Bliss trade, το νέο φαινόμενο που «τυφλώνει» τις αγορές – Η προειδοποίηση καθηγήτριας του Harvard

Bliss trade, το νέο φαινόμενο που «τυφλώνει» τις αγορές – Η προειδοποίηση καθηγήτριας του Harvard
Photo: Shutterstock
Γιατί οι επενδυτές αγνοούν τους γεωπολιτικούς κινδύνους ποντάροντας στην κρατική προστασία και πώς το δημόσιο χρέος τροφοδοτεί μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. 

Ένα νέο φαινόμενο που φαίνεται να καθορίζει τη συμπεριφορά των αγορών, το λεγόμενο Bliss trade, περιγράφει στους Financial Times η Gita Gopinath, καθηγήτρια οικονομικών στο Harvard και πρώτη αναπληρώτρια γενική διευθύντρια στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

Πρόκειται για την πεποίθηση των επενδυτών ότι, ακόμη και σε περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών και οικονομικών κινδύνων, το κράτος θα παρέμβει αποφασιστικά και επαρκώς ώστε να αποτρέψει σοβαρές απώλειες. Αυτή η προσδοκία δημιουργεί μια αίσθηση ευδαιμονίας (bliss), όπου οι κίνδυνοι υποτιμώνται συστηματικά.

Η αντίφαση είναι εμφανής: ενώ οι ενεργειακές αγορές βρίσκονται υπό πίεση, με τιμές πετρελαίου κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι και γεωπολιτικές εντάσεις που απειλούν κρίσιμες οδούς μεταφοράς, οι χρηματιστηριακοί δείκτες, όπως ο S&P 500, καταγράφουν ιστορικά υψηλά.

Ταυτόχρονα, η μεταβλητότητα (VIX), που συνήθως λειτουργεί ως “δείκτης φόβου”, παραμένει χαμηλή. Αυτό δείχνει ότι οι επενδυτές δεν αποτιμούν επαρκώς τους κινδύνους.

Από το Taco trade στο Bliss trade

Σύμφωνα με την Gopinath, μια εξήγηση που δίνεται συχνά είναι το λεγόμενο “Taco trade”: η πεποίθηση ότι οι πολιτικές απειλές, ιδιαίτερα από τον Donald Trump, τελικά δεν υλοποιούνται (“Trump Always Chickens Out”).

Όμως η ίδια υποστηρίζει ότι υπάρχει μια βαθύτερη και πιο συστημική ερμηνεία: το “Bliss trade”. Σε αυτό το σενάριο, οι αγορές δεν βασίζονται απλώς σε πολιτική πρόβλεψη, αλλά σε μια δομική προσδοκία ότι τα κράτη θα παρέχουν διαρκή και μεγάλης κλίμακας στήριξη σε κάθε κρίση.

Η άνοδος του δημόσιου χρέους ως βάση της προσδοκίας

Η λογική αυτή έχει ενισχυθεί από τα γεγονότα των τελευταίων ετών: Κατά την πανδημία, οι κυβερνήσεις στις ανεπτυγμένες οικονομίες παρείχαν στήριξη που έφτασε κατά μέσο όρο το 25% του ΑΕΠ.

Κατά την ενεργειακή κρίση μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δαπάνησαν περίπου 2,5% του ΑΕΠ για επιδοτήσεις ενέργειας.

Η δε συνολική τάση δείχνει ότι το παγκόσμιο δημόσιο χρέος αναμένεται να αγγίξει το 100% του ΑΕΠ έως το 2029.

Αυτή η συνεχής και εκτεταμένη κρατική παρέμβαση έχει ενισχύσει την πεποίθηση ότι το κράτος λειτουργεί ως μόνιμος “ασφαλιστής” της οικονομίας.

Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία που επισημαίνει η Gopinath είναι η απόκλιση μεταξύ αγορών μετοχών και κρατικών ομολόγων: Οι μετοχές συνεχίζουν να ανεβαίνουν. Τα κρατικά ομόλογα πιέζονται, με τα επιτόκια να αυξάνονται. Τα ασφάλιστρα (term premia) στα αμερικανικά ομόλογα έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά την πανδημία.

Αυτό δείχνει ότι οι αγορές δεν συμφωνούν για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της δημοσιονομικής πορείας.

Η δομική φύση του προβλήματος

Σε αντίθεση με το “Taco trade”, που εξαρτάται από την ψυχολογία ενός ηγέτη, το “Bliss trade” είναι συστημικό. Όλα τα πολιτικά στρατόπεδα, από δεξιά έως αριστερά, έχουν συμβάλει στην αύξηση των δημόσιων δαπανών και χρεών.

Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική πραγματικότητα όπου η δημοσιονομική πειθαρχία έχει περιορισμένη υποστήριξη και η πιθανότητα γενναιόδωρων κρατικών παρεμβάσεων παραμένει υψηλή.

Το βασικό ρίσκο του “Bliss trade” είναι ότι μπορεί να αποδειχθεί μη βιώσιμο:

  • Το κόστος δανεισμού αυξάνεται.
  • Η ικανότητα των κρατών να στηρίξουν απεριόριστα την οικονομία περιορίζεται.
  • Οι αγορές ενδέχεται να υποτιμούν το ενδεχόμενο ταυτόχρονων πιέσεων σε μετοχές και ομόλογα.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η αποκάλυψη ότι το δίχτυ ασφαλείας δεν είναι απεριόριστο θα μπορούσε να προκαλέσει απότομες και συγχρονισμένες διορθώσεις στις αγορές.

Εν κατακλείδι, το άρθρο της Gita Gopinath θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: οι αγορές τιμολογούν ρεαλιστικά τον κίνδυνο ή βασίζονται σε μια υπερβολική εμπιστοσύνη στη διαρκή κρατική διάσωση;

Το “Bliss trade” υποδηλώνει ότι η σημερινή ευφορία μπορεί να είναι λιγότερο ένδειξη δύναμης των αγορών και περισσότερο αντανάκλαση μιας βαθιά ριζωμένης εξάρτησης από το κράτος — μιας εξάρτησης που ίσως δεν είναι απεριόριστα βιώσιμη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: