Ιράν: Η διπλωματία υποχωρεί – Στροφή σε «πλήρη επίθεση» – Το αδιέξοδο στο Ορμούζ ανεβάζει το πετρέλαιο
- 18/08/2026, 08:30
- SHARE
Η αντίστροφη μέτρηση των 60 ημερών ολοκληρώθηκε χωρίς ειρηνευτική συμφωνία και η αποτυχία της διπλωματίας αρχίζει να μεταφέρεται τόσο στο στρατιωτικό πεδίο όσο και στις ενεργειακές αγορές.
Το Ιράν δηλώνει έτοιμο να εγκαταλείψει την αμυντική στάση και να περάσει σε «πλήρως επιθετική» στρατηγική, με επίκεντρο τα Στενά του Ορμούζ. Την ίδια στιγμή, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ απορρίπτει την παράταση της προσωρινής συμφωνίας και κλιμακώνει τη ρητορική ακόμη και απέναντι στο Ομάν, έναν ιστορικό σύμμαχο και διαμεσολαβητή των ΗΠΑ.
Η αγορά πετρελαίου αντέδρασε άμεσα. Το Brent ενισχύθηκε πάνω από τα 91 δολάρια το βαρέλι, καθώς οι επενδυτές επαναφέρουν στις τιμές τον κίνδυνο παρατεταμένης διαταραχής σε μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές οδούς του κόσμου.
Η προειδοποίηση της Τεχεράνης
Ανώτερος Ιρανός αξιωματούχος δήλωσε στο Reuters ότι η χώρα αλλάζει τη στρατιωτική της πολιτική, καθώς οι διαπραγματεύσεις για μόνιμο τερματισμό του πολέμου έχουν περιέλθει σε αδιέξοδο.
Σύμφωνα με τον ίδιο, οι ιρανικές δυνάμεις και οι σύμμαχοί τους θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να εντείνουν τη δράση τους τόσο στα Στενά του Ορμούζ όσο και στην ευρύτερη περιοχή.
Η Τεχεράνη προειδοποιεί ότι, εάν οι διπλωματικές προσπάθειες αποτύχουν οριστικά, μπορεί να προχωρήσει σε μια «επίκαιρη και ακριβή» στρατιωτική επιχείρηση με στόχο να σπάσει τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών λιμανιών στον Κόλπο.
Η απειλή δεν συνοδεύτηκε από λεπτομέρειες για τους πιθανούς στόχους ή τον χρόνο μιας τέτοιας επιχείρησης. Αποτυπώνει, όμως, τη στροφή της ιρανικής ηγεσίας προς μια πιο επιθετική στρατηγική, σε μια περίοδο κατά την οποία οι θαλάσσιες μεταφορές στην περιοχή παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες.
Το Ορμούζ στο επίκεντρο της σύγκρουσης
Τα Στενά του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς ένα ακόμη μέτωπο του πολέμου. Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, από τη στενή θαλάσσια δίοδο περνούσε περίπου το 20% του πετρελαίου και του υγροποιημένου φυσικού αερίου που διακινούνταν διεθνώς.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε νέα επίθεση σε πλοίο, περιορισμός της ναυσιπλοΐας ή κλιμάκωση μεταξύ των πολεμικών δυνάμεων μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις τιμές της ενέργειας, τα μεταφορικά κόστη και τον παγκόσμιο πληθωρισμό.
Η διαφωνία για τον έλεγχο της θαλάσσιας οδού ήταν άλλωστε ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους κατέρρευσε η προσωρινή συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι το μνημόνιο που υπογράφηκε τον Ιούνιο της έδινε το δικαίωμα να συμμετέχει στη διαχείριση των Στενών, τα οποία μοιράζεται γεωγραφικά με το Ομάν. Η Ουάσινγκτον απορρίπτει αυτή την ερμηνεία.
Η συμφωνία που δεν άντεξε ούτε 60 ημέρες
Το μνημόνιο κατανόησης υπογράφηκε στις 17 Ιουνίου και έδινε στις δύο πλευρές χρονικό περιθώριο 60 ημερών για να καταλήξουν σε μια ευρύτερη συμφωνία.
Οι συνομιλίες θα κάλυπταν, μεταξύ άλλων, το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τις αμερικανικές κυρώσεις και τη μελλοντική διαχείριση του Ορμούζ. Το κείμενο έκανε λόγο για άμεσο και μόνιμο τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων σε όλα τα μέτωπα και προέβλεπε δυνατότητα παράτασης με κοινή συναίνεση.
Η συμφωνία, ωστόσο, άρχισε να καταρρέει πολύ πριν εκπνεύσει η προθεσμία. Στις 7 Ιουλίου ο Τραμπ δήλωσε ότι το πλαίσιο είχε τελειώσει, ενώ λίγες ημέρες αργότερα το ιρανικό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε την αναστολή του.
Ερωτηθείς τη Δευτέρα εάν οι ΗΠΑ επιθυμούν παράταση του μνημονίου, ο Αμερικανός πρόεδρος απάντησε αρνητικά. Υποστήριξε μάλιστα ότι η Τεχεράνη δεν πρόκειται να αποδεχθεί τη συμφωνία που ο ίδιος θεωρεί απαραίτητη, επαναλαμβάνοντας πως ο βασικός στόχος της Ουάσινγκτον είναι να εμποδίσει το Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο.
Οι δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοικτοί
Παρά τη σκληρή δημόσια αντιπαράθεση, οι παρασκηνιακές επαφές δεν έχουν διακοπεί πλήρως.
Αμερικανικά δημοσιεύματα αναφέρουν ότι η κυβέρνηση Τραμπ επιχείρησε να δημιουργήσει έμμεσο δίαυλο με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης, των οποίων η επιρροή στις ένοπλες δυνάμεις και την οικονομία του Ιράν έχει ενισχυθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός και ειδικός απεσταλμένος του Αμερικανού προέδρου, επιβεβαίωσε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη επαφές ανάμεσα στην αμερικανική κυβέρνηση και διαφορετικά τμήματα της ιρανικής ηγεσίας, χωρίς να αποκαλύψει το περιεχόμενό τους.
Οι συνομιλίες αυτές προσφέρουν έναν περιορισμένο διπλωματικό δίαυλο, δεν έχουν όμως αποδώσει μέχρι στιγμής κάποια συμφωνία για το Ορμούζ ή τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Η πρωτοφανής απειλή του Τραμπ προς το Ομάν
Πρόσθετη αβεβαιότητα προκαλούν οι χωριστές διαπραγματεύσεις μεταξύ Ιράν και Ομάν για τη διαχείριση των Στενών και την αποκατάσταση της εμπορικής ναυσιπλοΐας.
Οι δύο χώρες υποστηρίζουν ότι βρίσκονται κοντά σε συμφωνία. Η Ουάσινγκτον, ωστόσο, αντιμετωπίζει τις επαφές με καχυποψία, θεωρώντας ότι μπορεί να υπονομεύσουν τη δική της στρατηγική στην περιοχή.
Ο Τραμπ απείλησε ευθέως με βομβαρδισμό το Ομάν, εάν το σουλτανάτο «μπει στον δρόμο» της αμερικανικής πολιτικής. Τη δήλωση επιβεβαίωσε το Reuters.
Η απειλή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το Ομάν αποτελεί επί δεκαετίες εταίρο ασφαλείας των ΗΠΑ και έχει λειτουργήσει επανειλημμένα ως δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και την Τεχεράνη.
Το Brent πάνω από τα 91 δολάρια
Η επιδείνωση του πολιτικού κλίματος έδωσε νέα ώθηση στις τιμές του πετρελαίου κατά τις συναλλαγές της Τρίτης.
Τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent ενισχύθηκαν κατά 62 σεντς ή 0,7%, στα 91,49 δολάρια το βαρέλι στις 04:08 GMT. Τη Δευτέρα είχαν ήδη φτάσει στο υψηλότερο επίπεδό τους από τις 30 Ιουλίου.
Το αμερικανικό West Texas Intermediate σημείωσε άνοδο 75 σεντς, στα 85,25 δολάρια, έχοντας αγγίξει νωρίτερα τα 85,37 δολάρια – το υψηλότερο επίπεδο από τις 31 Ιουλίου. Σύμφωνα με το Reuters, η αβεβαιότητα γύρω από μια πιθανή συμφωνία μπορεί να διατηρήσει τις τιμές σε ένα ευρύ φάσμα μεταξύ 80 και 100 δολαρίων το βαρέλι το επόμενο διάστημα.
Η αγορά δεν τιμολογεί ακόμη μια πλήρη διακοπή των ενεργειακών ροών από τον Κόλπο. Προεξοφλεί, όμως, ότι η επιστροφή στην κανονικότητα απομακρύνεται και ότι η ναυσιπλοΐα θα παραμείνει εξαιρετικά ευάλωτη σε νέες επιθέσεις.