Σε συναγερμό οι αγορές ομολόγων – Γιατί φοβούνται το όριο του 5%

Σε συναγερμό οι αγορές ομολόγων – Γιατί φοβούνται το όριο του 5%
Photo: Shutterstock
Στο 4,97% έφτασε η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου.
  • Οι αγορές αποτιμούν πιθανότητα περίπου 70% για αύξηση των επιτοκίων από τη Fed τον Σεπτέμβριο.
  • Η άνοδος του πετρελαίου ενισχύει τις ανησυχίες για επίμονο πληθωρισμό.
  • Το sell-off έχει επεκταθεί στις αγορές ομολόγων της Ευρώπης, της Αυστραλίας και της Ιαπωνίας.

Σε απόσταση αναπνοής από το ψυχολογικό όριο του 5% βρίσκεται η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου, καθώς οι επενδυτές περιορίζουν τις τοποθετήσεις τους στα Treasuries και προετοιμάζονται για μια πιθανή νέα αύξηση επιτοκίων από τη Federal Reserve.

Η απόδοση του τίτλου αναφοράς ενισχύθηκε την Παρασκευή έως το 4,97%, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2023. Συνολικά μέσα στην εβδομάδα έχει αυξηθεί κατά περίπου 19 μονάδες βάσης, καθώς η εκτίναξη του πετρελαίου εντείνει τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό και διατηρεί ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω νομισματικής σύσφιξης.

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στα στοιχεία για τις τιμές καταναλωτή στις ΗΠΑ. Η μέτρηση θεωρείται κρίσιμη για τη συνεδρίαση της Fed στις 16 Σεπτεμβρίου, με τις αγορές να αποτιμούν πιθανότητα περίπου 70% για αύξηση των επιτοκίων.

Ο Πάντραικ Γκάρβεϊ, επικεφαλής έρευνας για την αμερικανική αγορά στην ING, εκτιμά ότι η άνοδος του 10ετούς στο 5% μοιάζει πλέον περισσότερο με αναπόφευκτη εξέλιξη παρά με απλή πρόβλεψη. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι υψηλότερες πραγματικές αποδόσεις, οι δημοσιονομικές ανησυχίες και η αυξημένη προσφορά ομολόγων αποτελούν τις βασικές δυνάμεις πίσω από την κίνηση, ενώ οι τιμές του πετρελαίου και οι πληθωριστικές προσδοκίες προσθέτουν νέες πιέσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το sell-off ξεπερνά τα αμερικανικά σύνορα

Οι ισχυρές πιέσεις δεν περιορίζονται στην αγορά των ΗΠΑ. Οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων κινούνται ανοδικά διεθνώς, καθώς οι επενδυτές επανεκτιμούν πόσο γρήγορα και πόσο αποφασιστικά θα χρειαστεί να αντιδράσουν οι κεντρικές τράπεζες στην αναζωπύρωση του πληθωρισμού.

Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς έφτασε την Πέμπτη στο υψηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ στην Αυστραλία οι βραχυπρόθεσμοι κρατικοί τίτλοι κινήθηκαν σε υψηλά 15 ετών.

Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ενισχύθηκε έως το 2,97%, πλησιάζοντας το κρίσιμο όριο του 3%, καθώς οι επίμονες πιέσεις στις τιμές χονδρικής ενισχύουν τις εκτιμήσεις για νέα αύξηση επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας.

Η γενικευμένη πτώση των τιμών των ομολόγων έχει οδηγήσει τον δείκτη παγκόσμιων αποδόσεων σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2007. Οι επενδυτές προεξοφλούν ότι περισσότερες κεντρικές τράπεζες θα διατηρήσουν περιοριστική στάση ή θα προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις έως το τέλος του έτους.

Ο Μάικλ Τανγκ, στρατηγικός αναλυτής επιτοκίων στην Commonwealth Bank of Australia, θεωρεί ότι μια ηπιότερη μέτρηση του αμερικανικού πληθωρισμού θα μπορούσε να περιορίσει το sell-off. Παράλληλα, μια ξεκάθαρη κίνηση της Fed ενδέχεται να καθησυχάσει όσους φοβούνται ότι η κεντρική τράπεζα μένει πίσω από τις εξελίξεις.

Στο επίκεντρο τα στοιχεία πληθωρισμού

Οι οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg εκτιμούν ότι ο δομικός δείκτης τιμών καταναλωτή, από τον οποίο εξαιρούνται οι πιο ευμετάβλητες τιμές τροφίμων και ενέργειας, αυξήθηκε κατά περίπου 0,2% τον Αύγουστο σε μηνιαία βάση.

Η ανακοίνωση ακολουθεί τα στοιχεία για τις τιμές παραγωγού, τα οποία έδειξαν ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να ασκεί ανοδικές πιέσεις.

Οι αγορές έχουν ήδη μετακινηθεί προς ένα πιο επιθετικό σενάριο για τη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ. Πέρα από την πιθανότητα αύξησης τον Σεπτέμβριο, οι επενδυτές τιμολογούν πλέον συνολικά δύο κινήσεις έως τον Ιανουάριο.

Η Fed βρίσκεται, επομένως, αντιμέτωπη με μια δύσκολη ισορροπία. Μια νέα αύξηση μπορεί να ενισχύσει την αξιοπιστία της στη μάχη κατά του πληθωρισμού, αλλά ταυτόχρονα θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την αγορά κατοικίας, την εταιρική χρηματοδότηση και τις αποτιμήσεις των μετοχών.

Το δύσκολο όριο του 5%

Η απόδοση του 5% δεν αποτελεί κάποιο θεσμικό ή τεχνικό όριο. Διαθέτει, όμως, ισχυρό συμβολισμό για τις αγορές, επειδή λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για το κόστος κεφαλαίου σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Το 10ετές Treasury είχε ξεπεράσει οριακά το 5% και το 2023. Η σημερινή συγκυρία είναι διαφορετική, καθώς η άνοδος των αποδόσεων συμπίπτει με αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες, υψηλό δημόσιο χρέος και μεγαλύτερες ανησυχίες για τη δημοσιονομική πορεία των ΗΠΑ.

Για την αγορά εμπορεύσιμου αμερικανικού κρατικού χρέους, αξίας περίπου 32 τρισ. δολαρίων, μια παρατεταμένη παραμονή των αποδόσεων πάνω από το 5% θα αύξανε την πίεση στο κόστος εξυπηρέτησης και αναχρηματοδότησης.

Το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών επιχείρησε να περιορίσει την ένταση με διευρυμένη επαναγορά μακροπρόθεσμων τίτλων. Η παρέμβαση, ωστόσο, δεν έπεισε την αγορά, καθώς το ποσό που επαναγοράστηκε ήταν μικρότερο από τα 6 δισ. δολάρια που περίμεναν οι επενδυτές.

Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει υποστηρίξει ότι η αγορά των Treasuries παραμένει σε πολύ καλή κατάσταση, επικαλούμενος και την ισχυρή ζήτηση στις πρόσφατες δημοπρασίες. Παρ’ όλα αυτά, η απόδοση του 10ετούς συνέχισε να κινείται ανοδικά, ενώ το 30ετές έφτασε σε υψηλό 19 ετών, πάνω από το 5,38%.

Σύμφωνα με τον Άντριου Τάιχερστ, στρατηγικό αναλυτή επιτοκίων της Nomura, ορισμένες μη συμβατικές δηλώσεις και κινήσεις της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν ενισχύσει τη νευρικότητα. Το περιβάλλον ήταν ήδη εύθραυστο εξαιτίας του υψηλού δημόσιου χρέους και των μεγάλων αναγκών χρηματοδότησης.

Οι επιπτώσεις σε στεγαστικά και μετοχές

Οι αποδόσεις των Treasuries αποτελούν σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος του παγκόσμιου κόστους δανεισμού. Η άνοδός τους περνά στα εταιρικά ομόλογα, στα καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια, αλλά και στην αποτίμηση των μετοχών.

Στις ΗΠΑ, τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων έχουν ήδη ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 12 και πλέον μηνών, επιβαρύνοντας μια αγορά κατοικίας που αντιμετωπίζει ήδη προβλήματα προσιτότητας. Οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων επηρεάζουν ιδιαίτερα τα στεγαστικά σταθερού επιτοκίου, καθώς καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το κόστος με το οποίο χρηματοδοτούνται οι τράπεζες.

Παράλληλα, οι υψηλότερες αποδόσεις αυξάνουν το προεξοφλητικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται για την αποτίμηση των μελλοντικών εταιρικών κερδών. Αυτό ασκεί μεγαλύτερη πίεση στις μετοχές εταιρειών ανάπτυξης και τεχνολογίας, των οποίων οι αποτιμήσεις βασίζονται σε κέρδη που αναμένονται σε βάθος χρόνου.

Ο Τζον Χίγκινς, επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος της Capital Economics, εκτιμά ότι η υπέρβαση του 5% μπορεί να αποτελέσει σημείο αυξημένης αναταραχής. Ακόμη και αν το συγκεκριμένο επίπεδο δεν έχει κάποια «μαγική» ιδιότητα, η παραμονή των αποδόσεων σε τόσο υψηλές ζώνες αυξάνει τις ανησυχίες για τα αμερικανικά δημόσια οικονομικά και δημιουργεί δυσμενέστερες συνθήκες για τις αγορές μετοχών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: