Νέα αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ: Τι περιμένουν τώρα δανειολήπτες και καταθέτες
- 11/09/2026, 08:20
- SHARE
- Στο 4,67% διαμορφώθηκε τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων, έναντι μόλις 0,39% στις νέες καταθέσεις.
- Τα νέα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου τιμολογούνταν κατά μέσο όρο στο 3,53%.
- Στα επιχειρηματικά δάνεια έως 250.000 ευρώ το μέσο επιτόκιο έφτασε το 5,07%.
- Οι προθεσμιακές καταθέσεις έως ένα έτος απέδιδαν κατά μέσο όρο 1,24% στα νοικοκυριά.
Μια διαφορά 4,28 ποσοστιαίων μονάδων χωρίζει σήμερα το μέσο επιτόκιο των νέων δανείων από την απόδοση των νέων καταθέσεων στην Ελλάδα. Πρόκειται για την «ψαλίδα» που βρίσκεται ξανά στο επίκεντρο μετά τη νέα αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η άνοδος του επιτοκίου αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2,5% δημιουργεί διαφορετικές προσδοκίες για τις δύο πλευρές της αγοράς. Οι δανειολήπτες ανησυχούν για νέες επιβαρύνσεις, κυρίως στα προϊόντα κυμαινόμενου επιτοκίου, ενώ οι αποταμιευτές περιμένουν να διαπιστώσουν εάν οι τράπεζες θα μεταφέρουν μέρος της αύξησης και στις καταθέσεις.
Για τα πιστωτικά ιδρύματα, ένα υψηλότερο επιτοκιακό περιβάλλον μπορεί να στηρίξει τα καθαρά έσοδα από τόκους, εφόσον οι αποδόσεις των δανείων αναπροσαρμόζονται ταχύτερα από το κόστος των καταθέσεων. Το αποτέλεσμα, ωστόσο, εξαρτάται και από τη ζήτηση για νέα χρηματοδότηση, την ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου και τον ανταγωνισμό για την προσέλκυση ρευστότητας.
Δάνεια 4,67%, καταθέσεις 0,39%
Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο κόστος χρηματοδότησης και στην ανταμοιβή της αποταμίευσης.
Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο του συνόλου των νέων δανείων προς νοικοκυριά και επιχειρήσεις παρέμεινε στο 4,67%. Την ίδια περίοδο, το μέσο επιτόκιο των νέων καταθέσεων διαμορφώθηκε μόλις στο 0,39%.
Η εικόνα διαφοροποιείται στις προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς όμως να κλείνει η ψαλίδα. Οι νέες καταθέσεις νοικοκυριών με συμφωνημένη διάρκεια έως ένα έτος απέδιδαν κατά μέσο όρο 1,24%, ενώ το αντίστοιχο επιτόκιο για τις επιχειρήσεις ανερχόταν στο 2,02%.
Ακόμη χαμηλότερες ήταν οι αποδόσεις των χρημάτων που παρέμεναν άμεσα διαθέσιμα. Το μέσο επιτόκιο στις καταθέσεις μίας ημέρας των νοικοκυριών βρισκόταν στο 0,03% και των επιχειρήσεων στο 0,13%.
Τα στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι η μεταβολή της νομισματικής πολιτικής δεν περνά με την ίδια ένταση και ταχύτητα σε όλα τα τραπεζικά προϊόντα. Τα δάνεια επηρεάζονται πιο άμεσα από το κόστος χρήματος, ενώ η προσαρμογή των καταθετικών αποδόσεων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον ανταγωνισμό και τις ανάγκες χρηματοδότησης κάθε τράπεζας.
Ποιοι δανειολήπτες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή
Η μεγαλύτερη έκθεση στις νέες αυξήσεις αφορά τα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, των οποίων η τιμολόγηση συνδέεται συνήθως με το Euribor ή άλλο επιτόκιο αναφοράς.
Στα νέα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου, το μέσο κόστος ανερχόταν τον Ιούλιο στο 3,53%. Τα υφιστάμενα στεγαστικά υπόλοιπα με διάρκεια άνω των πέντε ετών είχαν μέσο επιτόκιο 3,72%, αυξημένο κατά έξι μονάδες βάσης μέσα σε έναν μήνα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε δανειολήπτης θα δει αυτόματη αύξηση της δόσης κατά 25 μονάδες βάσης. Η τελική επίπτωση εξαρτάται από τον δείκτη αναφοράς, το περιθώριο της τράπεζας και τον χρόνο επανακαθορισμού του επιτοκίου που προβλέπει η σύμβαση.
Τα δάνεια σταθερού επιτοκίου δεν επηρεάζονται κατά τη συμφωνημένη περίοδο σταθερής χρέωσης. Η νέα άνοδος μπορεί, ωστόσο, να επηρεάσει την τιμολόγηση μελλοντικών στεγαστικών, αναχρηματοδοτήσεων και νέων προγραμμάτων σταθερού ή μεικτού επιτοκίου.
Πάνω από 5% για τις μικρότερες χρηματοδοτήσεις
Αυξημένο παραμένει το κόστος και για τις επιχειρήσεις, με τις μικρότερες χρηματοδοτήσεις να εμφανίζουν υψηλότερα επιτόκια.
Τον Ιούλιο, το μέσο επιτόκιο των νέων επιχειρηματικών δανείων συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 4,21%. Για τα αντίστοιχα δάνεια προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις το κόστος έφτασε το 4,45%.
Η διαφορά γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν τα δάνεια διαχωριστούν με βάση το ύψος τους:
- Για χρηματοδοτήσεις έως 250.000 ευρώ, το μέσο επιτόκιο διαμορφώθηκε στο 5,07%.
- Για ποσά από 250.001 ευρώ έως 1 εκατ. ευρώ, ανήλθε στο 4,52%.
- Για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ, περιορίστηκε στο 4,14%.
Για μια μικρή ή μεσαία επιχείρηση, η οποία χρειάζεται κεφάλαιο κίνησης ή χρηματοδότηση μιας επένδυσης, η διαφορά αυτή είναι καθοριστική. Όσο αυξάνεται το κόστος του δανείου, τόσο υψηλότερη απόδοση πρέπει να προσφέρει ένα επιχειρηματικό σχέδιο για να παραμείνει βιώσιμο.
Θα επαναληφθεί η προστασία του 2023;
Το βασικό ερώτημα για τα νοικοκυριά είναι εάν οι ελληνικές τράπεζες θα επιλέξουν να απορροφήσουν μέρος της νέας επιβάρυνσης στα στεγαστικά κυμαινόμενου επιτοκίου.
Υπάρχει ήδη το προηγούμενο του 2023. Τότε, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες ενεργοποίησαν προγράμματα για συνεπείς δανειολήπτες, διατηρώντας για συγκεκριμένο διάστημα τα επιτόκια αναφοράς στα επίπεδα της 31ης Μαρτίου 2023, μειωμένα κατά 20 μονάδες βάσης.
Το μέτρο κάλυπτε επιλέξιμα, ενήμερα στεγαστικά δάνεια φυσικών προσώπων με κυμαινόμενο επιτόκιο και προστάτευε τους δικαιούχους από τις επόμενες αυξήσεις της ΕΚΤ.
Δεν υπάρχει προς το παρόν ένδειξη ότι θα επαναληφθεί αυτομάτως το ίδιο μοντέλο. Η προηγούμενη παρέμβαση είχε συγκεκριμένα χρονικά και πιστοληπτικά κριτήρια, ενώ η σημερινή εικόνα των επιτοκίων, της κερδοφορίας και του ανταγωνισμού είναι διαφορετική.
Το δίλημμα για τις τράπεζες είναι εάν θα προχωρήσουν σε μια νέα στοχευμένη πρωτοβουλία ή εάν η αύξηση των επιτοκίων αναφοράς θα περάσει κανονικά στις δόσεις, με βάση τους όρους κάθε σύμβασης.
Γιατί δεν ανεβαίνουν εξίσου οι καταθέσεις
Η περιορισμένη απόδοση των καταθέσεων συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με την υψηλή ρευστότητα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Όταν μια τράπεζα διαθέτει επαρκή και σταθερή καταθετική βάση, έχει μικρότερο κίνητρο να προσφέρει υψηλότερα επιτόκια για να προσελκύσει επιπλέον κεφάλαια.
Οι καλύτερες αποδόσεις της αγοράς αφορούν συνήθως προθεσμιακές καταθέσεις, «νέο χρήμα», υψηλότερα ελάχιστα ποσά ή προϊόντα με πρόσθετες προϋποθέσεις. Δεν αντιπροσωπεύουν, επομένως, τη μέση απόδοση που λαμβάνει το σύνολο των καταθετών.
Σε άλλες ευρωπαϊκές αγορές, κυρίως μέσω ψηφιακών τραπεζών και ξένων πιστωτικών ιδρυμάτων, εμφανίζονται επιλεγμένες προσφορές άνω του 3%. Ορισμένα προϊόντα φτάνουν ακόμη και το 4%, αλλά συχνά αφορούν περιορισμένη διάρκεια, συγκεκριμένα ποσά ή απαιτούν πρόσθετη σύνδεση του πελάτη με την τράπεζα.
Οι συγκεκριμένες προσφορές δεν είναι ευθέως συγκρίσιμες με τον μέσο όρο της αγοράς, δείχνουν όμως ότι ο ανταγωνισμός μπορεί να επιταχύνει τη μεταφορά των αυξήσεων προς τους αποταμιευτές.
Τα 120,9 δισ. ευρώ των καταθέσεων χαμηλής απόδοσης
Περίπου 120,9 δισ. ευρώ παραμένουν στην Ελλάδα σε λογαριασμούς που αποφέρουν πολύ χαμηλό ή μηδενικό τόκο, σύμφωνα με εκτίμηση που παρουσίασε η Revolut.
Ο όρος «αδρανείς» χρησιμοποιείται εδώ για να περιγράψει κεφάλαια που παραμένουν σε προϊόντα χαμηλής απόδοσης και όχι αδρανείς λογαριασμούς με τη νομική έννοια, δηλαδή καταθέσεις χωρίς συναλλαγή επί 20 χρόνια.
Η εκτίμηση αναδεικνύει το πρόβλημα της απώλειας αγοραστικής δύναμης όταν η απόδοση της αποταμίευσης υπολείπεται σημαντικά του πληθωρισμού.
Για τις τράπεζες, ο μεγάλος όγκος καταθέσεων χαμηλού κόστους αποτελεί πηγή φθηνής χρηματοδότησης. Για τα νοικοκυριά, αντίθετα, δημιουργεί την ανάγκη αναζήτησης καλύτερων αποδόσεων, με προσεκτική αξιολόγηση της διάρκειας, της φορολογίας, της ρευστότητας και του επενδυτικού κινδύνου.