Το τριπλό «σοκ» που δοκιμάζει την ελληνική κτηνοτροφία
- 25/03/2026, 12:00
- SHARE
Σε φάση αυξημένου συναγερμού εισέρχεται η ελληνική κτηνοτροφία, η οποία αντιμετωπίζει μια νέα πολυπαραγοντική κρίση που εξελίσσεται ταυτόχρονα σε τρία επίπεδα. Η ευλογιά των αιγοπροβάτων, που επιμένει για περισσότερο από έναν χρόνο, έχει ήδη οδηγήσει στην απώλεια περίπου 500.000 ζώων, αποδυναμώνοντας σημαντικά το ζωικό κεφάλαιο της χώρας σε μια κρίσιμη περίοδο για την παραγωγή. Τα κρούσματα αφθώδους πυρετού στη Λέσβο -ένα από τα σημαντικότερα κτηνοτροφικά νησιά της Ελλάδας- έφτασαν τα 13, σύμφωνα με χθεσινοβραδινή ανακοίνωση του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Το νησί, άλλωστε, βρίσκεται σε καθεστώς καραντίνας ήδη από την εμφάνιση του πρώτου επιβεβαιωμένου κρούσματος στις 16 Μαρτίου, με περιορισμούς στις μετακινήσεις ζώων και παραγόμενων προϊόντων και άμεσες επιπτώσεις στη λειτουργία της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος του κόστους λιπασμάτων, υπό την πίεση της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή και της στενής σύνδεσής τους με τις τιμές ενέργειας, επιβαρύνει την πρωτογενή παραγωγή και μεταφέρεται σταδιακά σε όλη την αλυσίδα αξίας. Σε αυτή τη συγκυρία, ο κλάδος καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα απώλειες παραγωγής, αυξημένο κόστος και περιορισμούς στη λειτουργία της αγοράς, με τις πιέσεις να μεταφέρονται ήδη στην ανταγωνιστικότητα των ελληνικών εξαγωγών, από το κρέας μέχρι τη φέτα και το γιαούρτι, σε μια περίοδο που ειδικά η φέτα και το γιαούρτι αποτελούν από τα ισχυρότερα χαρτιά της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Αφθώδης πυρετός: Η Λέσβος σε καραντίνα
Σχεδόν 25 χρόνια μετά την τελευταία εμφάνιση του αφθώδους πυρετού στη χώρα, η εξαιρετικά μεταδοτική ζωονόσος επανεμφανίζεται, φέρνοντας ξανά στο προσκήνιο έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους για την κτηνοτροφία. Η καταγραφή των πρώτων κρουσμάτων στη Λέσβο ενεργοποίησε άμεσα τα ευρωπαϊκά πρωτόκολλα διαχείρισης, με την κυβέρνηση και τις αρμόδιες αρχές να κινούνται σε καθεστώς αυξημένης ετοιμότητας για τον περιορισμό της διασποράς.
Στην πράξη, η παραγωγική δραστηριότητα στο νησί λειτουργεί υπό καθεστώς περιορισμού. Το νωπό κρέας και τα παραγόμενα προϊόντα μπορούν να διατεθούν μόνο εντός της Λέσβου και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ενώ κάθε μορφή διακίνησης εκτός νησιού έχει ουσιαστικά «παγώσει». Παράλληλα, οι κτηνιατρικές υπηρεσίες πραγματοποιούν συνεχείς ελέγχους και δειγματοληψίες, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί η εξάπλωση της νόσου.
Στην ευρύτερη ζώνη προστασίας εκτιμάται ότι έχουν θανατωθεί δεκάδες χιλιάδες αιγοπρόβατα και βοειδή, σε ένα νησί με ιδιαίτερα υψηλή συγκέντρωση ζωικού κεφαλαίου. «Το πρόβλημα είναι μεγάλο στο νησί, αν συνυπολογίσουμε ότι πρόκειται για μια κτηνοτροφική περιοχή με πάνω από 500.000 αιγοπρόβατα και 5.000 βοειδή. Παραγωγοί, συνεταιρισμοί και μεταποιητικές μονάδες βρίσκονται υπό καθεστώς αυξημένης πίεσης», επισημαίνουν ασφαλείς πηγές στο Fortune Greece.
Στο πλαίσιο αυτό, ο αρμόδιος υπουργός, Κώστας Τσιάρας, ανακοίνωσε τα πρώτα μέτρα στήριξης για τους τυροκόμους και τους κτηνοτρόφους της Λέσβου. Αναλυτικότερα, όπως είπε, θα διατεθούν τα αναγκαία ποσά για την κάλυψη των ζημιών που έχουν προκύψει, ενώ για το διάστημα από τις 15 Μαρτίου θα αποζημιωθεί το γάλα που έχει παραληφθεί, βάσει τιμολογίων, έως και την άρση των μέτρων. Παράλληλα, ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι είναι απολύτως αναγκαία η ευλαβική -όπως την χαρακτήρισε- εφαρμογή των μέτρων βιοασφάλειας που προβλέπονται από τον ευρωπαϊκό κανονισμό, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι ο ιός δεν θα εξέλθει από το νησί. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως προειδοποίησε, οι συνέπειες θα είναι πολύ πιο σοβαρές για το σύνολο της ελληνικής κτηνοτροφίας.
Η ευλογιά υποχωρεί αλλά παραμένει
Με ένα πλέγμα αυστηρών μέτρων και εντατικών ελέγχων επιχειρεί η κυβέρνηση να περιορίσει τον κίνδυνο διασποράς της ευλογιάς των αιγοπροβάτων ενόψει της πασχαλινής περιόδου, μιας χρονικής συγκυρίας που παραδοσιακά συνοδεύεται από αυξημένη ζήτηση για αμνοερίφια και εντονότερες μετακινήσεις ζώων σε όλη τη χώρα. Παρότι η νόσος εμφανίζει το τελευταίο διάστημα φθίνουσα πορεία σε σχέση με τους προηγούμενους μήνες, το αρμόδιο υπουργείο και η ειδική επιτροπή που έχει συσταθεί, η Εθνική Επιστημονική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου, επισημαίνουν ότι η επιδημιολογική επιτήρηση πρέπει να συνεχιστεί με αυστηρότητα, ώστε να αποτραπεί η εμφάνιση νέων εστιών.
Οι σφαγές πραγματοποιούνται υπό αυστηρότερους ελέγχους, ενώ η ανάγκη διασφάλισης της υγειονομικής κατάστασης των ζώων επιμηκύνει τις διαδικασίες και αυξάνει το κόστος για παραγωγούς και επιχειρήσεις. Στο πλαίσιο αυτό, η εφαρμογή μοριακών ελέγχων επιχειρεί να επιταχύνει τις διαδικασίες, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει πλήρως τις καθυστερήσεις.
Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, για το διάστημα από τον Αύγουστο του 2024 έως και τις 8 Μαρτίου 2026 έχουν καταγραφεί συνολικά 2.128 επιβεβαιωμένα κρούσματα, σε 2.636 εκτροφές, ενώ οι θανατώσεις φτάνουν περίπου τις 500.000. Τα περισσότερα κρούσματα καταγράφονται στην Ανατολική Μακεδονία-Θράκη, στις Σέρρες, στη Θεσσαλία και στη Δυτική Ελλάδα.
Με βάση τις τελευταίες αποφάσεις, τα μέτρα στις ζώνες προστασίας και επιτήρησης στις περιφερειακές ενότητες όπου έχουν καταγραφεί κρούσματα παρατείνονται έως τις 30 Απριλίου, ενώ στις ευρύτερες απαγορευμένες ζώνες θα ισχύουν έως τις 30 Ιουνίου, εφόσον δεν εμφανιστούν νέα περιστατικά.
Λιπάσματα: Το κόστος που ανεβαίνει
Πέρα από τις υγειονομικές προκλήσεις, η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αντιμέτωπη και με μια νέα πηγή πίεσης που προέρχεται από το κόστος των εισροών. Η άνοδος των τιμών των λιπασμάτων, ως αποτέλεσμα της γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή και της διαταραχής στις εφοδιαστικές αλυσίδες, επηρεάζει άμεσα την αγροτική παραγωγή και, κατ΄ επέκταση, το κόστος εκτροφής.
Τα λιπάσματα, και ιδίως τα αζωτούχα, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από το φυσικό αέριο, το οποίο αποτελεί έως και το 70%-80% του κόστους παραγωγής τους. Οι αυξήσεις στις τιμές ενέργειας και οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές μεταφέρονται έτσι στο σύνολο της αγροδιατροφικής αλυσίδας, επιβαρύνοντας την καλλιέργεια ζωοτροφών και περιορίζοντας τα περιθώρια των παραγωγών.
Σε αντίθεση με προηγούμενες κρίσεις, το βασικό ζήτημα δεν εντοπίζεται τόσο στη διαθεσιμότητα, όσο στο αυξημένο κόστος. Η αγορά εμφανίζει επάρκεια, ωστόσο οι τιμές παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, δημιουργώντας ένα περιβάλλον πίεσης που μεταφέρεται σταδιακά από το χωράφι στο στάβλο.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση έχει ήδη προχωρήσει στην ενεργοποίηση μέτρων στήριξης, επιχειρώντας να περιορίσει το αυξημένο κόστος για τους παραγωγούς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η επιδότηση μέρους της δαπάνης για την αγορά λιπασμάτων, η οποία προβλέπει επιχορήγηση 15% επί της αξίας των σχετικών παραστατικών αγοράς για το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου. Στόχος των παρεμβάσεων είναι να συγκρατηθεί η επιβάρυνση στην αγροτική παραγωγή και να αποτραπεί η περαιτέρω μετακύλιση του κόστους στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Κρέας και Πάσχα: Ελλείψεις στην αγορά
Οι πιέσεις που καταγράφονται συνολικά, αποτυπώνονται πλέον και στην αγορά, με το Πάσχα να λειτουργεί ως κρίσιμο τεστ για τη διαθεσιμότητα κρέατος. Σε μια περίοδο όπου η ζήτηση για αμνοερίφια κορυφώνεται, οι περιορισμοί που έχουν επιβληθεί στη Λέσβο, σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις της ευλογιάς, περιορίζουν την προσφορά και δημιουργούν συνθήκες ασφυκτικής πίεσης στην αγορά.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αγοράς, έως και 200.000 πασχαλινά αρνιά ενδέχεται να μείνουν εκτός αγοράς, ενώ οι τιμές σε αρνιά και κατσίκια εκτιμάται ότι θα είναι αυξημένες κατά περίπου 2 ευρώ σε σχέση με πέρυσι.
Φέτα και γιαούρτι: Επιπτώσεις στις εξαγωγές
Οι εξελίξεις στο πεδίο της υγείας των ζώων και της παραγωγής δεν περιορίζονται εντός συνόρων, αλλά επηρεάζουν και τη διεθνή εικόνα της χώρας, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τις ελληνικές εξαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων αλλά και κρέατος. Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, η εμφάνιση κρουσμάτων αφθώδους πυρετού οδηγεί σε αλλαγή του καθεστώτος της χώρας σε διεθνές επίπεδο, καθώς η Ελλάδα παύει να θεωρείται «ελεύθερη» από τη νόσο, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το εμπόριο.
«Η Ελλάδα χαρακτηρίζεται πλέον ότι έχει το πρόβλημα και όχι μόνο η Λέσβος», εξηγεί αποκλειστικά στο Fortune Greece ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), Χρήστος Αποστολόπουλος, περιγράφοντας τις πρώτες αντιδράσεις των αγορών. Ήδη, ορισμένες χώρες έχουν προχωρήσει σε αυστηρούς περιορισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Αλβανία, η οποία προχώρησε σε πλήρη αποκλεισμό εισαγωγών γαλακτοκομικών προϊόντων. Άλλες αγορές, όπως η Αγγλία, η Αυστραλία και η Γεωργία, υιοθέτησαν αρχικά πιο επιφυλακτική στάση, ωστόσο αυτή τη στιγμή είναι «ανοιχτές» ζητώντας πρόσθετες εγγυήσεις, όπως πιστοποιητικά παστερίωσης ή αποδείξεις ότι το γάλα δεν προέρχεται από τη Λέσβο.
Την ίδια στιγμή, περιορισμοί καταγράφονται και σε προϊόντα κρέατος, με εξαγωγές να «παγώνουν» ή να απαιτούν πρόσθετη επεξεργασία, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την αλυσίδα παραγωγής. Παρότι μέχρι στιγμής οι επιπτώσεις στον τομέα των γαλακτοκομικών είναι περιορισμένες, η αβεβαιότητα παραμένει, καθώς οι αντιδράσεις των διεθνών αγορών διαφοροποιούνται και εξελίσσονται.
Το διακύβευμα είναι ιδιαίτερα υψηλό. Όπως τονίζει ο κ. Αποστολόπουλος, «στο χειρότερο σενάριο, αν η νόσος ξεφύγει, τα πράγματα δεν θα είναι καλά», με τις εξαγωγές φέτας και γιαουρτιού, που προσεγγίζουν το 1 δισ. ευρώ, να βρίσκονται εν δυνάμει σε κίνδυνο. Δεδομένου ότι περίπου το 70% του αιγοπρόβειου γάλακτος κατευθύνεται στην παραγωγή φέτας, οποιαδήποτε διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα ή στις διεθνείς ροές εμπορίου μπορεί να έχει άμεσες επιπτώσεις σε έναν από τους πιο δυναμικούς εξαγωγικούς κλάδους της χώρας.