Πώς η Κίνα «έσωσε την ημέρα» και συγκράτησε την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου

Πώς η Κίνα «έσωσε την ημέρα» και συγκράτησε την εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου
Photo: Shutterstock
Τα τεράστια αποθέματα αργού της Κίνας και η μείωση των εισαγωγών μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή λειτούργησαν ως «μαξιλάρι» για την παγκόσμια αγορά ενέργειας. Για πόσο όμως μπορεί να διαρκέσει αυτή η προστασία;

Η Κίνα φαίνεται πως αποτέλεσε τον απρόσμενο «σωτήρα» της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου, καθώς τα στρατηγικά αποθέματα αργού που συσσώρευσε επί χρόνια, σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση των εισαγωγών της μετά το ξέσπασμα του πολέμου στη Μέση Ανατολή, βοήθησαν να αποτραπεί μια πολύ βαθύτερη ενεργειακή κρίση.

Η εξέλιξη αυτή αποδείχθηκε ιδιαίτερα κρίσιμη μετά την αναστάτωση στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες και την κρίση στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς ενέργειας.

«Η Κίνα κατά κάποιον τρόπο έσωσε την ημέρα», δήλωσε ο Paul Gruenwald, παγκόσμιος επικεφαλής οικονομολόγος της S&P Global Ratings, σε συνέδριο στη Σιγκαπούρη. Όπως σημείωσε, η συμπεριφορά του Πεκίνου βοήθησε την παγκόσμια οικονομία να αποφύγει το «σενάριο της Αποκάλυψης», καθώς η πλήρης διακοπή των ενεργειακών ροών μέσω του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη εκτίναξη στις τιμές του πετρελαίου.

Τα αποθέματα πετρελαίου της Κίνας ως «ασπίδα»

Η Κίνα, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, κατάφερε να περιορίσει τις αγορές της μετά το ξέσπασμα του πολέμου, αξιοποιώντας μέρος των αποθεμάτων που είχε δημιουργήσει τα προηγούμενα χρόνια.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της αμερικανικής Energy Information Administration (EIA), η Κίνα διέθετε περίπου 1,4 δισ. βαρέλια στρατηγικών αποθεμάτων αργού πετρελαίου τον Δεκέμβριο του 2025, συμπεριλαμβανομένων των εμπορικών αποθεμάτων. Για σύγκριση, τα αντίστοιχα αποθέματα στις ΗΠΑ ανέρχονταν σε περίπου 825 εκατ. βαρέλια.

Η στρατηγική αυτή επέτρεψε στο Πεκίνο να περιορίσει τις εισαγωγές χωρίς να προκαλέσει αντίστοιχη συρρίκνωση της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Οι εισαγωγές αργού της Κίνας υποχώρησαν κάτω από τα 8 εκατ. βαρέλια την ημέρα τον Μάιο και τον Ιούνιο, καταγράφοντας την πρώτη πτώση σε ετήσια βάση από το 2016.

Η εξέλιξη είχε σημαντικές επιπτώσεις στην παγκόσμια αγορά: λιγότερη κινεζική ζήτηση σήμαινε μικρότερη πίεση στις διεθνείς τιμές σε μια περίοδο κατά την οποία η προσφορά αντιμετώπιζε σοβαρούς κινδύνους.

Από τα 200 δολάρια στα 100 δολάρια το βαρέλι

Στις αρχές της σύγκρουσης, οι αναλυτές είχαν προειδοποιήσει για ένα ακραίο σενάριο, με την τιμή του πετρελαίου να εκτοξεύεται ακόμη και στα 150 έως 200 δολάρια το βαρέλι.

Τελικά, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.

«Όχι μόνο κάναμε λάθος στο μέγεθος της κίνησης, σε ορισμένες περιπτώσεις κάναμε λάθος ακόμη και ως προς την κατεύθυνση», ανέφερε χαρακτηριστικά ο Gruenwald.

Η τιμή του Brent είχε υποχωρήσει περίπου στα 80 δολάρια το βαρέλι, προτού ανακάμψει έντονα τις τελευταίες ημέρες και ξεπεράσει εκ νέου τα 100 δολάρια, καθώς οι εχθροπραξίες μεταξύ Ιράν και ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο κλιμακώθηκαν.

Παρά την άνοδο, το επίπεδο των 100 δολαρίων θεωρείται ακόμη «διαχειρίσιμο» για την παγκόσμια οικονομία, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της S&P Global Ratings.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι τι θα συμβεί εάν η Κίνα επιστρέψει στην αγορά με τους ρυθμούς που είχε πριν από τον πόλεμο.

Η Κίνα επιστρέφει στις αγορές πετρελαίου;

Τα πρώτα σημάδια ότι το «μαξιλάρι» που δημιούργησε η Κίνα μπορεί να αρχίζει να εξασθενεί είναι ήδη ορατά.

Οι εισαγωγές αργού της χώρας αυξήθηκαν κατά 22% τον Ιούλιο και 6,2% τον Αύγουστο σε μηνιαία βάση. Παρότι παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες από τα περσινά επίπεδα, η τάση δείχνει ότι η κινεζική ζήτηση μπορεί σταδιακά να ανακάμπτει.

Και αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει νέα πηγή πίεσης για την παγκόσμια αγορά πετρελαίου.

Ο Krishna Srinivasan, διευθυντής του Τμήματος Ασίας και Ειρηνικού του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), προειδοποίησε ότι εάν η Κίνα επιστρέψει στα επίπεδα εισαγωγών που είχε πριν από τον πόλεμο, οι επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη από τις υψηλές τιμές του πετρελαίου θα είναι πολύ μεγαλύτερες από τις σημερινές εκτιμήσεις.

Με άλλα λόγια, η μειωμένη κινεζική ζήτηση λειτούργησε μέχρι σήμερα ως ένας από τους βασικούς μηχανισμούς απορρόφησης του ενεργειακού σοκ. Αν αυτή η ζήτηση επιστρέψει, η αγορά θα πρέπει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα περιορισμένη προσφορά και αυξημένη ζήτηση.

Το «μοντέλο» του Πεκίνου

Η ανθεκτικότητα της Κίνας απέναντι στην ενεργειακή κρίση δεν είναι τυχαία.

Το Πεκίνο είχε προετοιμαστεί επί χρόνια για ένα τέτοιο ενδεχόμενο, επενδύοντας τόσο στη δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων όσο και στην ενίσχυση των εναλλακτικών πηγών ενέργειας.

Όπως ανέφερε ο Kai Guo, εκτελεστικός πρόεδρος και senior fellow του China-focused think tank CF40 Institute, η κρίση επιβεβαίωσε τη στρατηγική των κινεζικών αρχών να δημιουργήσουν «πλεονάζουσα δυναμικότητα» και εναλλακτικές επιλογές, ώστε η οικονομία να μπορεί να μειώνει την κατανάλωση πετρελαίου χωρίς να πλήττεται αντίστοιχα η οικονομική δραστηριότητα.

Η Κίνα διαθέτει περίπου τέσσερις μήνες αποθεμάτων αργού στα εθνικά της αποθέματα. Παράλληλα, ένας νέος ενεργειακός νόμος που τέθηκε σε ισχύ πέρυσι υποχρεώνει μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες να διατηρούν επιπλέον αποθέματα πέραν των συνήθων εμπορικών αποθεμάτων.

«Η οικονομία είναι ουσιαστικά προστατευμένη από αυτή την πετρελαϊκή κρίση», σημείωσε η Dan Wang, διευθύντρια Κίνας στην Eurasia Group.

Ο ρόλος του άνθρακα

Κρίσιμος παράγοντας στην ανθεκτικότητα της κινεζικής οικονομίας είναι και ο άνθρακας.

Σύμφωνα με την Wang, ο άνθρακας εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει περίπου 53% του ενεργειακού μείγματος της Κίνας, λειτουργώντας ως σημαντικός απορροφητής κραδασμών όταν οι τιμές του πετρελαίου αυξάνονται.

Έτσι, η κινεζική οικονομία έχει τη δυνατότητα να υποκαθιστά μέρος της χρήσης πετρελαίου με άλλες πηγές ενέργειας, περιορίζοντας την έκθεσή της στις διεθνείς τιμές.

Πρόκειται, ωστόσο, για ένα μοντέλο που δύσκολα θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μια τυπική οικονομία, καθώς προϋποθέτει τεράστιες επενδύσεις και σημαντικό πλεόνασμα υποδομών.

Σε περιόδους ακραίας αβεβαιότητας, όμως, αυτή ακριβώς η «σπατάλη» επενδύσεων μπορεί να λειτουργήσει ως ασπίδα.

Πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει το πετρέλαιο;

Παρά τη σχετική σταθεροποίηση, οι κίνδυνοι παραμένουν υψηλοί.

Η Dan Wang εκτιμά ότι η αντιπαράθεση στον Περσικό Κόλπο μπορεί να διαρκέσει τουλάχιστον έναν ακόμη χρόνο, με την τιμή του πετρελαίου να κινείται μεταξύ 85 και 100 δολαρίων το βαρέλι έως το 2027.

Παράλληλα, ο οικονομολόγος της Goldman Sachs Daan Struyven έχει προειδοποιήσει ότι οι τιμές θα μπορούσαν να αγγίξουν ακόμη και τα 120 δολάρια το βαρέλι, εφόσον ο πόλεμος συνεχίσει να προκαλεί σοβαρές διαταραχές στη ναυτιλία και στις διεθνείς ενεργειακές ροές.

Το μεγαλύτερο ερωτηματικό πλέον είναι η Κίνα.

Για μήνες, τα τεράστια αποθέματα του Πεκίνου και η μειωμένη ζήτηση λειτούργησαν ως ένα κρίσιμο «μαξιλάρι» για την παγκόσμια αγορά. Αν όμως η χώρα αρχίσει και πάλι να αγοράζει πετρέλαιο με τους ρυθμούς του παρελθόντος, το ίδιο απόθεμα που βοήθησε να αποφευχθεί μια ενεργειακή κρίση μπορεί να πάψει να αποτελεί αρκετό αντίβαρο.

Και τότε, η επόμενη κίνηση των τιμών του πετρελαίου θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, αλλά και από το πόσο γρήγορα θα επιστρέψει η Κίνα στην παγκόσμια αγορά ενέργειας. 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: