Δημογραφικό: Κατά 44% μειώθηκαν οι γεννήσεις στην Ελλάδα μέσα σε λιγότερο από 20 χρόνια
- 13/07/2026, 12:08
- SHARE
- Οι ετήσιες γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 44% σε σύγκριση με την περίοδο 2008-2009.
- Ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25-44 ετών περιορίστηκε κατά περίπου 480.000 ή 28%.
- Πάνω από μία στις δέκα γεννήσεις προέρχεται πλέον από γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω.
Βαθαίνει η δημογραφική κρίση στην Ελλάδα, καθώς η χώρα καταγράφει ραγδαία μείωση των γεννήσεων, συρρίκνωση του πληθυσμού αναπαραγωγικής ηλικίας και συνεχή μετάθεση της απόκτησης παιδιών σε μεγαλύτερες ηλικίες.
Σύμφωνα με τις αναλύσεις του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, οι γεννήσεις υποχώρησαν από τις 117.600 ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2008-2009 σε περίπου 65.000 την περίοδο 2025-2026, σημειώνοντας πτώση 44%.
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν την ένταση της καθοδικής πορείας. Το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις, μειωμένες κατά 4,2% σε σύγκριση με τις 71.455 του 2023. Τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν νέα υποχώρηση στις 65.594 γεννήσεις, επίσης κατά 4,2% σε ετήσια βάση.
Γιατί μειώνονται τόσο γρήγορα οι γεννήσεις
Η πτώση δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Δημογραφίας και διευθυντής του ΙΔΕΜ Βύρων Κοτζαμάνης, συνδέεται αφενός με τη μείωση του αριθμού των παιδιών που αποκτούν κατά μέσο όρο οι νεότερες γενιές και αφετέρου με τη συρρίκνωση του αριθμού των γυναικών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία.
Οι γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1950 απέκτησαν κατά μέσο όρο περίπου δύο παιδιά. Αντίθετα, όσες γεννήθηκαν γύρω στο 1985 εκτιμάται ότι θα αποκτήσουν λιγότερα από 1,5 παιδιά κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής τους ζωής.
Ταυτόχρονα, ο αριθμός των γυναικών ηλικίας 25 έως 44 ετών μειώθηκε κατά περίπου 480.000, ή 28%, μεταξύ των περιόδων 2008-2009 και 2025-2026. Πρόκειται για την ηλικιακή ομάδα από την οποία προέρχεται η μεγάλη πλειονότητα των γεννήσεων.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί σε μεγάλο βαθμό συνέπεια της υπογεννητικότητας των προηγούμενων δεκαετιών: όσο λιγότερα παιδιά γεννιούνται, τόσο μικρότερες είναι οι επόμενες γενιές που εισέρχονται σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας. Η τάση επιδεινώθηκε και από τη μεταναστευτική έξοδο μετά το 2010, η οποία αφορούσε σε σημαντικό βαθμό νέους ανθρώπους παραγωγικής και αναπαραγωγικής ηλικίας.
Η απόκτηση παιδιού μετατίθεται σε μεγαλύτερη ηλικία
Την ίδια περίοδο αυξήθηκε αισθητά η μέση ηλικία τεκνοποίησης. Από τα 30,2-30,3 έτη το 2008-2009, εκτιμάται ότι έχει φτάσει στα 32,2-32,3 έτη το 2025-2026.
Μόλις το 30% των γεννήσεων προέρχεται πλέον από μητέρες ηλικίας κάτω των 30 ετών. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 43% το 2008-2009 και 78% το 1980.
Στην αντίθετη κατεύθυνση, το ποσοστό των γεννήσεων από γυναίκες ηλικίας 40 ετών και άνω αυξήθηκε από 4,5% το 2008-2009 σε εκτιμώμενο 11,2% το 2025-2026. Σε σύγκριση με το 1980, όταν το ποσοστό διαμορφωνόταν στο 1,8%, έχει υπερ-εξαπλασιαστεί.
Η Ελλάδα βρισκόταν ήδη το 2023 μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με το υψηλότερο ποσοστό γεννήσεων από μητέρες 40 ετών και άνω, μαζί με την Ιρλανδία και την Ισπανία.
Σύμφωνα με το ΙΔΕΜ, οι μόνες ηλικιακές ομάδες στις οποίες αυξήθηκε ο αριθμός των γεννήσεων μεταξύ 2008-2009 και 2025-2026 ήταν εκείνες των 40-44 και των 45-49 ετών. Σε όλες τις νεότερες ηλικίες καταγράφηκε μείωση.
Στο 1,24 ο δείκτης γονιμότητας
Ο συγχρονικός δείκτης γονιμότητας υποχώρησε από περίπου 1,5 παιδιά ανά γυναίκα το 2008-2009 σε περίπου 1,24 παιδιά το 2025-2026, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Ινστιτούτου.
Πρόκειται για επίπεδο σημαντικά χαμηλότερο από το όριο αναπλήρωσης των γενεών, το οποίο στις ανεπτυγμένες χώρες τοποθετείται περίπου στα 2,1 παιδιά ανά γυναίκα, εφόσον δεν συνυπολογίζονται οι μεταναστευτικές ροές.
Η μείωση της γονιμότητας αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο. Το 2024 ο μέσος δείκτης στην Ευρωπαϊκή Ένωση υποχώρησε στο ιστορικό χαμηλό των 1,34 παιδιών ανά γυναίκα, ενώ η Ελλάδα συγκαταλεγόταν στις χώρες με δείκτη χαμηλότερο του 1,3.
