Νουριέλ Ρουμπινί: Γιατί οι αγορές αγνοούν τον γεωπολιτικό κίνδυνο στα Στενά του Ορμούζ
- 15/07/2026, 10:50
- SHARE
Η κρίση στα Στενά του Hormuz διατηρεί τον γεωπολιτικό κίνδυνο σε υψηλά επίπεδα, όμως οι αγορές παραμένουν αισιόδοξες. Η ανάλυση του Nouriel Roubini για το πετρέλαιο, τον πληθωρισμό και την παγκόσμια οικονομία.
Η ένταση στον Περσικό Κόλπο εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία, με τα Στενά του Hormuz να παραμένουν στο επίκεντρο των διεθνών εξελίξεων. Παρά τις προσδοκίες για αποκλιμάκωση, δεν έχει επιτευχθεί κάποια ουσιαστική συμφωνία μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν που να διασφαλίζει την ομαλή επαναλειτουργία του κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος, γεγονός που διατηρεί αυξημένο τον κίνδυνο νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο Nouriel Roubini, οι δύο πλευρές εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά στις βασικές τους απαιτήσεις, ενώ η Τεχεράνη εμφανίζεται να διαθέτει ισχυρότερη διαπραγματευτική θέση, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Donald Trump καλείται να διαχειριστεί και τις πολιτικές πιέσεις ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
Παρά το εύθραυστο γεωπολιτικό περιβάλλον, οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές εξακολουθούν να κινούνται ανοδικά. Οι επενδυτές φαίνεται να προεξοφλούν ότι μια πιθανή εκεχειρία θα μπορούσε τελικά να οδηγήσει σε μια ευρύτερη διπλωματική συμφωνία, περιορίζοντας τον κίνδυνο μιας γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή.
Την ίδια στιγμή, ο συνολικός οικονομικός αντίκτυπος της κρίσης παραμένει μέχρι στιγμής σχετικά περιορισμένος, τόσο σε ό,τι αφορά την οικονομική ανάπτυξη όσο και τον πληθωρισμό. Αν και πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες διαταραχές που έχουν καταγραφεί στις παγκόσμιες προμήθειες πετρελαίου, οι επιπτώσεις απέχουν σημαντικά από εκείνες των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970.
Το πετρέλαιο ως εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης
Η χρήση του πετρελαίου ως μέσου άσκησης πολιτικής και στρατιωτικής πίεσης δεν αποτελεί καινούργιο φαινόμενο. Όπως επισημαίνει ο Roubini, η στρατηγική αυτή έχει επηρεάσει καθοριστικά την πορεία σημαντικών συγκρούσεων διαχρονικά.
Αρκετοί ιστορικοί θεωρούν ότι η Γερμανία έχασε εν μέρει τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο επειδή ο ναυτικός αποκλεισμός των Συμμάχων περιόρισε την πρόσβασή της σε πετρελαϊκούς πόρους. Αντίστοιχα, η απόφαση της Αυτοκρατορικής Ιαπωνίας να επιτεθεί στο Pearl Harbor το 1941 συνδέθηκε άμεσα με το αμερικανικό εμπάργκο πετρελαίου που είχε επιβληθεί μετά την εισβολή της στην Κίνα.
Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Ιωσήφ Στάλιν υποστήριζε ότι η αποτυχία των ναζιστικών δυνάμεων να καταλάβουν τα πετρελαϊκά κοιτάσματα του Καυκάσου αποτέλεσε έναν από τους βασικούς λόγους της ήττας τους. Αργότερα, η Κρίση του Σουέζ το 1956 ανέδειξε εκ νέου τη στρατηγική σημασία των ενεργειακών διαδρομών, ενώ η προσπάθεια της Αιγύπτου να εμποδίσει τις μεταφορές ιρανικού πετρελαίου προς το Ισραήλ μέσω των Στενών του Tiran υπήρξε μία από τις αιτίες που οδήγησαν στον Πόλεμο των Έξι Ημερών το 1967.
Γιατί η σημερινή κρίση δεν θυμίζει τη δεκαετία του 1970
Ο Roubini υπογραμμίζει ότι, παρά τις σημερινές εντάσεις, οι οικονομικές επιπτώσεις παραμένουν σαφώς ηπιότερες σε σχέση με εκείνες που προκάλεσαν οι πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του 1970. Τότε, οι γεωπολιτικές αναταράξεις οδήγησαν σε μια μακρά περίοδο στασιμοπληθωρισμού, διαδοχικών υφέσεων, υψηλού πληθωρισμού, ασθενών χρηματιστηριακών αποδόσεων και εκρηκτικής ανόδου των επιτοκίων.
Αντίθετα, οι μεταγενέστερες ενεργειακές κρίσεις, από την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ το 1990 και το πετρελαϊκό σοκ των αρχών της δεκαετίας του 2000 μέχρι την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ το 2003 και τις πρόσφατες συγκρούσεις με το Ιράν, είχαν αισθητά μικρότερη επίδραση στην παγκόσμια οικονομία και τις χρηματοπιστωτικές αγορές.
Κατά τον ίδιο, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι χώρες του ΟΠΕΚ έχουν πλέον αντιληφθεί πως η παρατεταμένη χρήση του πετρελαίου ως γεωπολιτικού όπλου λειτουργεί τελικά εις βάρος τους, καθώς οι υπερβολικά υψηλές τιμές περιορίζουν τη ζήτηση και οδηγούν αργότερα σε σημαντική υποχώρηση της αγοράς.
Παράλληλα, σημαντικοί παραγωγοί, όπως η Σαουδική Αραβία και άλλα κράτη του Κόλπου, έχουν επιλέξει επανειλημμένα να αυξήσουν την παραγωγή όταν οι γεωπολιτικές εντάσεις προκαλούν έντονες ανατιμήσεις, λειτουργώντας ως παράγοντας σταθεροποίησης της αγοράς.
Την ίδια στιγμή, η ενεργειακή αποδοτικότητα των οικονομιών έχει βελτιωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, μειώνοντας την εξάρτηση της παραγωγής και της κατανάλωσης από το εισαγόμενο πετρέλαιο. Επιπλέον, η ισχύς του ΟΠΕΚ έχει περιοριστεί, καθώς οι εσωτερικές διαφωνίες μεταξύ των μελών του έχουν ενταθεί, ενώ η επανάσταση του σχιστολιθικού πετρελαίου στις Ηνωμένες Πολιτείες έχει μεταβάλει ουσιαστικά τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ενέργειας.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν επίσης τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου που έχουν δημιουργήσει οι μεγάλες οικονομίες μετά τις κρίσεις της δεκαετίας του 1970, καθώς και η αυξανόμενη διείσδυση του φυσικού αερίου, των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των νέων τεχνολογιών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως αντίβαρο
Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο οι αγορές εμφανίζονται πιο ανθεκτικές είναι η επενδυτική έκρηξη γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη. Σύμφωνα με τον Roubini, η AI λειτουργεί ως ένα διαρθρωτικό θετικό σοκ προσφοράς, ενισχύοντας την παραγωγικότητα, στηρίζοντας την οικονομική ανάπτυξη και περιορίζοντας τις πληθωριστικές πιέσεις.
Η δυναμική αυτή εξηγεί γιατί οι αμερικανικές μετοχές κατόρθωσαν να καταγράψουν νέα ιστορικά υψηλά ακόμη και όταν η τιμή του πετρελαίου ξεπέρασε τα 100 δολάρια το βαρέλι. Αν και η αναζωπύρωση των συγκρούσεων προκάλεσε στη συνέχεια μια διόρθωση, αυτή αποδείχθηκε περιορισμένη.
Οι κίνδυνοι παραμένουν
Παρά τη σχετική ψυχραιμία των αγορών, ο Roubini προειδοποιεί ότι οι κίνδυνοι δεν έχουν εκλείψει. Μια πλήρης κλιμάκωση των συγκρούσεων στον Περσικό Κόλπο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα νέο, παρατεταμένο πετρελαϊκό σοκ, με σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη, στον πληθωρισμό και στις διεθνείς αγορές.
Όπως καταλήγει, το βασικό σενάριο εξακολουθεί να μην προβλέπει μια γενικευμένη πολεμική σύγκρουση. Ωστόσο, οι πρόσφατες εξελίξεις δείχνουν ότι οι ακραίοι γεωπολιτικοί κίνδυνοι είναι πιθανώς μεγαλύτεροι από αυτούς που αποτιμούν σήμερα οι χρηματοπιστωτικές αγορές, γεγονός που δικαιολογεί αυξημένη επαγρύπνηση από επενδυτές και κυβερνήσεις.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Το ράλι δεν αφορά πλέον μόνο στις Big Tech
- Πώς οι γίγαντες της τεχνητής νοημοσύνης ξαναγράφουν την ιστορία των εφευρέσεων
- Business Monitor: Από τους προορισμούς του αύριο στην επέμβαση που καταργεί τις αποστάσεις
- Γιατί ο μισθός κοστίζει πολύ στην επιχείρηση και φτάνει μειωμένος στον εργαζόμενο
Πηγή: Project Syndicate