επιστρέφει;

REUTERS

Η δυσλειτουργία των χρηματοπιστωτικών συστημάτων και η μη βιώσιμη «θεραπεία» οδηγούν την παγκόσμια οικονομία προς μια νέα κρίση.

«Το κεντρικό μάθημα αυτή την εποχή της φούσκας», έγραφε πρόσφατα στην στήλη του στην εφημερίδα New York Times, ο Νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν, «είναι ότι κάθε φορά που η οικονομική βιομηχανία αφήνεται ελεύθερη να κάνει τα δικά της, πορεύεται κουτσαίνοντας από κρίση σε κρίση». Και το αποτέλεσμα; «Χώρες πλούσιες σε πόρους, ταλέντα και γνώσεις -όλα συστατικά ευημερίας και αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης για όλους- να παραμένουν σε καθεστώς έντονου πόνου».

Ο τελευταίος κύκλος της κρίσης που ξέσπασε το 2008 αντιμετωπίστηκε με ενέσεις τρισεκατομμυρίων και δραστική μείωση των επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες και είχε στόχο την έξοδο από το πρόβλημα μέσω της τόνωσης της ανάπτυξης και της επιβίωσης των «αδύναμων» τραπεζών, που δεν βρίσκουν πλέον ιδιώτες χρηματοδότες. Η τακτική, όμως, αυτή, που συνοδεύτηκε στο μεγαλύτερο οικονομικό μπλοκ παγκοσμίως, την Ευρωπαική Ενωση, με θανατηφόρα μέτρα λιτότητας, φαίνεται ότι έχει παρενέργειες.

Κατ’ αρχήν το σχεδόν μηδενικό επιτόκιο έκανε το δανεισμό φθηνότερο παρά ποτέ και την αποταμίευση άνευ σημασίας, ενθαρρύνοντας έτσι την αλόγιστη χρήση των χρημάτων από τους επενδυτές. Όσο για τις τράπεζες, παρότι οι μεγαλύτερες από αυτές κλήθηκαν να λογοδοτήσουν για αθέμιτη σύμπραξη και χειραγώγηση των επιτοκίων και των πρακτικών τους, πληρώνοντας σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ τσουχτερά πρόστιμα, συνέχισαν και να αυξάνουν την δύναμη τους.

Διαβάστε ακόμη: Συμβιβασμός–ρεκόρ ύψους 13 δισ. δολαρίων για την JP Morgan 

H Deutsche Bank είναι για την ανάλυση του περιοδικού Spiegel ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την Γερμανία. Θυμίζοντας μια πρόσφατη δημόσια αντιπαράθεση του διευθύνοντα συμβούλου της DB, Γιούργκεν Φίτσεν, με τον υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε -όπου ο τραπεζίτης κατηγόρησε τον υπουργό για ανευθυνότητα και λαϊκισμό και ο υπουργός τον τραπεζίτη ότι η κρίση δεν ήταν έργο των πολιτικών-  το Spiegel επανέρχεται στα ερωτήματα: Έχει πάρει ο χρηματοπιστωτικός τομέας το μάθημά του; Έχουν τιμωρηθεί οι υπεύθυνοι; Είναι πλέον το σύστημα των τραπεζών πιο σταθερό;

Οι κυβερνήσεις σε όλο τον πλανήτη εφαρμόζουν επιθετική στρατηγική απέναντι στην χρηματοπιστωτική βιομηχανία. Στο Λονδίνο, για παράδειγμα, οι αρχές ερευνούν τράπεζες με την υποψία ότι χειραγωγούσαν την τιμή του χρυσού. Στις Βρυξέλλες, η Κομισιόν έχει επιβάλει 1,7 δισ. ευρώ πρόστιμα σε οκτώ τράπεζες επειδή είχαν σχηματίσει καρτέλ και διόγκωναν τεχνητά τα βασικά επιτόκια. Τα μέτρα αυτά που παίρνουν οι αρχές θέτουν πάλι ένα ερώτημα, που παραδόξως έχει παίξει πολύ μικρό ρόλο στις προσπάθειες αντιμετώπισης της κρίσης: πόσο επικίνδυνη είναι η εξουσία που έχουν στις αγορές οι κορυφαίες επενδυτικές τράπεζες;

Ένας πολύ μικρός αριθμός από αυτές κυριαρχούν στις συναλλαγές νομισμάτων, φυσικών πόρων και προϊόντων με βάση τα επιτόκια. Παρότι εκατομμύρια επενδυτών και εταιρειών μετέχουν σε αυτές τις συμφωνίες, αγοράζουν και πουλάνε, στοιχηματίζουν και κερδοσκοπούν, όλες αυτές τις συναλλαγές τις χειρίζεται ένα κλειστό κλαμπ παγκόσμιων ιδρυμάτων, όπως η Deutsche Bank, η JP Morgan και η Goldman Sachs. Είναι οι ίδιοι χρηματοπιστωτικοί κολοσσοί που αποφασίζουν για τα επιτόκια τα οποία χρησιμεύουν ως σημείο αναφοράς για συμφωνίες αξίας τρισεκατομμυρίων.

Διαβάστε ακόμη: Οι τιμωρημένες τράπεζες καταδικάζουν τις παράνομες πρακτικές τους

Οι βασικοί ωφελημένοι αυτών των συμφωνιών γράφουν οι ίδιοι τους πιο σημαντικούς κανόνες του παιχνιδιού. Κανόνες που όπως έχουν δείξει τα πρόσφατα γεγονότα, συχνά στην πορεία τους παραβιάζουν.

Οι ποινές που έχουν επιβληθεί μέχρι τώρα είναι καμπανάκι για τη βιομηχανία του χρήματος, καθώς επίκεινται κι άλλα πρόστιμα από τις επιβλέπουσες αρχές. Η Deutsche Bank είναι σε όλες τις ήδη υπάρχουσες λίστες των υπόπτων ενώ έπονται κι άλλες αποκαλύψεις που αφορούν στις έρευνες στην αγορά συναλλάγματος, που χειρίζεται καθημερινά 5,3 τρισ. δολάρια. Οι αναλυτές στην KBW υποστηρίζουν ότι η φημολογούμενη χειραγώγηση των τιμών των νομισμάτων μπορεί να κοστίσει άλλα 26 δισ. σε νομικά έξοδα για τις επενδυτικές τράπεζες, εκ των οποίων 3,4 δισ. υπολογίζεται ότι θα βαρύνουν την Deutsche Bank.

Σχεδόν σε όλες τις έρευνες ανακύπτουν πάλι και πάλι τα ίδια ονόματα, οι ίδιες τράπεζες κι αυτό δεν είναι σύμπτωση, εκτιμά το Spiegel. Είναι οι ίδιες πανίσχυρες επιχειρήσεις που αποκτούν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς του εμπορίου των χρηματοπιστωτικών προϊόντων. Το 1998, εννέα τράπεζες έλεγχαν τα τρία τέταρτα της αγοράς συναλλάγματος στη Γερμανία. Σήμερα έχουν απομείνει πέντε. Για όλα τα νομίσματα και τις χώρες, τέσσερις είναι οι κορυφαίες τράπεζες που διαχειρίζονται το 50% των συναλλαγών: η Deutsche Bank, η Citigroup, η Barclays και η UBS.

Διαβάστε ακόμη: Κομισιόν: Καμπάνα ύψους 1,7 δισ. ευρώ σε έξι τράπεζες

Τέτοια απόλυτη κυριαρχία είναι στην ουσία «πρόσκληση» για παρασκηνιακές συμφωνίες. Κι όσο μεγαλύτερα είναι τα ποσά των συναλλαγών, τόσο πιο επικερδής είναι και η επιρροή στις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ακόμα και ένα πρόκειται για ένα χιλιοστό της τιμής. Αυτή την υπόθεση ερευνά ήδη το FBI, αλλά και οι αρμόδιες αρχές στη Βρετανία και, λιγότερο «επιθετικά», στη Γερμανία. Όσο για την Deutsche Bank, σε εσωτερική της έρευνα ο πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της Τράπεζας Πωλ Αχλέιτερ αθώωσε όλο το διοικητικό συμβούλιο, από το καλοκαίρι του 2012.

Μέχρι και σήμερα η αρμόδια ομοσπονδιακή εποπτική αρχή, η BaFin, φαίνεται να έχει αμφιβολίες. Έχει ξεκινήσει τη δική της έρευνα για τυχόν εγκληματικές ευθύνες ακόμα και του Ανσού Τζάιν, του Ινδικής καταγωγής διευθύνοντα συμβούλου της τράπεζας, ο οποίος ανέλαβε καθήκοντα το καλοκαίρι του 2012 στη θέση του παραιτηθέντος Τζόσεφ Άκερμαν. Η υπερασπιστική γραμμή της τράπεζας είναι ότι δεν ευθύνεται ο θεσμός, αλλά όποια αδικήματα έχουν διαπραχθεί αφορούν σε πρόσωπα που δρούσαν κατά μόνας, παρά τα αντίθετα συμπεράσματα τόσο της Κομισιόν όσο και δικαστικών αρχών στην Γερμανία.

Η ηγεσία της Deutsche Bank ωστόσο βρίσκεται υπό συνεχή πίεση από το υπουργείο Οικονομικών, αλλά κι από επενδυτές. «Θα θέλαμε  να δούμε τα εκτελεστικά στελέχη να αναλαμβάνουν την ευθύνες, όχι μόνο για τις οικονομικές αποδόσεις της στρατηγικής τους, αλλά και για τον αποτελεσματικό έλεγχο των κινδύνων» υποστηρίζει ο Κόλιν Μακλίαν, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της SVM Asset Management, με έδρα το Εδιμβούργο. Μια άποψη με την οποία συμφωνούν πολλοί.

Διαβάστε ακόμη: «Χτύπημα» Moody’s σε τρεις μεγάλες αμερικανικές τράπεζες

«Σε αυτούς τους διακανονισμούς», λέει ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Stanford, Ανατ Αντμάτι, «βλέπουμε ότι οι άνθρωποι που είναι υπεύθυνοι σπάνια τιμωρούνται». Κι αυτό δεν αυξάνει τα κίνητρα για τη βελτίωση της καλής διαχείρισης των τραπεζών. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εσωτερικής Αγοράς, Μισέλ Μπαρνιέ, προωθεί το ένα νομοσχέδιο μετά το άλλο για να μπει ένα τέλος στην ανεξέλεγκτη δραστηριότητα του τραπεζικού τομέα. Οι τράπεζες βέβαια ανθίστανται με επιμονή, ελπίζοντας ότι πολλές από αυτές τις προτάσεις για πιο αυστηρό έλεγχο δεν θα γίνουν νόμος πριν από το φθινόπωρο του 2014, οπότε και λήγει η νομοθετική περίοδος για την τρέχουσα Ευρωβουλή.

Οι προτάσεις του Μπαρνιέ έχουν επανειλημμένα καθυστερήσει προκειμένου να τεθούν σε ψηφοφορία. Τώρα, πηγές στις Βρυξέλλες υποστηρίζουν ότι θα προωθηθούν «τις ερχόμενες εβδομάδες» σε μια όμως αρκετά «νερωμένη» εκδοχή. Επομένως, είναι αμφίβολο εάν θα τεθούν σε ισχύ μέσα το 2014. Οι Ευρωπαίοι περιμένουν και τις αντίστοιχες εξελίξεις στις ΗΠΑ, όπου το Κογκρέσο επεξεργάζεται εδώ και τρία χρόνια τον «Κανόνα Βόλκερ» (από το όνομα του πρώην προέδρου της FED) το οποίο εγκρίθηκε πριν μερικές ημέρες με στόχο τον περιορισμό κερδοσκοπικών συναλλαγών υψηλού κινδύνου από τον χρηματοπιστωτικό κλάδο.

Ωστόσο, οι ειδικοί προβλέπουν ότι οι τράπεζες θα συνεχίσουν να «μεγαλώνουν» με τους ίδιους ρυθμούς, ανεμπόδιστες και ότι, όπως εκτιμά ο καθηγητής του ΜΙΤ, Αντριου Λο, «ο Κανόνες Βόλκερ δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα».

Διαβάστε ακόμη: «Βρέχει» πρόστιμα στις αμερικανικές τράπεζες

Κάθε διευθύνων σύμβουλος, όπως ο Τζέιμι Ντάιμον της JP Morgan ή ο Ανσού Τζάιν της Deutsche Bank, «το μόνο που θα θέλουν για τις τράπεζες τους είναι να μεγαλώνουν», λέει ο Λο, και οι νέοι κανόνες «έχουν στην πραγματικότητα αυξήσει το κίνητρο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων να γίνουν τόσο μεγάλα ώστε να μην τους επιτραπεί να καταρρεύσουν». Ταυτόχρονα, δε, στραγγαλίζουν τον ανταγωνισμό, αφού απαιτούνται πλέον στρατοί από δικηγόρους για να διαχειριστούν τα βουνά της γραφειοκρατίας και τους περίπλοκους νέους κανονισμούς, πράγμα εξαιρετικά ακριβό για τις μικρές τράπεζες.

«Είναι πλέον σαφές ότι η λειτουργία της αγοράς κεφαλαίου συγκεντρώνεται στα χέρια όλο και λιγότερων παικτών», λέει ο Κριστόφ Κάσερε του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Μονάχου. «Κι αυτό σημαίνει ότι όλο και λιγότερα άτομα θα λαμβάνουν αποφάσεις τεράστιας σημασίας». Το αποτέλεσμα; Όπως λέει ο Λο, οι τραπεζίτες έχουν πλέον μάθει ότι «είναι σε πλεονεκτικότερη θέση, εάν τα ιδρύματα τους είναι υπερβολικά μεγάλα, διότι αλλιώς δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν πληρώνοντας τα τεράστια πρόστιμα που τους έχουν επιβληθεί». Πρέπει να περιοριστεί η δύναμη των τραπεζών, πιστεύει ο Λο, παροτρύνοντας τις κυβερνήσεις να κάνουν συντονισμένες κινήσεις, αφού η υιοθέτηση κανόνων σε εθνικό επίπεδο απλώς θα διασφαλίσει ότι οι τράπεζες θα κάνουν τις δουλειές τους σε άλλες χώρες.