Υποβοηθούμενη αναπαραγωγή και καισαρικές
Οι μεταβολές δεν περιορίζονται στον συνολικό αριθμό και στην ηλικία της μητέρας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται το ΙΔΕΜ, περίπου ένα στα δέκα παιδιά γεννιέται πλέον με τη βοήθεια μεθόδων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής.
Παράλληλα, περίπου 63 στις 100 γεννήσεις πραγματοποιούνται με καισαρική τομή, ενώ μία στις επτά προέρχεται από μητέρα αλλοδαπής υπηκοότητας.
Το ποσοστό των εκτός γάμου γεννήσεων έχει επίσης αυξηθεί αισθητά. Από περίπου 7.400 το 2008-2009, εκτιμάται ότι έχει ανέλθει στις 17.800 την περίοδο 2025-2026, αντανακλώντας τις ευρύτερες αλλαγές στα οικογενειακά πρότυπα και στην αύξηση των συμφώνων συμβίωσης.
Το οικονομικό και στεγαστικό κόστος
Η δημογραφική κάμψη συνδέεται και με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι νεότερες γενιές στην προσπάθειά τους να δημιουργήσουν οικογένεια.
Η ασταθής ένταξη στην αγορά εργασίας, η ανεργία, η συρρίκνωση των πραγματικών εισοδημάτων, το αυξημένο κόστος ανατροφής ενός παιδιού και οι δυσκολίες πρόσβασης σε προσιτή κατοικία ενισχύουν την οικονομική ανασφάλεια και οδηγούν πολλά ζευγάρια στην αναβολή της τεκνοποίησης.
Ιδιαίτερα μετά το 2020, η στεγαστική κρίση στα μεγάλα αστικά κέντρα έχει προστεθεί στους παράγοντες που περιορίζουν τη δυνατότητα των νεότερων νοικοκυριών να αποκτήσουν τον αριθμό παιδιών που επιθυμούν, σύμφωνα με τον Βύρωνα Κοτζαμάνη.
Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης η μακρύτερη παραμονή στην εκπαίδευση, οι δυσκολίες συνδυασμού οικογενειακής ζωής και επαγγελματικής σταδιοδρομίας, οι έμφυλες ανισότητες και η περιορισμένη διαθεσιμότητα υπηρεσιών φροντίδας παιδιών.
Η ελληνική απόκλιση από την Ευρώπη
Παρότι η πτώση της γονιμότητας και η αύξηση της ηλικίας τεκνοποίησης παρατηρούνται στις περισσότερες ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες, η ένταση των αλλαγών στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερη.
Σύμφωνα με την ανάλυση του ΙΔΕΜ, η Ελλάδα εμφάνισε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση γεννήσεων μεταξύ των χωρών της ΕΕ των 27 —εξαιρουμένων των πρώην σοσιαλιστικών κρατών— τόσο μεταξύ 1980 και 2008-2009 όσο και μεταξύ 2008-2009 και 2025-2026.
Η χώρα ανήκει επίσης στη μικρή ομάδα ευρωπαϊκών κρατών όπου καταγράφηκαν ταυτόχρονα ιδιαίτερα μεγάλη μείωση του αριθμού παιδιών ανά γυναίκα και ταχεία άνοδος της ηλικίας τεκνοποίησης.
Η δημογραφική ανάκαμψη απαιτεί σταθερό περιβάλλον
Η αντιστροφή της τάσης δεν εξαρτάται μόνο από οικονομικές ενισχύσεις κατά τη γέννηση ενός παιδιού. Προϋποθέτει ένα συνολικό περιβάλλον που θα επιτρέπει στους νέους να σχεδιάζουν με μεγαλύτερη ασφάλεια την προσωπική και οικογενειακή τους ζωή.
Πολιτικές για προσιτή κατοικία, σταθερή απασχόληση, επαρκείς δομές προσχολικής φροντίδας, αποτελεσματική προστασία της μητρότητας και της πατρότητας και ουσιαστική συμφιλίωση επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής μπορούν να περιορίσουν την αναβολή της τεκνοποίησης.
Όπως επισημαίνει ο Βύρων Κοτζαμάνης, η απουσία ευνοϊκού περιβάλλοντος για τις γενιές που εισήλθαν σε ηλικία δημιουργίας οικογένειας μετά το 2005 συνέβαλε στην εκ νέου κατάρρευση των γεννήσεων μετά την περίοδο 2008-2009.
Η δημογραφική πρόκληση δεν αφορά μόνο το μέγεθος του πληθυσμού. Επηρεάζει μακροπρόθεσμα την αγορά εργασίας, τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος, τις ανάγκες υγείας και κοινωνικής φροντίδας, την περιφερειακή ανάπτυξη και τις αναπτυξιακές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Γιατί ο μισθός κοστίζει πολύ στην επιχείρηση και φτάνει μειωμένος στον εργαζόμενο
- Business Monitor: Από τους προορισμούς του αύριο στην επέμβαση που καταργεί τις αποστάσεις
- Πόσα ξοδεύουν οι ευρωπαϊκές χώρες για την άμυνα – Η θέση της Ελλάδας και ο στόχος του ΝΑΤΟ
- Πώς η Ελλάδα εδραιώνεται ως ενεργειακός κόμβος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης