Ο πρώτος χρόνος του Τραμπ αποδεικνύει ότι «κάνει πράξη όσα λέει» 

Ο πρώτος χρόνος του Τραμπ αποδεικνύει ότι «κάνει πράξη όσα λέει» 
US President Donald Trump announces the US Navy’s new Golden Fleet initiative, unveiling a new class of warships, at Mar-a-Lago in Palm Beach, Florida, on December 22, 2025. President Donald Trump on December 22 announced a new class of heavily armed warships that will be named after himself -- an honor usually reserved for US leaders who have left office. Two of the Trump-class ships will be built initially but that number could grow substantially in the future, according to the president, who said they will be "some of the most lethal surface warfare ships" and "the largest battleship in the history of our country." Trump made the announcement at his Mar-a-Lago residence in Florida alongside Pentagon chief Pete Hegseth, Secretary of State Marco Rubio and Navy Secretary John Phelan, with images of the planned high-tech vessels on stands nearby. (Photo by ANDREW CABALLERO-REYNOLDS / AFP) Photo: AFP
… αλλά η πιο δύσκολη δοκιμασία είναι μπροστά

Ακριβώς πριν από έναν χρόνο, στις 20 Ιανουαρίου 2025, ο Ντόναλντ Τραμπ ορκίστηκε για δεύτερη φορά πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών. Με το ένα τέταρτο της θητείας του να έχει πλέον συμπληρωθεί, είναι η κατάλληλη στιγμή για μια αποτίμηση της παρουσίας του στη διεθνή σκηνή. Έχει εξελιχθεί ο τρόπος λήψης αποφάσεών του; Ποιους στόχους έχει θέσει και πόση πρόοδο έχει σημειώσει στην υλοποίησή τους;  

Επιλεκτική εμπλοκή, όχι απομονωτισμός

Παρά τη διακηρυγμένη πρόθεσή του να αναδιαμορφώσει τη διεθνή ατζέντα υπό το σύνθημα «America First», που υποδηλώνει προτεραιότητα στα εσωτερικά ζητήματα, η πρακτική του αντανακλά μερικό και όχι απόλυτο απομονωτισμό

Ο Τραμπ επιδιώκει τη δραστική μείωση των αμερικανικών δεσμεύσεων στο εξωτερικό, κυρίως προς τους παραδοσιακούς Ευρωπαίους συμμάχους, καθοδηγούμενος από υπολογισμούς και από τον φόβο ότι τέτοιες υποχρεώσεις μπορεί να παγιδεύσουν τις ΗΠΑ σε μακροχρόνιες περιφερειακές συγκρούσεις. Το βαρύ κόστος των επεμβάσεων στο Ιράκ και το Αφγανιστάν στοιχειώνουν τη στρατηγική του σκέψη.

Ωστόσο, από την πρώτη του θητεία έως σήμερα, αυτό το δόγμα συνοδεύεται από σημαντικές εξαιρέσεις. Ο Τραμπ αρνείται τον ρόλο του «παγκόσμιου αστυνομικού» που προωθεί αμερικανικές αξίες σε όλο τον κόσμο, αλλά υποστηρίζει στοχευμένες και επιλεκτικές παρεμβάσεις όταν απειλούνται ζωτικά αμερικανικά συμφέροντα.

Κατά τον πρώτο χρόνο της δεύτερης θητείας του, αυτή η λογική μετατράπηκε σε θεσμοθετημένη πολιτική, με ρίζες στο Δόγμα Μονρόε του 1823, το οποίο αναγνωρίζει στις ΗΠΑ ειδικό καθεστώς στο δυτικό ημισφαίριο – και, κατ’ επέκταση, το δικαίωμα να εκδιώκουν κάθε ανταγωνιστική δύναμη, ακόμη και δυνητική, που αμφισβητεί την αμερικανική ηγεμονία.

Ο διάδοχος του Μονρόε

Η αρχή αυτή αποτυπώθηκε πρόσφατα στη Βενεζουέλα, όπου οι ολοένα στενότερες σχέσεις του Καράκας με το Κρεμλίνο, την Τεχεράνη και το Πεκίνο, σε συνδυασμό με την έξαρση της παράνομης μετανάστευσης και του εμπορίου ναρκωτικών, μετέτρεψαν τον Νικολάς Μαδούρο από ενόχληση σε απτή απειλή. Η απάντηση ήρθε με επιχείρηση της Delta Force, που οδήγησε στη σύλληψη του Μαδούρο και τη μεταφορά του σε ομοσπονδιακή φυλακή των ΗΠΑ.

Παρόμοια λογική καθοδήγησε κινήσεις στον Παναμά (με απαιτήσεις για περιορισμό της κινεζικής επιρροής), στη Γροιλανδία (την απόκτηση της οποίας επιμένει να διεκδικεί) και, πιο εντυπωσιακά, στον Καναδά, που βρέθηκε αντιμέτωπος με βαρείς δασμούς και πιέσεις για παραχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων και ενσωμάτωση με τις ΗΠΑ. Το πλαίσιο αυτό, ωστόσο, υπερβαίνει την αμερικανική ήπειρο και υποδηλώνει μια γενικευμένη διαίρεση του διεθνούς συστήματος σε σφαίρες επιρροής. Στο πλαίσιο αυτό, η Μόσχα απολαμβάνει σιωπηρή ανοχή για μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων στην Ανατολική Ευρώπη.

Ο Τραμπ διατηρεί μια συγκαταβατική στάση απέναντι στις εδαφικές φιλοδοξίες του Βλαντίμιρ Πούτιν στην Ουκρανία, ενώ η σχέση του με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι παραμένει εμφανώς ψυχρή. Η αποδοχή της νέας εδαφικής πραγματικότητας στην ανατολική Ουκρανία έχει οξύνει τις σχέσεις με τους συμμάχους στο ΝΑΤΟ. Η Αμερική του Τραμπ αντιμετωπίζει τις ευρωπαϊκές ανησυχίες ασφάλειας με αποστασιοποίηση, απορρίπτοντας τις αδιαπραγμάτευτες δεσμεύσεις συλλογικής άμυνας που στήριξαν τη διεθνή τάξη μετά το 1945.

Η Κίνα ως η υπέρτατη πρόκληση

Το στοιχείο που ξεκαθάρισε περισσότερο κατά τον πρώτο χρόνο της επιστροφής Τραμπ στην εξουσία είναι η ρεαλιστική του κοσμοθεωρία: σταθερότητα μέσω της σαφούς οριοθέτησης ζωνών επιρροής, όπου οι κυρίαρχες δυνάμεις διαθέτουν ευρύ περιθώριο δράσης.

Η μεγάλη εξαίρεση είναι η Κίνα, η οποία συνιστά ταυτόχρονα σφοδρό οικονομικό ανταγωνιστή και σοβαρή γεωστρατηγική απειλή. Πέρα από την επιθετικότητα στη Νότια Σινική Θάλασσα, το Πεκίνο έχει αναδειχθεί στον ισχυρότερο οικονομικό αντίπαλο των ΗΠΑ. Με παγκόσμιες φιλοδοξίες, αποτελεί τον βασικό στόχο της δασμολογικής επίθεσης του Τραμπ, με τη σχέση αυτή να απειλεί να εξελιχθεί σε έναν νέο, επικίνδυνο Ψυχρό Πόλεμο.

Η φιλοδοξία του να θεμελιώσει την εξωτερική πολιτική σε νεο-απομονωτικές αρχές έχει ουσιαστικά εγκαταλειφθεί. Ο Τραμπ έχει χρησιμοποιήσει στρατιωτική ισχύ στη Βενεζουέλα και έχει κινηθεί συχνά πέρα από τις αυστηρά οριοθετημένες σφαίρες επιρροής. Όταν αντιμετωπίζει σοβαρές απειλές ασφαλείας, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την αμερικανική αεροπορική ισχύ. 

Το απέδειξε στις 15 Μαρτίου 2025 με πλήγματα κατά των Χούθι στην Υεμένη και, ακόμη πιο εμφατικά, στις 22 Ιουνίου 2025, με εκτεταμένους αεροπορικούς βομβαρδισμούς εναντίον των ιρανικών πυρηνικών εγκαταστάσεων σε Fordo, Natanz και Isfahan. Η επιχείρηση αυτή συνδύασε την ανάγκη αναχαίτισης του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης με τη σταθερή δέσμευσή του υπέρ του Ισραήλ, το οποίο δεχόταν επιθέσεις από ιρανικούς πληρεξούσιους.

Η Ουάσινγκτον εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν, με αφορμή τη βίαιη καταστολή μαζικών διαδηλώσεων. Αν προστεθούν οι παρεμβάσεις σε Σομαλία και Συρία, το επιχειρησιακό αποτύπωμα του Τραμπ γίνεται σαφές: όχι απομονωτισμός, αλλά χειρουργική χρήση αεροπορικής ισχύος, με στόχο την αποφυγή βαθιών εμπλοκών και τη διατήρηση της κυριαρχίας.

Γάζα: το αφήγημα της επιτυχίας

Πέρα από τη στρατιωτική δράση, ο πρόεδρος φιλοδοξεί να καταγραφεί και ως ειρηνοποιός. Καταβάλλει επίμονες προσπάθειες για τον τερματισμό σύνθετων συγκρούσεων, κυρίως του πολέμου Ρωσίας–Ουκρανίας (όπου οι πρωτοβουλίες του δεν έχουν ακόμη αποδώσει) και του πολέμου στη Γάζα. Στο τελευταίο μέτωπο, ο ίδιος προβάλλει το μεγαλύτερο επίτευγμά του: τόσο την απελευθέρωση ομήρων όσο και τη σύναψη εκεχειρίας, συνοδευόμενης από ένα τριφασικό σχέδιο μετασχηματισμού της Γάζας. Τα εμπόδια παραμένουν σημαντικά, αλλά η αποφασιστικότητά του δεν περνά απαρατήρητη.

Πηγή: Israel Hayom