Κωνσταντίνα Κοτταρίδη: «Η πράσινη μετάβαση θα κριθεί στην καινοτομία και τη στρατηγική»
- 21/04/2025, 13:48
- SHARE
Σε μια περίοδο όπου η μετάβαση προς ένα βιώσιμο οικονομικό μοντέλο εξελίσσεται με διαφορετικές ταχύτητες και αυξανόμενες απαιτήσεις για επιχειρήσεις και αγορές, η φετινή Παγκόσμια Ημέρα της Γης λειτουργεί ως αφορμή επαναπροσδιορισμού των προτεραιοτήτων. Η συζήτηση έχει μετατοπιστεί από τις γενικές δεσμεύσεις στις πραγματικές αποφάσεις: πού κατευθύνονται τα κεφάλαια, ποια παραγωγικά μοντέλα αποδεικνύονται ανθεκτικά και ποιοι μπορούν να προσαρμοστούν έγκαιρα σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται δυναμικά.
Η Καθηγήτρια Οικονομικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Πειραιώς, Διευθύντρια Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών Βιοοικονομία, Κυκλική Οικονομία και Βιώσιμη Ανάπτυξη και Διευθύντρια Εργαστηρίου Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κυκλικής Οικονομίας, Κωνσταντίνα Κοτταρίδη, αποτυπώνει μέσω του Fortune Greece τη μεγάλη εικόνα της μετάβασης, αναδεικνύοντας το πραγματικό κόστος, τις ροές κεφαλαίων και τις στρατηγικές επιλογές που διαμορφώνουν τη νέα οικονομία της βιωσιμότητας. «Η πράσινη μετάβαση δεν θα κερδηθεί στα λογιστήρια, αλλά στο πεδίο της καινοτομίας και της στρατηγικής», σημειώνει η ίδια, συμπυκνώνοντας με σαφήνεια την ουσία του μετασχηματισμού. Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή οικονομία αναζητά το κατάλληλο μείγμα πολιτικής, επενδύσεων και καινοτομίας για να στηρίξει τη μετάβαση, ενώ για την Ελλάδα διαμορφώνεται ένα παράθυρο ευκαιρίας με σαφή στρατηγικά χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, ένα «credibility gap» μεταξύ στρατηγικού σχεδιασμού και επιχειρησιακής εφαρμογής αναδεικνύεται σε κρίσιμο παράγοντα για την αποτελεσματικότητα της μετάβασης, καθώς η βιωσιμότητα δεν διαχέεται πάντοτε με συνέπεια στους εργαζόμενους και την κοινωνία. Σε αυτό το σημείο, η παράμετρος του ανθρώπινου κεφαλαίου αποκτά καταλυτική σημασία για την επόμενη φάση της μετάβασης. Όπως σημειώνει η κ. Κοτταρίδη, «Η πράσινη μετάβαση είναι τελικά ένα στοίχημα γνώσης: μόνο με τη διεπιστημονικότητα και το ανθρώπινο κεφάλαιο μπορούμε να μετατρέψουμε τη βιωσιμότητα από κανονιστική υποχρέωση σε ουσιαστική αναπτυξιακή ευκαιρία».
Κ. Κοτταρίδη, η πράσινη μετάβαση παρουσιάζεται πλέον ως μονόδρομος για τις οικονομίες. Με τους σημερινούς όρους, είναι πράγματι οικονομικά βιώσιμη ή μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για την ανάπτυξη;
Η πράσινη μετάβαση δεν είναι απλώς μια περιβαλλοντική επιλογή, αλλά ένας στρατηγικός πυλώνας οικονομικής επιβίωσης και ανθεκτικότητας στο νέο διεθνές περιβάλλον. Η απάντηση αν είναι οικονομικά βιώσιμη εξαρτάται από το αν θα την αντιμετωπίσουμε ως ένα σύνολο περιοριστικών κανονισμών ή ως έναν ριζικό μετασχηματισμό του παραγωγικού μας μοντέλου.
Συγκεκριμένα, θα πρέπει να σκεφτούμε το κόστος της αδράνειας, δηλαδή, το κόστος της μη ανάληψης δράσης το οποίο είναι, πλέον, δυσβάσταχτο. Η μη έγκαιρη αντιμετώπιση των κλιματικών κινδύνων μπορεί να κοστίσει στις επιχειρήσεις έως και το 15% των ετήσιων εσόδων τους.
Επιπλέον, όπως επισημαίνει και η έκθεση Draghi, η Ευρώπη αντιμετωπίζει μια υπαρξιακή πρόκληση, καθώς οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είναι διπλάσιες ή τριπλάσιες από εκείνες των ΗΠΑ και της Κίνας. Η μετάβαση θα είναι οικονομικά βιώσιμη μόνο εάν καταφέρουμε να αποσυνδέσουμε τις τιμές ενέργειας από τα ορυκτά καύσιμα και να αποφύγουμε την «παγίδα της μέσης τεχνολογίας».
Η Βιωσιμότητα δεν είναι ένα «soft skill» ή ένα επικοινωνιακό εργαλείο, αλλά μια σκληρή οικονομική μεταβλητή που επηρεάζει άμεσα την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Η μετάβαση μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά μόνο αν μείνει στο επίπεδο της γραφειοκρατικής συμμόρφωσης. Αντίθετα, αν ενσωματωθεί στον πυρήνα της επιχειρηματικής στρατηγικής, μετατρέπεται από υποχρέωση σε επενδυτική ευκαιρία.
Εν κατακλείδι, η πράσινη μετάβαση είναι οικονομικά βιώσιμη υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από μαζικές επενδύσεις (που εκτιμώνται σε 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για την ΕΕ) και από μια συνεκτική βιομηχανική πολιτική που θα προστατεύει την ανταγωνιστικότητα όσο μειώνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα.
Η πράσινη μετάβαση έχει μετασχηματιστεί από μια περιβαλλοντική αναγκαιότητα σε μαγνήτη διεθνών κεφαλαίων, αναδιατάσσοντας πλήρως τον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη.
Η Ευρώπη προχωρά πιο γρήγορα σε ρυθμιστικό επίπεδο απ’ ό,τι σε επενδύσεις. Μπορεί αυτό το μοντέλο να σταθεί απέναντι σε οικονομίες όπως οι ΗΠΑ και η Κίνα που επιδοτούν επιθετικά την πράσινη μετάβαση;
Αυτό είναι ένα από τα πιο καίρια ερωτήματα της τρέχουσας οικονομικής επικαιρότητας και βρίσκεται στον πυρήνα των αναλύσεων και του δημόσιου διαλόγου. Η Ευρώπη όντως έχει επιλέξει ένα μοντέλο «ρυθμιστικής ηγεμονίας», θέτοντας τους πιο αυστηρούς κανόνες παγκοσμίως (όπως η οδηγία CSRD και τα πρότυπα ESRS), την ώρα που οι ΗΠΑ και η Κίνα υιοθετούν τη βιομηχανική πολιτική των κινήτρων και των επιδοτήσεων.
Για να σταθεί αυτό το μοντέλο, πρέπει να αντιμετωπιστούν τρεις κρίσιμες προκλήσεις: πρώτον, το επενδυτικό κενό: η Ευρώπη χρειάζεται 1,2 τρισεκατομμύρια ευρώ ετησίως σε πρόσθετες επενδύσεις για να κλείσει το χάσμα ανταγωνιστικότητας με τις ΗΠΑ και την Κίνα. Χωρίς αυτή τη μαζική κινητοποίηση κεφαλαίων, η αυστηρή ρύθμιση κινδυνεύει να μετατραπεί σε συγκριτικό μειονέκτημα που θα ωθεί τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να μεταφέρουν τις δραστηριότητές τους στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, προκειμένου να εκμεταλλευτούν το Inflation Reduction Act (IRA).
Επιπρόσθετα, ας δούμε τις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, οι οποίες είναι διπλάσιες ή τριπλάσιες από τους εκείνες των ανταγωνιστών. Η ρύθμιση από μόνη της δεν μειώνει το κόστος. Χρειαζόμαστε μια «Ένωση Ενέργειας» που θα αποσυνδέσει τις τιμές από τα ορυκτά καύσιμα, ώστε η πράσινη ενέργεια να πάψει να αποτελεί μια επιπλέον οικονομική επιβάρυνση και να μεταμορφωθεί σε ένα «πράσινο μέρισμα» που θα θωρακίζει την ανταγωνιστικότητα και την ανθεκτικότητα της βιομηχανικής μας βάσης.
Η πράσινη μετάβαση δεν θα κερδηθεί στα λογιστήρια, αλλά στο πεδίο της καινοτομίας και της στρατηγικής. Αν η Ευρώπη μείνει μόνο στο reporting, θα χάσει. Αν όμως χρησιμοποιήσει τα αυστηρά πρότυπα ως εργαλείο για να δημιουργήσει προϊόντα και υπηρεσίες υψηλότερης αξίας (π.χ. μέσω του Net-Zero Industry Act), τότε μπορεί να κυριαρχήσει ποιοτικά στις διεθνείς αγορές.
Το Ευρωπαϊκό μοντέλο μπορεί να σταθεί μόνο αν γίνει πιο ευέλικτο και λιγότερο γραφειοκρατικό. Πρέπει να μάθουμε από την ταχύτητα των ΗΠΑ και την κλίμακα της Κίνας.
Πώς επηρεάζει η πράσινη μετάβαση τις ροές των διεθνών επενδύσεων; Βλέπετε μια ανακατανομή κεφαλαίων προς συγκεκριμένες χώρες, τεχνολογίες ή κλάδους;
Η πράσινη μετάβαση έχει μετασχηματιστεί από μια περιβαλλοντική αναγκαιότητα σε μαγνήτη διεθνών κεφαλαίων, αναδιατάσσοντας πλήρως τον παγκόσμιο επενδυτικό χάρτη. Το 2025 αποτέλεσε έτος-ορόσημο, με τις παγκόσμιες επενδύσεις στην ενεργειακή μετάβαση να αγγίζουν το ποσό-ρεκόρ των 2,3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Πρώτον, υπάρχει μια τομεακή ανακατανομή, δηλαδή, μια σαφής προτίμηση των επενδυτών προς συγκεκριμένες τεχνολογίες. Αυτές είναι οι ηλεκτροκίνητες μεταφορές που αποτελούν πλέον τον μεγαλύτερο αποδέκτη κεφαλαίων ($893 δισ. το 2025), σημειώνοντας ετήσια αύξηση 21%, τις ΑΠΕ με $690 δισ. και τις υποδομές δικτύου και AI. Ιδιαίτερα για το τελευταίο, ηΗ εκρηκτική άνοδος της Τεχνητής Νοημοσύνης δημιουργεί μια “κούρσα” για την εξασφάλιση καθαρής ενέργειας για τα data centers.
Δεύτερον, παρατηρούμε μια γεωγραφική ανακατανομή. Η ισχύς μεταφέρεται από τα κράτη που ελέγχουν τους υδρογονάνθρακες στα κράτη που κυριαρχούν στις πράσινες τεχνολογίες. Η Ασία παραμένει το επίκεντρο, απορροφώντας το 47% των παγκόσμιων επενδύσεων. Η Κίνα διατηρεί την πρωτοκαθεδρία ελέγχοντας το 92% της παγκόσμιας παραγωγής ηλιακών κυψελών. Η Ινδία, επίσης, αναδεικνύεται σε σημαντικό παράγοντα της παγκόσμιας αγοράς, με τις επενδύσεις να εκτοξεύονται κατά 46% το 2025 αλλά και η ΕΕ η οποία, παρά τις προκλήσεις, επέδειξε ανθεκτικότητα αυξάνοντας τις επενδύσεις της κατά 18%, κυρίως λόγω της ρυθμιστικής ηγεσίας της.
Τέλος, διαπιστώνουμε ότι οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις (ΑΞΕ) σε πράσινα έργα (greenfield investments) συνεχίζουν να αναπτύσσονται δυναμικά, ακόμη και όταν οι γενικές ροές ΑΞΕ παραμένουν στάσιμες. Οι επενδυτές δεν αναζητούν πλέον απλώς “πράσινα ομόλογα”, αλλά επενδύουν σε φυσικά περιουσιακά στοιχεία (μονάδες παραγωγής μπαταριών, δίκτυα υδρογόνου, υποδομές κυκλικής οικονομίας), καθώς η πράσινη τεχνολογία επανακαθορίζει το συγκριτικό πλεονέκτημα των εθνικών οικονομιών.
Συμπερασματικά, δεν βλέπουμε απλώς μια «μετακίνηση χρημάτων», αλλά μια δομική αναδιάρθρωση της παγκόσμιας οικονομικής αρχιτεκτονικής.
Ποιο είναι το πραγματικό οικονομικό κόστος της μετάβασης στο Net Zero και τελικά ποιος το επωμίζεται; Κράτη, επιχειρήσεις ή καταναλωτές;
Το πραγματικό κόστος της μετάβασης στο Net Zero είναι τεράστιο και αντιπροσωπεύει τη μεγαλύτερη ανακατανομή κεφαλαίου στην παγκόσμια ιστορία. Σύμφωνα με εκτιμήσεις της McKinsey, οι ετήσιες δαπάνες σε φυσικά περιουσιακά στοιχεία για τη μετάβαση θα πρέπει να ανέλθουν στα 9,2 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό που αντιστοιχεί στο 7,5% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Το ερώτημα του ποιος επωμίζεται αυτό το κόστος δεν έχει μία απλή απάντηση, καθώς πρόκειται για έναν διαμοιρασμό βαρών. Από τη μία τα κράτη, αναλαμβάνουν το βάρος των τεράστιων επενδύσεων σε υποδομές (όπως ο εκσυγχρονισμός των ηλεκτρικών δικτύων) και την παροχή κινήτρων και επιδοτήσεων για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων. Ταυτόχρονα, τα κράτη καλούνται να διαχειριστούν το κόστος της «Δίκαιης Μετάβασης» (Just Transition), στηρίζοντας τις περιοχές και τις κοινωνικές ομάδες που πλήττονται από την κατάργηση παραδοσιακών κλάδων.
Οι επιχειρήσεις από την άλλη, επωμίζονται το κόστος του μετασχηματισμού της παραγωγικής τους διαδικασίας και της συμμόρφωσης με τους νέους κανονισμούς. Η πίεση είναι διπλή: από τη μία το κόστος επένδυσης σε καθαρές τεχνολογίες και από την άλλη το κόστος της τιμολόγησης του άνθρακα, το οποίο μεταφέρεται όλο και περισσότερο στη βαριά βιομηχανία.
Οι καταναλωτές βρίσκονται στο τέλος της αλυσίδας. Περίπου το 51% των στελεχών παγκοσμίως εκφράζει ανησυχία ότι το αυξημένο κόστος της μετάβασης θα μετακυλιστεί τελικά στους καταναλωτές μέσω των τιμών, καθιστώντας βασικά αγαθά και υπηρεσίες λιγότερο προσιτά. Ήδη, το 37% των επιχειρήσεων αναφέρει αυξημένο κόστος ενέργειας και εμπορευμάτων που επηρεάζει την τελική τιμή.
Ωστόσο, όπως τόνισα και στο πρώτο ερώτημα, πρέπει να αναλογιστούμε το κόστος της μη μετάβασης! Το κόστος της αδράνειας στην Ευρώπη είναι ήδη μετρήσιμο και ιδιαίτερα βαρύ: οι οικονομικές απώλειες στην ΕΕ από καταστροφές που σχετίζονται με το κλίμα ανήλθαν σε 738 δισεκατομμύρια ευρώ για την περίοδο 1980-2023. Είναι μάλιστα ενδεικτικό ότι τα 162 δισεκατομμύρια ευρώ (δηλαδή το 22% του συνόλου) χάθηκαν μόνο την τελευταία τριετία, μεταξύ 2021 και 2023. Αν δεν υπάρξει επαρκής δράση, το ετήσιο κόστος για την ευρωπαϊκή οικονομία προβλέπεται να εκτοξευθεί στα 347 δισεκατομμύρια ευρώ έως το τέλος του αιώνα.
Συνεπώς, το οικονομικό βάρος του Net Zero δεν πρέπει να λογίζεται ως απλή δαπάνη, αλλά ως μια επένδυση επιβίωσης που αποτρέπει μια πολύ μεγαλύτερη και μη διαχειρίσιμη οικονομική καταστροφή στο μέλλον.
Σε αυτό το νέο περιβάλλον, πού μπορεί να τοποθετηθεί στρατηγικά η Ελλάδα; Υπάρχουν τομείς όπου μπορεί να αποκτήσει πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα;
Η Ελλάδα διαθέτει μοναδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που της επιτρέπουν να μην είναι απλώς ένας παρατηρητής των εξελίξεων, αλλά να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πράσινη μετάβαση της Μεσογείου. Η στρατηγική μας τοποθέτηση ξεκινά από τη ναυτιλία, όπου ως η πρώτη δύναμη παγκοσμίως, βρισκόμαστε ήδη στην πρώτη γραμμή της αλλαγής. Οι Έλληνες εφοπλιστές προετοιμάζουν τον στόλο τους για τη νέα εποχή επενδύοντας συστηματικά σε πλοία που μπορούν να χρησιμοποιούν καθαρότερα καύσιμα, όπως το φυσικό αέριο, ενώ ένα μεγάλο μέρος του στόλου διαθέτει ήδη προηγμένα συστήματα φιλτραρίσματος των ρύπων πριν αυτοί βγουν στην ατμόσφαιρα. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι ο εκσυγχρονισμός των λιμανιών μας, ώστε τα πλοία όταν είναι δεμένα να μπορούν να «πριζώνονται» στο δίκτυο της ξηράς και να παίρνουν καθαρό ηλεκτρικό ρεύμα, μειώνοντας δραστικά τη ρύπανση και τον θόρυβο στις παράκτιες πόλεις μας .
Ταυτόχρονα, η χώρα μας μετατρέπεται σε έναν διεθνή ενεργειακό κόμβο, αξιοποιώντας το τεράστιο δυναμικό της σε ήλιο και άνεμο. Αυτός ο μετασχηματισμός υποστηρίζεται έμπρακτα από το εθνικό σχέδιο «Ελλάδα 2.0», το οποίο αποτελεί την κινητήρια δύναμη της νέας μας οικονομίας. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τονίσουμε ότι η Ελλάδα υπερβαίνει τους ευρωπαϊκούς στόχους, καθώς περίπου το 40% των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης κατευθύνεται σε έργα πράσινης μετάβασης —όπως οι ενεργειακές διασυνδέσεις των νησιών, η ηλεκτροκίνηση και οι ανακαινίσεις κτιρίων— ενώ το 20% αφορά τον ψηφιακό μετασχηματισμό . Με αυτόν τον τρόπο χτίζουμε μια οικονομία που είναι ταυτόχρονα «καθαρή» και τεχνολογικά προηγμένη.
Στον τουρισμό, που αποτελεί τη βάση της εθνικής μας οικονομίας, η στρατηγική μετατοπίζεται πλέον από την απλή ποσότητα στην ποιότητα και τη βιώσιμη διαχείριση . Το ισχυρότερο πλεονέκτημά μας παραμένει η αυθεντική ελληνική φιλοξενία, η οποία όμως πλέον συνδυάζεται με την προστασία των φυσικών μας πόρων, όπως το νερό, που είναι απαραίτητο για την επιβίωση του εθνικού μας προϊόντος. Η επένδυση στον αγροτουρισμό και η ανάδειξη λιγότερο προβεβλημένων περιοχών της ηπειρωτικής χώρας συνθέτουν ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που σέβεται το περιβάλλον και την τοπική κοινωνία . Αυτοί οι πυλώνες δεν είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους, αλλά αποτελούν τα κομμάτια ενός ενιαίου σχεδίου που μετατρέπει τη βιωσιμότητα από μια θεωρητική υποχρέωση στη μεγαλύτερη αναπτυξιακή ευκαιρία για τη χώρα μας.
Πώς εξελίσσεται ο ρόλος των ESG κριτηρίων στην κατανομή κεφαλαίων; Παραμένουν κυρίαρχος παράγοντας ή ενσωματώνονται πλέον σε μια ευρύτερη αξιολόγηση ρίσκου και απόδοσης;
Θα έλεγα ότι βρισκόμαστε σε μια στιγμή ουσιαστικής ενηλικίωσης για τα κριτήρια ESG. Έχουμε αφήσει πίσω μας την εποχή που η βιωσιμότητα ήταν κυρίως ένα εργαλείο για το marketing ή μια εθελοντική αναφορά στις ετήσιες εκθέσεις και έχουμε περάσει σε μια φάση όπου το ESG αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της στρατηγικής και, κυρίως, της διαχείρισης κινδύνου. Αυτό που βλέπουμε στην πραγματικότητα είναι μια μετατόπιση από το περιτύλιγμα στην οικονομική ουσία. Οι χρηματοοικονομικοί αναλυτές δεν εξετάζουν πια αυτές τις επιδόσεις ως κάτι «παράλληλο» με την κερδοφορία, αλλά τις ενσωματώνουν απευθείας στα μοντέλα αξιολόγησης και στο credit scoring, αναγνωρίζοντας ότι ένας περιβαλλοντικός ή κοινωνικός κίνδυνος είναι, σε τελική ανάλυση, ένας καθαρά επιχειρηματικός κίνδυνος.
