Candace Bushnell: Η δημιουργός του «Sex and the City» αποκαλύπτει στο Fortune Greece τι κάνει μια γυναίκα πραγματικά ισχυρή σήμερα
- 16/04/2026, 11:00
- SHARE
Σε μια εποχή όπου η προσωπική ταυτότητα συχνά μετατρέπεται σε brand και η δημιουργικότητα σε στρατηγική, η Candace Bushnell ακολούθησε μια διαφορετική διαδρομή. Όχι επειδή δεν μπορούσε να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά γιατί επέλεξε να παραμείνει, πάνω απ’ όλα, συγγραφέας.
Το Sex and the City, η στήλη που ξεκίνησε από την εφημερίδα The New York Observer το 1994, εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πολιτισμικά αφηγήματα των τελευταίων δεκαετιών, επηρεάζοντας τον τρόπο που οι γυναίκες μιλούν για τον εαυτό τους, τις επιλογές και τη θέση τους στον κόσμο. Κι όμως, για την ίδια, αυτή η επιτυχία δεν λειτούργησε ποτέ ως τελικό σημείο, αλλά ως μία από τις πολλές εκφάνσεις της πορείας της. Η γραφή της δεν εγκλωβίστηκε, αλλά συνέχισε να εξελίσσεται, από best-selling μυθιστορήματα όπως Four Blondes, Trading Up και Lipstick Jungle, μέχρι νέες αφηγηματικές φόρμες που δοκιμάζουν τα όρια ανάμεσα στο ιδιωτικό και το δημόσιο.
Ίσως γιατί, για εκείνη, η δημιουργία δεν είναι αποτέλεσμα στρατηγικής, αλλά εσωτερικής ανάγκης. Μιας διαρκούς ώθησης να παρατηρεί, να επεξεργάζεται και να μετατρέπει την εμπειρία σε αφήγηση — είτε αυτό συμβαίνει στη μοναχική διαδικασία της γραφής είτε μπροστά σε ένα ζωντανό κοινό. Δεν είναι τυχαίο ότι, σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της μεγάλη επιτυχία, επιλέγει να επιστρέψει στη σκηνή με ένα one-woman show που λειτουργεί ως μια πιο άμεση, σχεδόν εξομολογητική εκδοχή της διαδρομής της.
Με το True Tales of Sex, Success and Sex and the City, που παρουσιάζεται και στην Αθήνα, στο Gazarte στις 17 Απριλίου, εμφανίζεται μπροστά στο κοινό, γεφυρώνοντας παρελθόν και παρόν, αλλά και το ατομικό με το συλλογικό. Είναι μια υπενθύμιση ότι οι ιστορίες που αντέχουν στον χρόνο δεν είναι απαραίτητα εκείνες που σχεδιάστηκαν για να γίνουν «μεγάλες», αλλά εκείνες που ειπώθηκαν με ειλικρίνεια.
Με αφορμή την παρουσία της στην Ελλάδα, η εμβληματική συγγραφέας μιλά στο Fortune Greece για τη διαχρονικότητα της γραφής, τη σημασία της αυθεντικής φωνής και το τι σημαίνει να συνεχίζεις να εξελίσσεσαι δημιουργικά, ακόμη και όταν έχεις ήδη αφήσει το αποτύπωμά σου.
Ξεκινήσατε γράφοντας για έναν πολύ συγκεκριμένο κόσμο, τον δικό σας κόσμο, και όμως τα βιώματά σας έγιναν κάτι με παγκόσμια απήχηση. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι κάτι τόσο προσωπικό είχε αποκτήσει καθολική δύναμη;
Άρχισα να γράφω από τα 19 μου και πάντα έγραφα για τον κόσμο μου, για τη Νέα Υόρκη και για τις γυναίκες που ζούσαν εκεί. Όταν ξεκίνησα τη στήλη Sex and the City στην εφημερίδα The New York Observer το 1994, μία από τις αποφάσεις που είχα πάρει ήταν να γράφω για πράγματα που πίστευα ότι θα μπορούσαν να συμβαίνουν μόνο στη Νέα Υόρκη.
Πολύ γρήγορα, όμως, αποδείχθηκε ότι αυτά τα πράγματα συνέβαιναν παντού. Ήταν, στην ουσία, κοινωνική ανθρωπολογία και αυτό είναι κάτι που μεταφράζεται σχεδόν σε κάθε μεγάλη πόλη.
Νομίζω ότι κατάλαβα για πρώτη φορά πως το κείμενο ξεπερνούσε τα σύνορα της Νέας Υόρκης όταν άνθρωποι στο Λος Άντζελες άρχισαν να μοιράζονται τη στήλη μεταξύ τους. Εκεί ήταν πραγματικά η αρχή. Στη συνέχεια, φυσικά, ήρθε η τηλεοπτική σειρά και το πήγε πολύ πιο μακριά, αλλά ούτε αυτό έγινε από τη μία μέρα στην άλλη. Ήταν μάλλον γύρω στο 1999 ή το 2000 που ένιωσα ότι κάτι είχε πραγματικά απογειωθεί.
Πολλοί σήμερα θα περιέγραφαν αυτό που έχετε χτίσει ως ένα ισχυρό personal brand. Εσείς το είδατε ποτέ έτσι;
Πολλές φορές μου έχουν πει: «Είσαι brand εδώ και 20 ή 30 χρόνια». Εγώ, όμως, δεν συμφωνώ απόλυτα με αυτό, γιατί δεν βλέπω τον εαυτό μου ως κάτι άψυχο. Είμαι άνθρωπος. Αυτό που κάνω είναι να αφιερώνω τον χρόνο μου στη δημιουργία, στο να παράγω κάτι που, τουλάχιστον μέχρι τώρα, ακόμη και στην εποχή του AI, μόνο ένα ανθρώπινο ον μπορεί πραγματικά να κάνει. Και αυτό είναι η γραφή.
Δεν έχτισα ποτέ τον εαυτό μου ως brand με όρους marketing. Δεν επιδίωξα να αναπτύξω κάτι πέρα από τα έργα μου με αυτή τη λογική. Ναι, κάποια από τα βιβλία μου μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση, αλλά δεν προσέγγισα ποτέ τον εαυτό μου ως μια «μηχανή» marketing.
Εγώ, στην ουσία, απλά κάνω τη δουλειά μου. Δεν βάζω το όνομά μου σε κτίρια ή σε σειρές προϊόντων, ούτε έχω αυτού του τύπου την επιχειρηματική «ομπρέλα». Για μένα, το κέντρο βάρους ήταν πάντα το ίδιο το έργο και η δημιουργική μου έκφραση.
Σε έναν κόσμο όπου η προσοχή είναι συχνά εφήμερη, τι πιστεύετε ότι κάνει ένα έργο να αντέχει πραγματικά στον χρόνο;
Το ιδανικό είναι όταν η δουλειά μιλά από μόνη της. Φυσικά, σήμερα όλοι χρειάζονται marketing, αυτή είναι η πραγματικότητα, αλλά όταν έχεις δημιουργήσει κάτι αρκετά ισχυρό, αυτό λειτουργεί από μόνο του ως σήμα. Το κοινό έρχεται σε σένα γιατί ξέρει ποιος/ποια είσαι και έχει δει τι έχεις δημιουργήσει.
Υπάρχουν, βέβαια, πάντα εκείνοι που είναι καλύτεροι στο να μετατρέπουν ιδέες σε μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα, και σήμερα πολλοί έχουν βρει τρόπους να αξιοποιούν εμπορικά κόσμους όπως το Sex and the City με «συνταγές» που τότε δεν υπήρχαν. Το τοπίο έχει αλλάξει. Στο τέλος, όμως, εξακολουθώ να πιστεύω ότι όλα καταλήγουν στο αν το έργο έχει μέσα του κάτι πραγματικά πρωτότυπο και αληθινό.
Δεν είμαι brand, είμαι άνθρωπος που δημιουργεί.
Πώς πιστεύετε ότι μπορεί σήμερα κάποιος να δημιουργήσει κάτι που να είναι πραγματικά δικό του στην εποχή του ΑΙ;
Πρώτα απ’ όλα, θεωρώ ότι η δημιουργικότητα είναι κάτι βαθιά μοναδικό. Δεν ανησυχώ για το AI, γιατί γνωρίζω ότι δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτά που μπορώ να κάνω εγώ, και αυτό ισχύει γενικά για τους δημιουργικούς ανθρώπους.
Η δημιουργικότητα έχει να κάνει με το να συνδυάζεις στοιχεία, να αναγνωρίζεις μοτίβα και να τα μετατρέπεις σε κάτι πρωτότυπο. Το AI μπορεί, ίσως, να μιμηθεί ένα ύφος, πιθανότατα θα μπορούσε να γράψει κάτι που θυμίζει το δικό μου στυλ, αλλά ουσιαστικά θα περιοριζόταν στο να το αναπαράγει. Εγώ, ως άνθρωπος, μπορώ να εξελιχθώ: να γίνω καλύτερη συγγραφέας, να σκεφτώ διαφορετικά, να εισάγω νέα στοιχεία στη δουλειά μου.
Αυτή η αυθεντική δημιουργική διαδικασία είναι ανθρώπινη. Τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, δεν πιστεύω ότι το AI μπορεί να την αντικαταστήσει. Θα ήθελα, βέβαια, να μάθω πώς να το χρησιμοποιώ ως εργαλείο, αλλά όταν μιλάμε για αληθινή πρωτοτυπία, εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτή ανήκει στους ανθρώπους.
Όταν το Sex and the City πέρασε από τη γραφή στην τηλεόραση, πώς βιώσατε αυτή τη μετάβαση; Και πόσο διαφορετικός είναι ο βαθμός ελέγχου που έχει ένας δημιουργός σε αυτά τα δύο μέσα;
Νομίζω ότι είναι σημαντικό να καταλάβει κανείς πως η τηλεόραση και τα βιβλία είναι δύο τελείως διαφορετικά πράγματα. Η τηλεόραση έχει άλλες απαιτήσεις και μια δική της λογική, και υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται αποκλειστικά σε αυτό το μέσο.
Εγώ συμμετείχα στη συγγραφική ομάδα του Sex and the City στoυς δύο πρώτους κύκλους, αλλά στη συνέχεια προέκυψε μια συμφωνία ενός εκατομμυρίου δολαρίων για να γράψω δύο βιβλία. Αυτό ήταν πολύ πιο αποδοτικό οικονομικά, αλλά κυρίως ήταν αυτό που πραγματικά ήθελα να κάνω, να γράφω βιβλία. Οπότε αυτή ήταν και η επιλογή μου.
Τα βιβλία και ο κινηματογράφος είναι πιο κοντά μεταξύ τους, γιατί έχουν αρχή, μέση και τέλος. Η τηλεόραση, αντίθετα, πρέπει να συνεχίζεται και, λόγω αυτού, απαιτεί έναν μηχανισμό που να διατηρεί την ιστορία σε εξέλιξη, με χαρακτήρες που ξεκινούν από ένα σημείο και καταλήγουν κάπου αλλού. Στα βιβλία, η δική μου αίσθηση είναι συχνά ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν τόσο ριζικά. Πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική δομή και μια διαφορετική νοοτροπία.
Οπότε ναι, είχα μια αρχική εμπλοκή, αλλά η ενέργειά μου κατευθυνόταν πάντα στα βιβλία.
Νομίζω ότι η επιτυχία απαιτεί το να έχεις πάνω απ’όλα πείσμα και να αγωνίζεσαι συνεχώς.
Πώς είναι στην πράξη η δημιουργική σας διαδικασία όταν ξεκινάτε ένα βιβλίο;
Το να γράφεις ένα βιβλίο είναι, για μένα, κυρίως θέμα πειθαρχίας. Μιλάμε για τουλάχιστον έξι ώρες τη μέρα, έξι μέρες την εβδομάδα και κάποιες φορές επτά. Υπάρχουν και περίοδοι που η δουλειά μπορεί να φτάνει ακόμη και τις δέκα ώρες. Στο τέλος της ημέρας, απλώς πρέπει να καθίσεις και να το κάνεις.
Μοιάζει πολύ με το να παίζεις ένα μουσικό όργανο. Απαιτεί εξάσκηση, αντοχή και συνέπεια. Δεν μπορείς να περιμένεις παθητικά την έμπνευση, χρειάζεται να εμφανίζεσαι καθημερινά και να προσπαθείς.
Όσο για τις ιδέες, χρειάζεται να έχεις μια βαθύτερη αίσθηση τόσο για το υλικό σου όσο και για τους χαρακτήρες. Το βασικό ερώτημα είναι αν αυτοί οι χαρακτήρες μπορούν να στηρίξουν μια μεγάλη αφήγηση, δηλαδή αν έχουν το βάθος για να «κρατήσουν» 100.000 λέξεις. Δεν είναι κάτι που εξηγείται εύκολα, γιατί πρόκειται για μια εσωτερική, νοητική διαδικασία: δημιουργείς έναν κόσμο μέσα στο μυαλό σου και στη συνέχεια τον μεταφέρεις στο χαρτί. Πρέπει, ουσιαστικά, να μπεις σε αυτόν τον δημιουργικό χώρο και να καταφέρεις να μείνεις εκεί.
Μιλάμε συχνά για «επανεφέυρεση», ειδικά σε καριέρες με διάρκεια. Εσείς πώς βλέπετε αυτή την έννοια;
Δεν σκέφτομαι πραγματικά με όρους «επανεφεύρεσης του εαυτού». Στην πραγματικότητα, το μήνυμα στο τέλος του one-woman show μου είναι πως όταν φτάνεις στα εξήντα, δεν είναι θέμα να επανεφεύρεις τον εαυτό σου, αλλά να τον επινοήσεις.
Δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι επανεφευρίσκουν ουσιαστικά τον εαυτό τους. Είναι μια φράση που έχει γίνει της μόδας, αλλά για μένα δεν έχει ιδιαίτερη ουσία. Είμαστε αυτό που είμαστε και το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς είναι να το αποδεχτούμε και να του επιτρέψουμε να εκφραστεί. Αυτή ήταν και η συμβουλή που είχα πάρει όταν ήμουν στα είκοσί μου και είχα αρχίσει να γράφω: απλώς συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις και να είσαι πιστή στον εαυτό σου.
Κάποιες φορές η κουλτούρα σε «συναντά» και ανταποκρίνεται σε αυτό που δημιουργείς. Άλλες φορές βρίσκεσαι τόσο μπροστά από την εποχή σου που ο κόσμος δεν είναι ακόμη έτοιμος να το καταλάβει. Τότε απλώς ελπίζεις ότι, κάποια στιγμή, θα το κάνει. Για μένα, λοιπόν, όλα έχουν περισσότερο να κάνουν με το timing παρά με την «επανεφεύρεση».
Η αφήγησή σας πλέον μεταφέρεται και στη σκηνή. Πώς προέκυψε αυτή η μετάβαση και τι σας έδωσε δημιουργικά;
Η παράσταση προέκυψε επειδή κάποιος που γνώρισα μου είπε: «Νομίζω ότι μπορείς να κάνεις ένα one-woman show». Δεν ήταν κάτι που είχα σχεδιάσει, όμως, στη διάρκεια της πανδημίας έγραψα κάτι και σκέφτηκα: γιατί όχι; Ας το δοκιμάσω.
Από εκεί ξεκίνησαν όλα. Αρχικά το παρουσιάσαμε σε ένα μικρό θέατρο και στη συνέχεια ανέβηκε σε έναν χώρο off-Broadway, στη Νέα Υόρκη. Ήταν μια συναρπαστική εμπειρία, γιατί από τη μία ήταν κάτι διαφορετικό από ό,τι είχα συνηθίσει, αλλά από την άλλη δεν μου ήταν και εντελώς ξένο. Ως συγγραφέας, έκανα αναγνώσεις και δημόσιες εμφανίσεις ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’90, οπότε το ένιωσα περισσότερο σαν μια φυσική συνέχεια, παρά σαν μια ριζική αλλαγή.
Στην πραγματικότητα, νιώθω πολύ οικεία πάνω στη σκηνή, μου βγαίνει φυσικά. Πολλοί άνθρωποι λένε «Θεέ μου, εγώ δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω αυτό», αλλά για μένα είναι πιο εύκολο από το να γράψω ένα βιβλίο. Και αυτό είναι το παράδοξο: ο κόσμος θεωρεί ότι η σκηνή είναι πιο δύσκολη, ενώ στην πραγματικότητα η συγγραφή ενός βιβλίου είναι πολύ πιο απαιτητική.
Έχετε περάσει χρόνια γράφοντας για τις γυναίκες, τις σχέσεις και τη σύγχρονη ζωή. Πόσο διαφορετική νιώθετε ότι είναι σήμερα η εμπειρία των νεότερων γενιών;
Ένας από τους λόγους που δημιούργησα το one-woman show ήταν ότι ο κόσμος με ρωτούσε συνεχώς τα ίδια πράγματα για το Sex and the City: αν είχα πράγματι τρεις φίλες σαν αυτές της σειράς, αν είχα μια ντουλάπα σαν της Carrie Bradshaw, πώς ξεκίνησα να γράφω τη στήλη. Έτσι, το show δίνει απαντήσεις σε πολλές από αυτές τις ερωτήσεις.
Όσο για τις νεότερες γυναίκες σήμερα, νιώθω ότι όσο περισσότερο ακούω τις εμπειρίες τους τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι ναι, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Έχουν περάσει 25 χρόνια και πλέον υπάρχουν τα dating apps και οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε πολύ περισσότερο κόσμο απ’ ό,τι παλιά. Ταυτόχρονα, όμως, όλα μοιάζουν λιγότερο ρομαντικά. Φαίνεται πιο δύσκολο να κάνεις ουσιαστικές γνωριμίες, υπάρχει μεγαλύτερη απογοήτευση και περισσότερες αρνητικές εμπειρίες.
Όταν ήμουν νεότερη, στη δεκαετία του ’80 αλλά και του ’90, υπήρχε ακόμη ένας ενθουσιασμός, μια ρομαντική προσδοκία γύρω από τη γνωριμία με κάποιον και η αίσθηση ότι κάτι όμορφο μπορεί να συμβεί. Σήμερα, όταν μιλάω με νεότερες γυναίκες, ακούω συχνά για «τη μία κακή εμπειρία μετά την άλλη». Ακόμη και αυτά που βλέπω online, ίσως φταίει και ο αλγόριθμός μου, έχουν μια πιο αρνητική χροιά γύρω από το dating. Είναι, συνολικά, ένας διαφορετικός κόσμος.
Δεν ανησυχώ για το AI, γιατί γνωρίζω ότι δεν μπορεί να αντικαταστήσει αυτά που μπορώ να κάνω εγώ.
Αν μιλήσουμε για δύναμη σήμερα, τι είναι αυτό που, κατά τη γνώμη σας, κάνει μια γυναίκα πραγματικά ισχυρή;
Νομίζω ότι η επιτυχία απαιτεί το να έχεις πάνω απ’όλα πείσμα και να αγωνίζεσαι συνεχώς. Η πραγματικότητα είναι ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν περισσότερη ενέργεια από άλλους, ενώ κάποιοι διαθέτουν μια ιδιαίτερη αύρα ή μια πιο έντονη επίγνωση των δυνατοτήτων τους. Στο τέλος, όμως, όλα καταλήγουν στο πώς αξιοποιείς τα χαρτιά που σου έχουν μοιραστεί, όσο καλύτερα μπορείς.
Όλοι ξεκινάμε με συγκεκριμένα δεδομένα, και η δύναμη βρίσκεται ακριβώς στην ικανότητα να τα αξιοποιήσεις στο μέγιστο.
Υπάρχει μια γυναίκα που σας εμπνέει προσωπικά;
Η Martha Stewart. Τη συναντώ πού και πού στη Νέα Υόρκη και είναι πραγματικά ξεχωριστή. Έχει πολλά διαφορετικά ταλέντα και έχει δημιουργήσει τόσες πολλές ευκαιρίες. Είναι τώρα 83 ετών, πράγμα απίστευτο, και όμως εξακολουθεί να δουλεύει, να κάνει τα πάντα. Είναι επίσης ένας πολύ ευγενικός και φιλικός άνθρωπος. Οπότε ναι, θα έλεγα ότι η Martha Stewart με εμπνέει.