Τεχνητή Νοημοσύνη: Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα κρίση τύπου 2008; 

Τεχνητή Νοημοσύνη: Βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα κρίση τύπου 2008; 
Photo: Shutterstock
Η αδιαφάνεια στις αγορές χρέους, τα private credit funds και το σενάριο μιας νέας χρηματοπιστωτικής κρίσης. 

Eδώ και μήνες, αν όχι χρόνια, η τεχνητή νοημοσύνη (AI) κυριαρχεί στις προβλέψεις και τις εικασίες για το μέλλον, τροφοδοτώντας παράλληλα τις εικασίες για το παρόν.

Οι επιχειρήσεις που σχετίζονται με την AI ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τη θεαματική άνοδο του χρηματιστηριακού δείκτη S&P 500.

Οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων αποτελούν σημαντικό παράγοντα της αύξησης των επιτοκίων στις ΗΠΑ, καθώς ο δανεισμός για την κατασκευή τους ανταγωνίζεται για διαθέσιμη πίστωση μια ομοσπονδιακή κυβέρνηση που αντιμετωπίζει επίμονα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Με τόσο μεγάλο όγκο επενδύσεων να στηρίζεται σε μια ταχέως αναπτυσσόμενη νέα τεχνολογία, τι θα συμβεί αν οι ταμειακές ροές και τα κέρδη των hyperscalers που κατασκευάζουν κέντρα δεδομένων, καθώς και των εταιρειών AI που ενοικιάζουν αυτή την υποδομή (δύο κατηγορίες που αλληλεπικαλύπτονται), αποδειχθούν κατώτερα των προσδοκιών;

Τι θα σήμαινε αυτή η απογοήτευση για τις χρηματοπιστωτικές αγορές;

Θα μπορούσε να ακολουθήσει μια κρίση; Αυτό το σενάριο θα μπορούσε να υλοποιηθεί για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.
Τα οφέλη της AI στην παραγωγικότητα μπορεί να έχουν υπερεκτιμηθεί, οπότε οι επιχειρήσεις που εξετάζουν την υιοθέτηση μοντέλων αιχμής θα περιορίσουν τη ζήτησή τους για tokens, δηλαδή τις βασικές μονάδες δεδομένων που επεξεργάζονται αυτά τα μοντέλα.

Εναλλακτικά, η διαθεσιμότητα μοντέλων με ανοιχτά βάρη (open-weight models), τα οποία επιτρέπουν στους χρήστες να προσαρμόζουν τις παραμέτρους ενός μοντέλου στις ανάγκες τους, μπορεί να επιτρέψει στους χρήστες να δημιουργούν μικρά γλωσσικά μοντέλα που λειτουργούν στη δική τους υποδομή ή ακόμη και σε φορητούς υπολογιστές.

Σε κάθε περίπτωση, τα έσοδα που θα αποκομίζουν οι επενδυτές από τα κέντρα δεδομένων θα υπολείπονται των προσδοκιών.
Ο πιο άμεσος και ορατός αντίκτυπος θα ήταν μια απότομη πτώση στις υψηλές χρηματιστηριακές αποτιμήσεις των «Magnificent 7», των επτά εταιρειών τεχνολογίας και συναφών κλάδων με εξαιρετικά υψηλή κεφαλαιοποίηση που έχουν οδηγήσει τον S&P 500. Ωστόσο, οι διορθώσεις στο χρηματιστήριο δεν αποτελούν εγγύηση ούτε για την εκδήλωση κρίσεων ούτε ακόμη και για την εμφάνιση ύφεσης.

Αν η τιμή των μετοχών της Meta πέσει, ο Mark Zuckerberg θα αγοράσει λιγότερα κάστρα στην Ιρλανδία. Θα υπήρχε επιβράδυνση της κατανάλωσης και των επενδυτικών δαπανών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Θα υπήρχαν απώλειες για επενδυτικά κεφάλαια, όπως το Situational Awareness, που ειδικεύονται σε επιχειρήσεις και επενδύσεις σχετικές με την AI.

Ωστόσο, χρηματοπιστωτική κρίση θα ακολουθούσε μόνο αν εμπλέκονταν τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες και άλλοι βασικοί θεσμικοί επενδυτές.

Και υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι αυτοί είναι εκτεθειμένοι σε σημαντικό βαθμό στον κίνδυνο που συνδέεται με τις μετοχές της AI.

Οι εξελίξεις στις αγορές χρέους είναι ακόμη πιο ανησυχητικές. Καθώς το κόστος κατασκευής κέντρων δεδομένων υπερβαίνει τις ελεύθερες ταμειακές ροές των επενδυτών που τα χρηματοδοτούν, και καθώς τα έσοδα από πιθανούς ενοικιαστές παραμένουν ακόμη μακρινή προοπτική, μεγάλο μέρος αυτών των επενδύσεων χρηματοδοτείται μέσω δανεισμού από ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια (private credit funds), δηλαδή μη τραπεζικές εταιρείες που χορηγούν δάνεια κατόπιν ιδιωτικής διαπραγμάτευσης.
Εάν η ζήτηση για υπηρεσίες κέντρων δεδομένων είναι χαμηλότερη από την αναμενόμενη, αυτά τα δάνεια θα καταστούν προβληματικά — ένας ευγενικός τρόπος να πούμε ότι οι δανειολήπτες θα αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους.

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι ποιοι επενδύουν στα ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια. Σύμφωνα με όσα γνωρίζουμε, αυτό τον ρόλο έχουν αναλάβει τα family offices και τα άτομα υψηλής καθαρής περιουσίας που επενδύουν σε κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου (venture capital) και μπορούν να αντέξουν περιστασιακές απώλειες.

Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι η συντριπτική πλειονότητα της ιδιωτικής πιστωτικής χρηματοδότησης προέρχεται από θεσμικούς επενδυτές: συνταξιοδοτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες και πανεπιστημιακά κληροδοτήματα.

Επιπλέον, τα ιδιωτικά πιστωτικά κεφάλαια έχουν λάβει μέτρα για να αποκτήσουν πρόσβαση σε αυτά τα θεσμικά κεφάλαια, εξαγοράζοντας ασφαλιστικές εταιρείες, στα χαρτοφυλάκια ενεργητικού των οποίων μπορούν να τοποθετήσουν μεγάλο όγκο δανείων.
Αυτό δημιουργεί τον φόβο μιας κρίσης στον ασφαλιστικό κλάδο, η οποία θα μπορούσε να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους.
Οι ιδιοκτήτες των ασφαλιστικών εταιρειών που είναι private credit funds θα μπορούσαν να τις ανακεφαλαιοποιήσουν, εφόσον διαθέτουν τα απαραίτητα κεφάλαια.

Εναλλακτικά, τα κρατικά ταμεία εγγυήσεων, στα οποία συνεισφέρουν οι υγιείς ασφαλιστικές εταιρείες, θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν την ανακεφαλαιοποίηση — αν και δεν θα υπάρχουν υγιείς εταιρείες εάν ολόκληρος ο κλάδος καταρρεύσει.
Τέλος, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα μπορούσε να παρέμβει με ένα σχέδιο διάσωσης, όπως έκανε με την American International Group το 2008.

Πέρα από τον δανεισμό από συνταξιοδοτικά ταμεία και ασφαλιστικές εταιρείες, οι εταιρείες private credit δανείζονται και από εμπορικές τράπεζες, χρησιμοποιώντας ως εξασφάλιση το χαρτοφυλάκιο των δανείων τους, αυξάνοντας έτσι τη μόχλευση των επενδύσεών τους και ενισχύοντας τις αποδόσεις τους.

Ακόμη και αν οι τράπεζες δεν δανείζουν απευθείας σε εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης και κέντρα δεδομένων ούτε επενδύουν άμεσα σε αυτά, ενδέχεται και πάλι να βρεθούν εκτεθειμένες. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι οι εποπτικές αρχές τους παρακολουθούν την κατάσταση.

Τέλος, οι εταιρείες private credit, οι οποίες αρχικά βασίζονταν σε ένα μοντέλο «αγοράζω και διακρατώ» (buy-and-hold), τιτλοποιούν ολοένα και περισσότερο τα δάνειά τους.

Συσκευάζουν αυτά τα δάνεια μέσω οντοτήτων ειδικού σκοπού (special purpose vehicles – SPVs), οι οποίες εκδίδουν ομόλογα που υποστηρίζονται από τις σχετικές ταμειακές ροές.

Τα ομόλογα χωρίζονται σε επίπεδα κινδύνου ή «tranches», τα οποία έχουν διαφορετική προτεραιότητα στην είσπραξη των πληρωμών για την εξυπηρέτηση του χρέους — πρώτη, δεύτερη και τρίτη προτεραιότητα.

Η λεγόμενη «mezzanine tranche», δηλαδή η κατηγορία ομολόγων μεσαίου κινδύνου, στη συνέχεια πωλείται σε άλλους διαχειριστές κεφαλαίων.
Για να εκτιμήσουμε πόσο άμεσος είναι ο κίνδυνος μιας κρίσης, θα χρειαζόταν να γνωρίζουμε περισσότερα για το επίπεδο κινδύνου αυτής της mezzanine tranche και για το ποιοι την κατέχουν.

Δεν το γνωρίζουμε. Αν αυτό σας θυμίζει τον ρόλο που έπαιξαν η τιτλοποίηση, οι οντότητες ειδικού σκοπού, η κατάτμηση σε tranches και η αδιαφάνεια στην κρίση των στεγαστικών δανείων υψηλού κινδύνου (subprime) του 2007-08, δεν είστε οι μόνοι.

Όπως ακριβώς οι αγορές χρέους τροφοδότησαν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση που οδήγησε σε σχεδόν κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, έτσι και η έκθεσή τους στην τεχνητή νοημοσύνη θα καθορίσει τις εξελίξεις τώρα.
Το πρόβλημα είναι ότι διαθέτουμε μόνο πολύ περιορισμένες δημόσιες πληροφορίες σχετικά με αυτές τις αγορές, ενώ οι εποπτικές αρχές δεν διευκολύνουν καθόλου την πρόσβαση σε αυτές τις πληροφορίες.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:

Πηγή: Project Syndicate