Το κλειδί σε αυτή τη νέα προσέγγιση είναι η λεγόμενη «διπλή ουσιαστικότητα». Δεν μας ενδιαφέρει πια μόνο το πώς μια εταιρεία επηρεάζει τον κόσμο γύρω της, αλλά και το πώς οι κλιματικές και κοινωνικές αλλαγές επηρεάζουν τη μελλοντική οικονομική της θέση.
Οι επενδυτές σήμερα ζητούν δεδομένα που είναι ελεγμένα και επαληθεύσιμα, με την ίδια αυστηρότητα που εξετάζουν τους ισολογισμούς, και αυτό αλλάζει άρδην τον τρόπο που οι διοικήσεις λαμβάνουν αποφάσεις.
Είναι επίσης ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι, ακόμα και αν σε ορισμένες αγορές όπως οι ΗΠΑ υπάρχει μια πολιτική πίεση να «εξαφανιστούν» οι ταμπέλες τύπου ESG από τις δημόσιες δηλώσεις, η ουσία των πρακτικών παραμένει πιο ζωντανή από ποτέ . Οι εταιρείες μπορεί να μιλάνε λιγότερο για «ετικέτες», αλλά επενδύουν περισσότερο από ποτέ στη διαχείριση του άνθρακα και στην ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής τους αλυσίδας. Οι επενδυτές στρέφονται πλέον σε πολύ συγκεκριμένες στρατηγικές, όπως οι υποδομές για την ενεργειακή μετάβαση, καθιστώντας αυτά τα κριτήρια το νέο «λειτουργικό σύστημα» της παγκόσμιας αγοράς. Στην πράξη, αν μια επιχείρηση δεν μπορεί να διαχειριστεί σωστά αυτά τα δεδομένα, θα βρεθεί αντιμέτωπη με υψηλότερο κόστος κεφαλαίου και χαμηλότερες αποτιμήσεις.
Η Ελλάδα διαθέτει μοναδικά συγκριτικά πλεονεκτήματα που της επιτρέπουν να μην είναι απλώς ένας παρατηρητής των εξελίξεων, αλλά να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πράσινη μετάβαση της Μεσογείου.
Βλέπουμε τις μεγάλες εταιρείες να επενδύουν σημαντικά σε ESG στρατηγικές και reporting. Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να περνάει πάντα στους εργαζόμενους και στην κοινωνία. Έχει δημιουργηθεί ένα «credibility gap»; Και αν ναι, τι σημαίνει για την αποτελεσματικότητα της πράσινης μετάβασης και πώς μπορεί να γεφυρωθεί;
Πράγματι, το «credibility gap» ή το χάσμα αξιοπιστίας είναι μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι πολλές δεσμεύσεις παραμένουν στο επίπεδο της ρητορικής, δημιουργώντας αυτό που ονομάζουμε «ESG decoupling», δηλαδή μια αποσύνδεση μεταξύ των δημόσιων διακηρύξεων και της εσωτερικής επιχειρησιακής πραγματικότητας. Είναι χαρακτηριστικό και ταυτόχρονα ανησυχητικό το εύρημα πρόσφατων ερευνών που δείχνει ότι ενώ το 82% των μελών των διοικητικών συμβουλίων θεωρεί πως οι στρατηγικές βιωσιμότητας είναι πλήρως ενσωματωμένες, μόλις το 26% των ανώτερων διευθυντικών στελεχών συμφωνεί με αυτή την εκτίμηση.
Αυτή η απόκλιση στην αντίληψη έχει σοβαρές επιπτώσεις στην αποτελεσματικότητα της πράσινης μετάβασης. Όταν οι εργαζόμενοι αντιλαμβάνονται τις δράσεις ESG ως συμβολικές ή «performative» και όχι ως αυθεντικές, υπονομεύεται η εμπιστοσύνη και η εργασιακή δέσμευση, με αποτέλεσμα η μετάβαση να παραμένει ένα αφήγημα χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα. Αν η βιωσιμότητα δεν διαπεράσει οριζόντια την κουλτούρα του οργανισμού, από τη διοίκηση μέχρι την πρώτη γραμμή της παραγωγής, τότε δεν μπορούμε να μιλάμε για πραγματικό μετασχηματισμό.
