Ζει ή πέθανε η έντυπη δημοσιογραφία;

Ζει ή πέθανε η έντυπη δημοσιογραφία;
Τρία «ιερά τέρατα» της δημοσιογραφίας συζητούν για το μέλλον του Tύπου στο συνέδριο Brainstorm Tech του FORTUNE.

του Κούρτ Βάγκνερ

Στα  μέσα της δεκαετίας του ’90, ο Γουόλτερ Άιζακσον, τότε γενικός διευθυντής του Time, σκέφτηκε να επιτρέψει στους αναγνώστες να διαβάζουν το περιοδικό διαδικτυακά, πληρώνοντας ένα μικρό αντίτιμο. «Ξαφνικά, νέα στελέχη από το χώρο της διαφήμισης άρχισαν να συρρέουν στο κτίριο του Time and Life με σάκους γεμάτους χρήματα, τα οποία άδειαζαν πάνω στα γραφεία μας για να τους βάλουμε διαδικτυακές διαφημίσεις», λέει ο Άιζακσον, διευθύνων σύμβουλος πλέον του Ινστιτούτου Aspen. «Και είπαμε: ‘Τέλεια, αυτό είναι πανεύκολο. Δεν πρόκειται να βάλουμε κανέναν αναγνώστη να πληρώσει γιατί θέλουμε να μας διαβάζουν ολοένα και περισσότερα ζευγάρια μάτια’. Και αυτή ήταν η αρχή του τέλους της δημοσιογραφίας».

Δεν είναι εύκολο να προσδιοριστεί θεωρητικά η κατεύθυνση που έχει αρχίσει να παίρνει η βιομηχανία της ενημέρωσης από τότε. Κάποιοι όμως προσπαθούν να ερευνήσουν το θέμα σε βάθος. Ο Τζον Χιούι, μέχρι πρόσφατα αρχισυντάκτης του ομίλου Time Inc., ο Μάρτιν Νίσενχολτζ, ειδικός σύμβουλος των New York Times, και ο Πωλ Σάγκαν, πρώην συντάκτης νέων μέσων επίσης στον όμιλο Time Inc., ολοκλήρωσαν πρόσφατα ένα σύνθετο πρότζεκτ: μία συλλογή 60-70 βιντεοσκοπημένων συνεντεύξεων που τεκμηριώνουν τις αλλαγές στη βιομηχανία της ενημέρωσης που προήλθαν από την έλευση των ψηφιακών μέσων. Το εν λόγω πρότζεκτ -υπό τον τίτλο «Riptide» (Ανακλυσμός)- πρόκειται να παρουσιαστεί τον Σεπτέμβριο.

Οι τρεις τους συνάντησαν τον Άιζακσον επί σκηνής κατά τη διάρκεια του συνεδρίου Brainstorm Tech, που διοργανώθηκε από το FORTUNE, και συζήτησαν για το παρελθόν και το μέλλον της δημοσιογραφίας. Ιδού κάποιες από τις σημαντικότερες σκέψεις τους:

Διαβάστε: Τρεις «γκουρού» των επιχειρήσεωνδείχνουν τον δρόμο

Σχετικά με την απόφαση ελεύθερης διάθεσης του περιεχομένου διαδικτυακά στα μέσα της δεκαετίας του ’90:

Σάγκαν: «Θα είχαμε θέσει τους εαυτούς μας στο περιθώριο αν είχαμε δημιουργήσει αυτό που σήμερα θα αποκαλούσαμε ‘τείχος πληρωμής’. Θα ήταν αδύνατον… Εκείνη την εποχή όλοι ασχολούνταν μόνο με τα pageviews».

Νίσενχολτζ: «Η εξέλιξη αυτή προσέδωσε ένα στοιχείο αειφορίας στη δημοσιογραφία, η οποία πλέον βρίσκεται παντού. Όμως, λειτούργησε διαλυτικά για τη διαφήμιση. Και έτσι, δημιουργήθηκαν τεράστια προβλήματα στο τότε υπάρχον χρηματο-οικονομικό μοντέλο, τη στιγμή που η ίδια η δημοσιογραφία άγγιζε πρωτοφανείς διαστάσεις».


Σχετικά με το κατά πόσο θα μπορούσε να επιτύχει ένα επιχειρηματικό μοντέλο πληρωμής ανά είδηση:

Χιούι: «Δεν νομίζω, επειδή υπάρχει ήδη ένας μεγάλος όγκος περιεχομένου που διατίθεται ελεύθερα, και αυτό ισχύει ήδη από τη δεκαετία του ’90. Υπάρχουν πολλές πηγές από τις οποίες μπορεί κάποιος να διαβάσει πράγματα δωρεάν. Εγώ πληρώνω για τους New York Times, και ξέρω ότι και ο Άιζακσον πληρώνει για να τους διαβάζει. Δεν είμαι σίγουρος όμως ότι τα παιδιά μου θα έκαναν το ίδιο».

Σάγκαν: «Ένα μικρό ποσοστό ενός μεγάλου αριθμού αναγνωστών θα πληρώσει για να έχει πρόσβαση σε ποιοτικό περιεχόμενο, και υπάρχει μία ευκαιρία να αντληθούν έσοδα τόσο από διαφημίσεις όσο κι από συνδρομές. Όμως, δεν είμαι σίγουρος ότι το να ζητάμε από το αναγνωστικό κοινό να πληρώνει κάθε φορά πρόκειται να προσθέσει αρκετά έσοδα».


Σχετικά με τις πτυχές της δημοσιογραφίας για τις οποίες είναι αισιόδοξοι:

Σάγκαν: «Περισσότερες φωνές είναι σε θέση να φτάσουν σε περισσότερους ανθρώπους πιο γρήγορα. Αυτό είναι τρομερά δραστικό».

Χιούι: «Πιστεύω ότι πρόκειται να χειροτερέψουν τα πράγματα προτού βελτιωθούν, ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας δημιουργικής καταστροφής. Θεωρώ ότι όταν υπάρξει ένα πραγματικό κενό στην ενημέρωση, τότε αυτό θα καλυφθεί από δημοσιογράφους και επιχειρηματίες που θα βρουν διεξόδους. Δεν έχω ιδέα ποιες θα είναι αυτές. Όμως, είμαι βέβαιος ότι η δημοσιογραφία θα επιβιώσει».


Σχετικά με το αν θα εκλείψουν τα έντυπα μέσα σε 10 χρόνια και -αν όχι- σε πόσα χρόνια θα γίνει αυτό:

Χιούι: «Νομίζω ότι θα είναι μαζί μας και τότε. Δεν γνωρίζω όμως ποια θα είναι τα επιχειρηματικά μοντέλα, ίσως να μην έχουμε έντυπα μαζικής κυκλοφορίας, ίσως επίσης όσα μείνουν να είναι πολύ ακριβά. Αν με ρωτάτε να σας πω πόσα αυστηρά ειδησεογραφικά έντυπα μέσα θα παραμείνουν, τότε η απάντηση να μην είναι τόσο μακροσκελής…».

Νίσενχολτζ: «Συμφωνώ. Θεωρώ ότι η έντυπη δημοσιογραφία θα αποδειχθεί ιδιαίτερα ανθεκτική καθ’ όλη την ερχόμενη δεκαετία».

Άιζακσον: «Κοιτάξτε, το έντυπο μέσο περικλείει μία θαυμάσια τεχνολογία και διαθέτει «μπαταρία» με μεγάλη διάρκεια ζωής. Αν για τα τελευταία 450 χρόνια λαμβάναμε όλες τις πληροφορίες μέσω οθονών, ηλεκτρονικά, και ξαφνικά ερχόταν ένας σύγχρονος Γουτεμβέργιος και μας έλεγε ‘Μπορώ να πάρω όλες αυτές τις πληροφορίες που λαμβάνετε στις οθόνες σας και να τις βάλω πάνω στο χαρτί, να σας τις παραδώσω στο κατώφλι του σπιτιού σας, και να μπορείτε να τις παίρνετε στο λεωφορείο, στην αυλή, στη μπανιέρα, οπουδήποτε’, τότε εμείς θα λέγαμε ‘Ουάου! Η τυπογραφία είναι μία πραγματικά καλή τεχνολογία που ίσως αρχίσει να αντικαθιστά το διαδίκτυο’».