Ενεργειακή μετάβαση ΕΕ: Στον αέρα οι στόχοι του 2030 – Δομικές ελλείψεις κρίσιμων πρώτων υλών
- 03/02/2026, 11:46
- SHARE
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δυσκολεύεται να εξασφαλίσει τις κρίσιμες πρώτες ύλες που απαιτούνται για την υλοποίηση της ενεργειακής της μετάβασης, θέτοντας εν αμφιβόλω την επίτευξη των κλιματικών και βιομηχανικών της στόχων. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα νέας έκθεσης του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), η οποία σκιαγραφεί ένα τοπίο έντονης εξάρτησης από τρίτες χώρες, περιορισμένης εγχώριας παραγωγής και υποτονικής προόδου στην ανακύκλωση.
Παρά τις πολιτικές δεσμεύσεις και τις νομοθετικές πρωτοβουλίες των τελευταίων ετών, η στρατηγική της ΕΕ για τη διαφοροποίηση των εισαγωγών δεν έχει αποφέρει μετρήσιμα αποτελέσματα, ενώ πλήθος έργων που λαμβάνουν κοινοτική στήριξη εκτιμάται ότι δύσκολα θα επιτύχουν τους στόχους τους εντός χρονοδιαγράμματος.
Η μετάβαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας προϋποθέτει μαζικές επενδύσεις σε τεχνολογικό εξοπλισμό, μπαταρίες, ανεμογεννήτριες, φωτοβολταϊκά, ο οποίος βασίζεται σε πρώτες ύλες όπως το λίθιο, το νικέλιο, το κοβάλτιο, ο χαλκός και οι σπάνιες γαίες. Η παραγωγή των περισσότερων από αυτά τα υλικά παραμένει γεωγραφικά συγκεντρωμένη, με την Κίνα, τη Χιλή και την Τουρκία να διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.
Σε μια προσπάθεια περιορισμού αυτής της εξάρτησης, η ΕΕ υιοθέτησε το 2024 την πράξη για τις κρίσιμες πρώτες ύλες, θέτοντας στόχους για την εξασφάλιση του εφοδιασμού 26 ορυκτών που θεωρούνται κομβικά για την ενεργειακή μετάβαση. Ωστόσο, οι στόχοι αυτοί είναι μη δεσμευτικοί, καλύπτουν περιορισμένο αριθμό «στρατηγικών» υλικών και στερούνται σαφούς τεκμηρίωσης ως προς τη μεθοδολογία καθορισμού τους.
«Χωρίς πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες, η συζήτηση περί ενεργειακής μετάβασης, ανταγωνιστικότητας και στρατηγικής αυτονομίας παραμένει θεωρητική», δήλωσε η Keit Pentus-Rosimannus, μέλος του ΕΕΣ. «Σήμερα, η εξάρτηση της ΕΕ από λίγες χώρες εκτός των συνόρων της συνιστά σοβαρό στρατηγικό κίνδυνο».
Η ασφάλεια εφοδιασμού, σύμφωνα με το ΕΕΣ, προϋποθέτει έναν συνδυασμό διαφοροποίησης εισαγωγών, ενίσχυσης της εγχώριας εξόρυξης και ανάπτυξης της ανακύκλωσης. Και στους τρεις αυτούς άξονες, ωστόσο, η πρόοδος παραμένει περιορισμένη. Την τελευταία πενταετία, η ΕΕ υπέγραψε 14 στρατηγικές εταιρικές σχέσεις για πρώτες ύλες, εκ των οποίων οι μισές περίπου αφορούν χώρες με χαμηλές επιδόσεις στη διακυβέρνηση. Παρά ταύτα, οι εισαγωγές από τους εταίρους αυτούς μειώθηκαν για περίπου τις μισές από τις πρώτες ύλες που εξετάστηκαν.
Παράλληλα, βασικές πρωτοβουλίες βρίσκονται σε αδιέξοδο ή καθυστέρηση. Στον τομέα της ανακύκλωσης, η εικόνα είναι εξίσου προβληματική. Αν και η πράξη προβλέπει ότι έως το 2030 το 25% των στρατηγικών πρώτων υλών θα προέρχεται από ανακυκλωμένες πηγές, τα σημερινά ποσοστά παραμένουν εξαιρετικά χαμηλά. Επτά από τις 26 πρώτες ύλες εμφανίζουν ποσοστά ανακύκλωσης μεταξύ 1% και 5%, ενώ δέκα δεν ανακυκλώνονται καθόλου. Επιπλέον, οι στόχοι της ΕΕ δεν είναι εξειδικευμένοι ανά υλικό, περιορίζοντας τα κίνητρα για επενδύσεις, ιδίως σε υλικά υψηλής τεχνικής δυσκολίας, όπως οι σπάνιες γαίες.
Η εγχώρια εξόρυξη, τέλος, δύσκολα μπορεί να προσφέρει ουσιαστική ανακούφιση εντός της δεκαετίας. Παρά τον στόχο κάλυψης του 10% της κατανάλωσης από ευρωπαϊκές πηγές, οι δραστηριότητες εξερεύνησης προχωρούν αργά, ενώ η ανάπτυξη ενός εξορυκτικού έργου μπορεί να απαιτήσει έως και 20 χρόνια. Αντίστοιχα, η φιλοδοξία επεξεργασίας του 40% των κρίσιμων πρώτων υλών εντός ΕΕ υπονομεύεται από το υψηλό ενεργειακό κόστος και τη συρρίκνωση της βιομηχανικής βάσης. Το ΕΕΣ προειδοποιεί για τον κίνδυνο ενός φαύλου κύκλου. Οι ελλείψεις στον εφοδιασμό αποθαρρύνουν τις επενδύσεις στην επεξεργασία, γεγονός που με τη σειρά του καθιστά ακόμη δυσκολότερη τη διασφάλιση πρώτων υλών. Υπό αυτές τις συνθήκες, η προοπτική επίτευξης των στόχων του 2030 μοιάζει ολοένα και πιο απομακρυσμένη.