Fed: Γιατί μια νέα αύξηση επιτοκίων μπορεί να μην νικήσει τον πληθωρισμό

Fed: Γιατί μια νέα αύξηση επιτοκίων μπορεί να μην νικήσει τον πληθωρισμό
Chair of the Federal Reserve Kevin Warsh holds a news conference at the William McChesney Martin Jr. Federal Reserve Board Building in Washington, DC, on July 29, 2026. The US Federal Reserve on Wednesday held interest rates in the world's largest economy steady, with three of 12 policymakers dissenting from the majority decision and calling for a quarter percentage point rate hike. The Fed held rates at 3.50-3.75 percent for the fifth straight meeting, with language describing inflation, unemployment and economic activity unchanged from its last rate decision. It described inflation as "elevated." (Photo by Brendan SMIALOWSKI / AFP) Photo: AFP
Πόλεμος με το Ιράν, δασμοί, ελλείψεις ημιαγωγών και επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη περιορίζουν την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής – Το κρίσιμο τεστ του αμερικανικού πληθωρισμού.
  • Τα στοιχεία πληθωρισμού του Αυγούστου αναμένεται να καθορίσουν την απόφαση της Fed στις 15 και 16 Σεπτεμβρίου.
  • Οι αγορές αποτιμούν πιθανότητα περίπου 60% για αύξηση των επιτοκίων.
  • Οι οικονομολόγοι περιμένουν μηνιαία άνοδο 0,4% στον γενικό και 0,2% στον δομικό πληθωρισμό.
  • Πόλεμος με το Ιράν, δασμοί και έλλειψη ημιαγωγών τροφοδοτούν ανατιμήσεις που δεν αντιμετωπίζονται εύκολα με υψηλότερα επιτόκια.
  • Οι ανακοινωμένες επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων ενδέχεται να φτάσουν τα 5,5 τρισ. δολάρια έως το 2030.
  • Το μεγαλύτερο μέρος της πίεσης από μια νέα αύξηση αναμένεται να περάσει στα νοικοκυριά και στην κατανάλωση.

Τα στοιχεία για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ που δημοσιεύονται σήμερα, Παρασκευή, αναμένεται να κρίνουν εάν η Federal Reserve θα προχωρήσει σε νέα αύξηση των επιτοκίων κατά τη συνεδρίαση της 15ης και 16ης Σεπτεμβρίου.

Οι επενδυτές αποτιμούν την πιθανότητα μιας αύξησης περίπου στο 60%, σύμφωνα με τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, καθώς οι αξιωματούχοι της Fed αναζητούν περισσότερες αποδείξεις ότι ο υποκείμενος πληθωρισμός κινείται σταθερά προς τον στόχο του 2%.

Το πρόβλημα για την κεντρική τράπεζα είναι ότι το βασικό εργαλείο που διαθέτει —η αύξηση του κόστους δανεισμού— μπορεί να αποδειχθεί ελάχιστα αποτελεσματικό απέναντι στις δυνάμεις που τροφοδοτούν σήμερα τις ανατιμήσεις.

Ο πόλεμος με το Ιράν, οι δασμοί και η έλλειψη ημιαγωγών αποτελούν τις βασικές πηγές του πληθωρισμού που κινείται πάνω από την κανονική τάση, σύμφωνα με τη Στέφανι Ροθ, επικεφαλής οικονομολόγο της Wolfe Research. Όπως επισημαίνει, μία ή δύο αυξήσεις επιτοκίων δύσκολα θα αλλάξουν ουσιαστικά αυτό το περιβάλλον.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Το κρίσιμο τεστ του πληθωρισμού

Οι οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg εκτιμούν ότι ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή αυξήθηκε κατά 0,4% τον Αύγουστο σε μηνιαία βάση.

Για τον δομικό πληθωρισμό, από τον οποίο εξαιρούνται οι περισσότερο ευμετάβλητες τιμές των τροφίμων και της ενέργειας, η διάμεση πρόβλεψη δείχνει άνοδο 0,2% σε σχέση με τον Ιούλιο.

Τα μηνύματα από το εσωτερικό της Fed παραμένουν μοιρασμένα. Ορισμένοι αξιωματούχοι θεωρούν ότι η επίμονη απόκλιση από τον στόχο του 2% καθιστά αναγκαία την αύξηση των επιτοκίων. Άλλοι βλέπουν ενδείξεις αποκλιμάκωσης των υποκείμενων πιέσεων και προκρίνουν μια περίοδο αναμονής.

Η απόφαση θα έχει άμεσες επιπτώσεις στο κόστος του χρήματος. Μια νέα αύξηση θα επιβαρύνει τα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, τις πιστωτικές κάρτες και τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.

Δεν θα μπορούσε, όμως, να αυξήσει την προσφορά πετρελαίου, να ανατρέψει τους αμερικανικούς δασμούς ή να αντιμετωπίσει την έλλειψη ημιαγωγών.

Οι ανατιμήσεις που δεν «ακούν» τη Fed

Οι κεντρικές τράπεζες αυξάνουν τα επιτόκια με στόχο να κάνουν ακριβότερο τον δανεισμό και να περιορίσουν τη συνολική ζήτηση. Η χαμηλότερη κατανάλωση και επενδυτική δραστηριότητα ασκούν, υπό κανονικές συνθήκες, καθοδική πίεση στις τιμές.

Στη σημερινή συγκυρία, όμως, σημαντικό μέρος του πληθωρισμού στις ΗΠΑ προέρχεται από διαδοχικές διαταραχές στην πλευρά της προσφοράς.

Ο πόλεμος με το Ιράν οδήγησε τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, αυξάνοντας το κόστος των καυσίμων και των μεταφορών. Η ακριβότερη ενέργεια αναμένεται να είναι ένας από τους βασικούς λόγους επιτάχυνσης του γενικού πληθωρισμού τον Αύγουστο.

Τα στοιχεία για τις τιμές παραγωγού έδειξαν ήδη αύξηση 0,4% σε μηνιαία βάση και 5,4% σε ετήσια, με τις τιμές ενέργειας να ενισχύονται κατά 4,2%. Μετά την ανακοίνωσή τους, οι πιθανότητες μιας αύξησης επιτοκίων από τη Fed κινήθηκαν ακόμη υψηλότερα.

Η δεύτερη μεγάλη πηγή πιέσεων είναι η εμπορική πολιτική. Οι εκτεταμένοι δασμοί που ανακοίνωσε ο Ντόναλντ Τραμπ τον Απρίλιο του 2025 αύξησαν το κόστος των εισαγόμενων αγαθών και περιόρισαν την προσφορά ορισμένων προϊόντων στην αμερικανική αγορά.

Αρκετοί αξιωματούχοι της Fed θεωρούν ότι το μεγαλύτερο μέρος της άμεσης επίδρασης των δασμών έχει ήδη περάσει στις τιμές. Παρακολουθούν, ωστόσο, εάν αυτές οι αυξήσεις επεκτείνονται σταδιακά σε μεγαλύτερο τμήμα της οικονομίας.

Ο διοικητής της Fed Κρίστοφερ Γουόλερ ανέφερε ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιβεβαιωθεί ο αρχικός φόβος του πως η ακριβότερη ενέργεια θα προκαλούσε εκτεταμένες ανατιμήσεις σε αγαθά και υπηρεσίες. Το εάν η εικόνα αυτή διατηρήθηκε τον Αύγουστο αποτελεί ένα από τα βασικά ερωτήματα της σημερινής ανακοίνωσης.

Δύο ταχύτητες στις κατασκευές

Η στεγαστική αγορά έχει ήδη επηρεαστεί έντονα από το υψηλό κόστος δανεισμού και τις αυξημένες τιμές των κατοικιών. Οι πωλήσεις παραμένουν υποτονικές, ενώ η απασχόληση στις κατασκευές κατοικιών ακολουθεί πτωτική πορεία από τον Σεπτέμβριο του 2024.