Για να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, πρέπει να περάσουμε από το ESG branding στην ουσιαστική διακυβέρνηση και τη σύνδεση της βιωσιμότητας με τα πραγματικά οικονομικά αποτελέσματα. Η λύση βρίσκεται στην υιοθέτηση εργαλείων όπως η ανάλυση διπλής ουσιαστικότητας, η οποία αναγκάζει τις επιχειρήσεις να δουν πού ακριβώς δημιουργούν κινδύνους και πού ευκαιρίες, μετατρέποντας το reporting από γραφειοκρατική υποχρέωση σε εργαλείο καθημερινής λήψης αποφάσεων. Επιπλέον, είναι απαραίτητο να συνδεθούν τα κίνητρα και οι απολαβές των στελεχών με συγκεκριμένους δείκτες βιωσιμότητας, ώστε να αλλάξει η συμπεριφορά στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια.
Με βάση την πολυετή εμπειρία σας και την καθημερινή επαφή σας με μεταπτυχιακούς φοιτητές, στελέχη επιχειρήσεων και θεσμικούς φορείς, τι θεωρείτε πως είναι το πλέον κρίσιμο για να επιτύχει η πράσινη μετάβαση σε όλα τα επίπεδα της οικονομίας και της κοινωνίας;
Η πράσινη μετάβαση δεν είναι ένα απλό τεχνικό ή χρηματοοικονομικό ζήτημα, αλλά πρωτίστως ένα στοίχημα γνώσης και ανθρώπινου κεφαλαίου. Μέσα από την καθημερινή μου τριβή με φοιτητές και στελέχη, διαπιστώνω ότι η επιτυχία κρίνεται σε τρεις άξονες: Πρώτον, στη δημιουργία μιας «κοινής γλώσσας» (common understanding). Το μεγαλύτερο εμπόδιο σήμερα δεν είναι η έλλειψη πόρων, αλλά το έλλειμμα στελεχών που μπορούν να «μεταφράσουν» την οικονομική ανάλυση σε περιβαλλοντική πολιτική και την κανονιστική συμμόρφωση σε επιχειρησιακή στρατηγική. Η βιωσιμότητα πρέπει να πάψει να είναι ένα «στεγανό» τμήμα ESG και να γίνει η κοινή βάση επικοινωνίας μεταξύ του οικονομικού διευθυντή, του μηχανικού και του υπεύθυνου στρατηγικής.
Δεύτερον, στην ουσιαστική ενημέρωση και κατάρτιση του κόσμου και των καταναλωτών. Η μετάβαση δεν μπορεί να γίνει ερήμην της κοινωνίας. Η αυξανόμενη ευαισθητοποίηση των πολιτών οδηγεί ήδη σε αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων, όμως χρειάζονται εργαλεία και σωστή πληροφόρηση ώστε ο καταναλωτής να γίνει ενεργός συμμέτοχος (prosumer). Χωρίς την εκπαίδευση του κοινού στις αρχές της κυκλικής οικονομίας και της ενεργειακής αποδοτικότητας, η προσπάθεια των επιχειρήσεων θα μένει μετέωρη.
Τρίτον, στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ γνώσης και εφαρμογής. Στο Μεταπτυχιακό Βιοοικονομία, Κυκλική Οικονομία και Βιώσιμη Ανάπτυξη και στο Εργαστήριο Βιώσιμης Ανάπτυξης και Κυκλικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, η φιλοσοφία μας είναι ότι η εκπαίδευση αποκτά στρατηγική σημασία μόνο όταν παράγει ανθρώπους ικανούς να υλοποιήσουν την αλλαγή στο πεδίο.
Όταν οι άνθρωποι αποκτούν τη διεπιστημονική ικανότητα να βλέπουν τη «μεγάλη εικόνα», τότε μόνο η βιωσιμότητα μετατρέπεται από μια γραφειοκρατική υποχρέωση σε ένα πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα για τη χώρα και την κοινωνία μας.