Νίκος Μάντζαρης (Green Tank): «Η περιβαλλοντική κρίση δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμη, αλλά το χρονικό παράθυρο στενεύει»
- 22/04/2026, 15:51
- SHARE
Τα ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν πλέον μετατραπεί από σπάνια σε μόνιμη πραγματικότητα, με τις ετήσιες ζημιές να ξεπερνούν τα 100 δις δολάρια, βάσει των στοιχείων που δημοσιεύουν οι ασφαλιστικές εταιρείες. Οι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου επισημαίνοντας ότι η παγκόσμια θερμοκρασία αναμένεται να αυξηθεί κατά 1,5°C στις αρχές της δεκαετίας του 2030 και κατά 2°C στη δεκαετία του 2040. Παράλληλα, η παραγωγή και απόρριψη τόνων πλαστικού συμβάλλει σημαντικά στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και επιδεινώνει την κλιματική κρίση. Αν συνυπολογίσουμε το στοιχείο ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός αγγίζει σήμερα περίπου στα 8,29 δισεκατομμύρια άτομα και ο ΟΗΕ εκτιμά ότι θα φτάσει τα 8,6 δισεκατομμύρια το 2030 και τα 9,7 δις το 2050, τότε γίνεται αντιληπτό ότι αν δεν αλλάξουμε ρότα, εφαρμόζοντας στην πράξη πράσινες πολιτικές, τότε η κατάσταση για τον πλανήτη Γη θα είναι μη αναστρέψιμη.
Με αφορμή το αφιέρωμα του Fortune Greece για την Ημέρα της Γης που γιορτάζεται στις 22 Απριλίου σε περισσότερες από 175 χώρες, ο Νίκος Μάντζαρης, Επικεφαλής Αναλυτής Πολιτικής & Συνιδρυτής του The Green Tank, μιας ανεξάρτητης, μη κερδοσκοπικής, δεξαμενής σκέψης που διαμορφώνει λύσεις πολιτικής για ένα βιώσιμο μέλλον, αποτυπώνει την περιβαλλοντική εικόνα που έχει σήμερα ο πλανήτης, εξηγεί τους λόγους που η ανάπτυξη των ΑΠΕ παραμένει μονόδρομος για το κλίμα και την οικονομία, ενώ απαντά στο ερώτημα του γιατί η ηλεκτρική ενέργεια παραμένει ακριβή και εάν είναι ρεαλιστικό το σενάριο της επιστροφής στον λιγνίτη.
Κ. Μάνζταρη, αν κοιτάξουμε ψύχραιμα τα επιστημονικά δεδομένα, ποια είναι τα πιο ανησυχητικά περιβαλλοντικά μέτωπα που ανοίγονται μπροστά μας; Μιλάμε για μια κρίση που μπορεί ακόμη να αναστραφεί ή για μια πραγματικότητα που απλώς προσπαθούμε να καθυστερήσουμε;
Τα δύο πιο κρίσιμα και αλληλένδετα μέτωπα είναι η κλιματική κρίση και η απώλεια της βιοποικιλότητας. Δεν είναι ξεχωριστές προκλήσεις, αλλά μια ενιαία κρίση που αυτοτροφοδοτείται: η υποβάθμιση των οικοσυστημάτων επιταχύνει την κλιματική αλλαγή και αντίστροφα.
Η κρίση δεν είναι ακόμη μη αναστρέψιμη, αλλά το χρονικό παράθυρο στενεύει. Ξέρουμε ότι λύσεις υπάρχουν και αποδίδουν, όπως δείχνει η ανάκαμψη ειδών όπως ο λύκος, η αρκούδα, η Caretta caretta και η μεσογειακή φώκια. Ωστόσο, συνολικά η απώλεια βιοποικιλότητας παραμένει οξεία, παρά τη «δεκαετία της αποκατάστασης».
Στο κλίμα, η Ευρώπη έχει σημειώσει πρόοδο, αλλά παγκοσμίως οι εκπομπές συνεχίζουν να αυξάνονται και οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές με ολοένα πιο συχνά και πιο έντονα ακραία φαινόμενα.
Το κρίσιμο ερώτημα λοιπόν είναι αν θα κινηθούμε αρκετά γρήγορα. Αν καθυστερήσουμε κι άλλο, τότε η μόνη μας επιλογή θα είναι η προσαρμογή — μια αναγκαία στρατηγική, η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δράση για την αντιμετώπιση των αιτίων της κρίσης.
Η Ελλάδα έχει πλούσια βιοποικιλότητα, αλλά η προστασία της συχνά υποχωρεί μπροστά σε επενδυτικές πιέσεις. Ποια είναι η πιο υποτιμημένη απειλή που δεν συζητάμε δημόσια;
Δεν είναι μια συγκεκριμένη δραστηριότητα. Είναι ότι δεν αποτιμούμε σωστά τη φύση. Τη θεωρούμε δεδομένη, άρα και περιορισμένης αξίας.
Κι όμως, σύμφωνα με το World Economic Forum, πάνω από το μισό παγκόσμιο ΑΕΠ εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από τη φύση. Αυτό σημαίνει ότι η απώλεια της βιοποικιλότητας δεν είναι απλώς ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά ένα βαθύ οικονομικό ρίσκο.
Στην Ελλάδα αυτό γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρο: το φυσικό κεφάλαιο της χώρας δεν είναι απλώς τοπίο — είναι βασικός πυλώνας της οικονομίας. Είναι ο τουρισμός, η ποιότητα ζωής, η ίδια η ταυτότητα του ελληνικού προϊόντος. Όσο αυτή η αξία δεν αποτυπώνεται ουσιαστικά στις πολιτικές και στις επενδυτικές αποφάσεις, η φύση θα συνεχίσει να αντιμετωπίζεται ως «δωρεάν πόρος» και να θυσιάζεται για βραχυπρόθεσμα οφέλη. Το κόστος, όμως, απλώς μετατίθεται στο μέλλον — και τελικά επιστρέφει πολλαπλάσιο, τόσο στην οικονομία όσο και στην κοινωνία.
Η Ελλάδα τρέχει τις ΑΠΕ με μεγάλη ταχύτητα, αλλά όχι πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση. Ποιο είναι το μεγαλύτερο ρίσκο όταν η πράσινη μετάβαση γίνεται χωρίς χωροταξικό σχεδιασμό;
Η Ελλάδα όντως επιτάχυνε σημαντικά τις ΑΠΕ μετά το 2019, αλλά σήμερα η πρόοδος φρενάρει λόγω αντιφατικών πολιτικών στήριξης του ορυκτού αερίου και αυξανόμενων περικοπών παραγωγής ΑΠΕ που υπονομεύουν την οικονομική βιωσιμότητα των σχετικών επενδύσεων. Παρ’ όλα αυτά, η ανάπτυξη των ΑΠΕ παραμένει μονόδρομος για το κλίμα και την οικονομία όπως άλλωστε αποτυπώνεται και στον εθνικό σχεδιασμό που προβλέπει μερίδιο ΑΠΕ άνω του 75% το 2030 και του 95% το 2035.
Όταν όμως αυτή η μετάβαση προχωρά χωρίς ορθό χωροταξικό σχεδιασμό, το ρίσκο είναι μεγάλο και διπλό: συγκρούσεις χρήσεων γης που καθυστερούν τα έργα και υπονόμευση του φυσικού κεφαλαίου της χώρας. Η βιοποικιλότητα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά βασική προϋπόθεση βιώσιμης ανάπτυξης και ανθεκτικότητας στην κλιματική κρίση.
Οι ΑΠΕ θεωρούνται φιλικές για το κλίμα και φθηνές πηγές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Παρά τη μεγάλη ανάπτυξή τους τα τελευταία χρόνια, το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει υψηλό. Ποιοι είναι οι βασικοί λόγοι για αυτό;
Τα στοιχεία της αγοράς δείχνουν ξεκάθαρα ότι τα αιολικά και τα φωτοβολταϊκά συμπιέζουν το κόστος ηλεκτροπαραγωγής. Παρ’ όλα αυτά, η Ελλάδα εξακολουθεί να καταγράφει από τις υψηλότερες τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στην Ευρώπη, τόσο στη χονδρική όσο και στη λιανική αγορά, ιδίως σε σχέση με την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Ο βασικός λόγος είναι η μεγάλη εξάρτηση από το ορυκτό αέριο. Πρόκειται για ένα καύσιμο με υψηλό και έντονα ευμετάβλητο κόστος, το οποίο επηρεάζεται άμεσα από γεωπολιτικές εξελίξεις. Στην Ελλάδα, μάλιστα, το αέριο χρησιμοποιείται εκτεταμένα για ηλεκτροπαραγωγή, όχι μόνο για την κάλυψη της εγχώριας ζήτησης, αλλά και για εξαγωγές ηλεκτρικής ενέργειας.
Έτσι δημιουργείται ένα δομικό παράδοξο: ενώ αυξάνεται η εγκατεστημένη ισχύς από φθηνές ΑΠΕ, η συνολική χρήση αερίου αυξάνεται ακόμη περισσότερο, κρατώντας τις τιμές στη χονδρική αγορά σε υψηλά επίπεδα. Δεδομένου ότι η λιανική τιμή ακολουθεί σε μεγάλο βαθμό τη χονδρική, το αυξημένο κόστος μετακυλίεται τελικά στους λογαριασμούς των καταναλωτών.
Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι η ανάπτυξη των ΑΠΕ, αλλά το γεγονός ότι δεν συνοδεύεται ακόμη από αντίστοιχη μείωση της εξάρτησης από τα ακριβά ορυκτά καύσιμα.
Ποιες παρεμβάσεις θα μπορούσαν να το μειώσουν με βιώσιμο τρόπο;
Πέρα από το προφανές —δηλαδή τον περιορισμό της κατάχρησης ακριβού και ρυπογόνου ορυκτού αερίου— απαιτείται ένα συνεκτικό πακέτο παρεμβάσεων σε όλη την αλυσίδα της αγοράς. Κρίσιμες είναι η ανάπτυξη της αποθήκευσης, ώστε να αξιοποιούνται καλύτερα οι ΑΠΕ, και ο εκσυγχρονισμός των δικτύων για μεγαλύτερη διείσδυσή τους. Παράλληλα, η ενίσχυση της αυτοπαραγωγής μπορεί να μειώσει άμεσα το κόστος για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Τέλος, απαιτούνται σημαντικές μεταρρυθμίσεις και στη λιανική αγορά — περισσότερος ανταγωνισμός, συστηματικότερη εποπτεία της αγοράς για αποφυγή στρεβλώσεων, «έξυπνοι» μετρητές και νέα προϊόντα από τους προμηθευτές που θα ενθαρρύνουν την κατανάλωση όταν η ενέργεια είναι φθηνή. Με άλλα λόγια, η μείωση του κόστους δεν θα έρθει από μία μόνο λύση, αλλά από τον συνδυασμό υποδομών, ρυθμιστικών παρεμβάσεων και ενεργού συμμετοχής των ίδιων των καταναλωτών.
Πόσο ευθυγραμμισμένη είναι η Ελλάδα με τους νέους ευρωπαϊκούς στόχους; Θεωρείτε την κλιματική ουδετερότητα έως το 2050, κάτι το εφικτό ή είναι απλά μια ουτοπία;
Η Ελλάδα δεν έχει μόνο ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, αλλά και εθνικούς, νομικά δεσμευτικούς στόχους που θεσπίστηκαν με τον Εθνικό Κλιματικό Νόμο το 2022 — και αφορούν όχι μόνο το 2050, αλλά και τους ενδιάμεσους σταθμούς του 2030 και του 2040.
Ωστόσο, με βάση τα επίσημα στοιχεία, σήμερα βρισκόμαστε εκτός τροχιάς για τον πιο άμεσο στόχο: τη μείωση των καθαρών εκπομπών κατά τουλάχιστον 55% έως το 2030 σε σχέση με το 1990. Ακόμη και στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής —που θεωρείται ο πιο «ώριμος» για απανθρακοποίηση— οι εκπομπές έχουν ουσιαστικά «κολλήσει» τα τελευταία τρία χρόνια γύρω στα 16 εκατ. τόνους, όταν ο στόχος είναι να πέσουν στα 4 εκατ. τόνους μέχρι το 2030.
Αν αυτή η πορεία δεν αλλάξει άμεσα, η αποτυχία είναι δεδομένη. Και αν παρόμοιες καθυστερήσεις επαναληφθούν διεθνώς, οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες της κλιματικής κρίσης θα είναι ιδιαίτερα βαριές — κάτι που ήδη αρχίζουμε να βιώνουμε στην Ελλάδα, με ακραία φαινόμενα όπως οι καταστροφικές πλημμύρες και οι εκτεταμένες πυρκαγιές των τελευταίων ετών.
Η κλιματική ουδετερότητα έως το 2050 δεν είναι ουτοπία. Αυτό που λείπει δεν είναι οι λύσεις, αλλά η πολιτική συνέπεια και η ταχύτητα στην εφαρμογή τους.
Με τις διεθνείς αναταράξεις, βλέπετε τον κίνδυνο να ξανανοίξει η συζήτηση για τον λιγνίτη; Και τι θα σήμαινε αυτό για τη δίκαιη μετάβαση;
Όπως και στην προηγούμενη κρίση ενεργειακών τιμών, επιστρέφει η συζήτηση για τον λιγνίτη ως λύση ενεργειακής ασφάλειας. Στην πράξη, όμως, είναι ακριβός, μη ανταγωνιστικός και το πιο ρυπογόνο καύσιμο στον πλανήτη. Η εμπειρία μάλιστα της προηγούμενης κρίσης που κορυφώθηκε με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, έδειξε ότι το λεγόμενο «comeback» έμεινε κυρίως στα λόγια. Μια τέτοια στροφή επίσης, θα έπληττε τη Δίκαιη Μετάβαση των λιγνιτικών περιοχών, δημιουργώντας ψευδείς προσδοκίες και καθυστερώντας βιώσιμες επενδύσεις. Η πραγματική απάντηση βρίσκεται στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην επιτάχυνση των φθηνών, εγχώριων ΑΠΕ.
To Green Tank έχει εξελιχθεί σε έναν ενεργό “παίκτη” στην περιβαλλοντική πολιτική. Πόσο πραγματικά ακούγεται η φωνή σας στα κέντρα λήψης αποφάσεων και ποια είναι η στρατηγική σας για να επηρεάζετε την ατζέντα;
Είμαστε μια ανεξάρτητη δεξαμενή σκέψης. Οι πόροι μας προέρχονται κυρίως από ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά ιδρύματα και βασίζονται σε συγκεκριμένες προτάσεις που υποβάλλουμε. Αυτό μας επιτρέπει να καταθέτουμε την πραγματική μας γνώμη αδέσμευτα, δημόσια και χωρίς προσαρμογές ανάλογα με τους αποδέκτες. Με άλλα λόγια, επιδιώκουμε να είμαστε χρήσιμοι και όχι ευχάριστοι.
Δεύτερον, οι προτάσεις πολιτικής που καταθέτουμε βασίζονται πάντα σε στοιχεία και δεν αποτελούν απλά ευσεβή μας πόθο. Τέλος, αποφεύγουμε να τοποθετούμαστε πάνω σε ζητήματα τα οποία, ναι μεν μας ενδιαφέρουν και παρακολουθούμε, αλλά δεν ασχολούμαστε συστηματικά με αυτά.