Αυτός είναι ένας από τους παραδοσιακούς μηχανισμούς μέσω των οποίων λειτουργεί η νομισματική πολιτική: τα υψηλότερα επιτόκια περιορίζουν τη ζήτηση κατοικιών, μειώνουν τη νέα οικοδομική δραστηριότητα και τελικά επηρεάζουν την απασχόληση και την κατανάλωση.

Η εικόνα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική στις μη οικιστικές κατασκευές. Η συνολική απασχόληση του κλάδου έφτασε σε ιστορικό υψηλό τον Αύγουστο, χάρη στην ενίσχυση των τεχνικών έργων, των υποδομών και κυρίως των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων.

Η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως «αμορτισέρ»

Οι επενδύσεις σε κέντρα δεδομένων και υποδομές τεχνητής νοημοσύνης εξελίσσονται σε έναν ιδιαίτερα ισχυρό μηχανισμό στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας.

Οι ανακοινωμένες κεφαλαιουχικές επενδύσεις σε data centers θα μπορούσαν να φτάσουν συνολικά τα 5,5 τρισ. δολάρια έως το 2030, σύμφωνα με εκτιμήσεις της JPMorgan.

Παράλληλα, ανάλυση της Barclays δείχνει ότι οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι —οι αποκαλούμενοι hyperscalers— δαπανούν ήδη περισσότερο από το 90% των λειτουργικών ταμειακών ροών τους σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.

Οι εταιρείες αυτές θεωρείται απίθανο να αναθεωρήσουν τα επενδυτικά τους σχέδια μόνο και μόνο επειδή το κόστος χρηματοδότησης ενός κέντρου δεδομένων αυξήθηκε κατά 50 ή 75 μονάδες βάσης.

Η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί έτσι ως «αμορτισέρ» απέναντι στη σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής. Οι απώλειες θέσεων εργασίας στην κατασκευή κατοικιών αντισταθμίζονται από την προσθήκη νέων θέσεων σε τεχνικά έργα, ενεργειακές υποδομές και data centers.

«Η οικονομία είναι πολύ λιγότερο ευαίσθητη στα επιτόκια από ό,τι σε προηγούμενους κύκλους», εκτιμά ο Ατζάι Ρατζαντιακσά, επικεφαλής ερευνών της Barclays.

Η πίεση επιστρέφει στον καταναλωτή

Εφόσον τα υψηλότερα επιτόκια δεν μπορούν να περιορίσουν εύκολα τις ανατιμήσεις που προκαλούν η ενέργεια, οι δασμοί και οι ελλείψεις στην προσφορά —ούτε να ανακόψουν τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη— η μεγαλύτερη πίεση κινδυνεύει να μεταφερθεί στην κατανάλωση.

Τα αμερικανικά νοικοκυριά επιβαρύνονται ήδη από το αυξημένο κόστος δανεισμού, ακόμη και χωρίς νέα παρέμβαση της Fed. Η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου ανέβηκε αυτή την εβδομάδα στο υψηλότερο επίπεδο από το 2023, ενώ τα στεγαστικά επιτόκια έφτασαν σε υψηλό άνω του ενός έτους.

Σε ένα περιβάλλον στάσιμων πραγματικών εισοδημάτων, μια νέα αύξηση των επιτοκίων θα μπορούσε να περιορίσει τις μη απαραίτητες αγορές και να επιβραδύνει οριακά την οικονομική ανάπτυξη, σύμφωνα με τον Κρίστοφερ Χοτζ, επικεφαλής οικονομολόγο της Natixis για τις ΗΠΑ.

Η ανεργία παραμένει χαμηλή, δίνοντας στη Fed περιθώριο να επικεντρωθεί στην αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Η επιλογή, ωστόσο, παραμένει οριακή: η κεντρική τράπεζα κινδυνεύει να επιβαρύνει τους καταναλωτές και τη στεγαστική αγορά, χωρίς να επηρεάσει ουσιαστικά τις βασικές πηγές των σημερινών αυξήσεων τιμών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: