Το γνώριμο «φάντασμα» και η Ευρώπη που συνηθίζει την ακροδεξιά

Το γνώριμο «φάντασμα» και η Ευρώπη που συνηθίζει την ακροδεξιά
04 July 2026, Berlin: In front of the Brandenburg Gate, people took part in a rally organized by Democrats Abroad under the slogan “Defend Democracy – Fight Fascism” to mark the U.S. Independence Day and the 250th anniversary of the founding of the United States, holding a sign that reads “Democracy is not perfect but it is the best we have.” Photo: Fabian Sommer/dpa (Photo by Fabian Sommer / dpa Picture-Alliance via AFP) Photo: AFP
Οι επιτυχίες της AfD στη Γερμανία και η ισχύς της ακροδεξιάς σε Γαλλία και Αυστρία δοκιμάζουν τις αντοχές του πολιτικού συστήματος. Πόσα είναι διατεθειμένη πλέον να αποδεχθεί η Ευρώπη;

Ένα… γνωστό φάντασμα πλανάται ξανά πάνω από την Ευρώπη. Η μνήμη του φασισμού επιστρέφει στη δημόσια συζήτηση, καθώς κόμματα της ακροδεξιάς κερδίζουν εκλογές, διεκδικούν την ηγεσία μεγάλων κρατών και δοκιμάζουν την αντοχή των πολιτικών φραγμών που τα κρατούσαν μακριά από την εξουσία.

Η λέξη είναι βαριά. Και εύκολα χάνει το νόημά της όταν χρησιμοποιείται για κάθε πολιτικό αντίπαλο ή κάθε συντηρητική θέση. Η Ευρώπη του 2026 διαφέρει βαθιά από εκείνη του Μεσοπολέμου. Διαφέρουν και τα κόμματα που σήμερα τοποθετούνται στην άκρα δεξιά όσο αφορά στην ιστορία τους, στις επιδιώξεις τους, στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους θεσμούς. Αυτές οι διαφορές αξίζει να λαμβάνονται σοβαρά υπόψη. Όπως αξίζει να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη και η ευκολία με την οποία συνηθίζουμε όσα μέχρι πρόσφατα προκαλούσαν πολιτικό συναγερμό.

Στη Γερμανία, η συζήτηση έχει αποκτήσει μια σχεδόν επαναλαμβανόμενη μορφή. Η AfD καταγράφει ένα νέο υψηλό, τα υπόλοιπα κόμματα εκφράζουν ανησυχία και ακολουθεί η διαβεβαίωση ότι κανείς δεν πρόκειται να συνεργαστεί μαζί της. Ύστερα έρχεται η επόμενη κάλπη.

Στη Σαξονία-Άνχαλτ, στις 6 Σεπτεμβρίου, η AfD έφτασε στο 43,8%, κερδίζοντας 39 από τις 83 έδρες. Η CDU περιορίστηκε στο 17,2%. Η απόσταση από την αυτοδυναμία ήταν πλέον τρεις έδρες και δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι αποτέλεσε ένα αποτέλεσμα που δίνει άλλο βάρος στις διαπραγματεύσεις για την επόμενη κυβέρνηση.

Δύο εβδομάδες αργότερα, στο Μεκλεμβούργο–Δυτική Πομερανία, ήρθε μια ακόμη πρωτιά, αυτήν τη φορά με 38,2% για την AfD, έναντι 35,5% του SPD. Η CDU έμεινε στο 4,9%, εκτός της Βουλής του κρατιδίου. Για τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς, η εικόνα ενός κόμματος που χάνει ακόμη και την κοινοβουλευτική του παρουσία κάνει πολύ δυσκολότερη την υπόσχεση ότι μπορεί να ανακόψει την ακροδεξιά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Βεβαίως, οι εκλογές αυτές ήταν περιφερειακές. Η AfD δεν κέρδισε την καγκελαρία. Όμως το λεγόμενο «τείχος προστασίας» βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πραγματική δοκιμασία.

Πόσο σταθερή μπορεί να παραμένει εν τέλει η άρνηση συνεργασίας όταν δεν… βγαίνουν τα κυβερνητικά κουκιά και οι εκλογικές ήττες πολλαπλασιάζονται;

Στη Γαλλία, η αντίστοιχη συζήτηση πλησιάζει την προεδρική κάλπη του 2027. Η έρευνα Ipsos BVA–CESI του Σεπτεμβρίου δίνει στη Μαρίν Λεπέν 33% έως 35% στα σενάρια του πρώτου γύρου. Το αποτέλεσμα του δεύτερου γύρου παραμένει ανοιχτό. Αλλά ο Εθνικός Συναγερμός αποτελεί έναν από τους βασικούς διεκδικητές της προεδρίας και υποχρεώνει ολόκληρο το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα να σχεδιάζει με αυτό το ενδεχόμενο κατά νου.

Στην Αυστρία, το FPÖ παραμένει εκτός ομοσπονδιακής κυβέρνησης, αλλά προηγείται με 37% στη δημοσκόπηση Lazarsfeld της περιόδου 7–15 Σεπτεμβρίου. Το ÖVP ακολουθεί με 22% και το SPÖ με 16%. Οι κυβερνητικοί εταίροι μπορούν να το κρατούν μακριά από την καγκελαρία· χρειάζονται, όμως, και μια απάντηση στο γιατί τόσο μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος συνεχίζει να στρέφεται προς αυτό.

Η Ιταλία δείχνει τι συμβαίνει όταν η συζήτηση περνά από τις πιθανές συνεργασίες στην άσκηση εξουσίας. Η Τζόρτζια Μελόνι έχει ήδη αυτή τη δυνατότητα. Οι πρόσφατες προτάσεις της για απαγόρευση καλυμμάτων προσώπου στα σχολεία και όριο αλλοδαπών μαθητών ανά τάξη, με επίκληση της ένταξης, φέρνουν τις πολιτικές αντιλήψεις για τη μετανάστευση μέσα στην καθημερινότητα της εκπαίδευσης.

Θα ήταν, πάντως, βολικό και ανακριβές να χωρέσουν όλες οι ευρωπαϊκές κάλπες στην ίδια σκοτεινή αφήγηση.

Στη Σουηδία, οι Σουηδοί Δημοκράτες έχασαν έδαφος στις εκλογές της 13ης Σεπτεμβρίου. Υποχώρησαν στο 17,48% και στις 62 έδρες, από 20,54% και 73 έδρες το 2022, καταλήγοντας στην τρίτη θέση. Στην Ολλανδία, η κυβέρνηση του Ρομπ Γέτεν, που ορκίστηκε τον Φεβρουάριο, σχηματίστηκε χωρίς το PVV του Γκέερτ Βίλντερς, αποδεικνύοντας ότι η ακροδεξιά μπορεί να υποχωρήσει και να μείνει εκτός εξουσίας.

Ίσως τελικά οι ψηφοφόροι να μην ακολουθούν κάποια ιστορική νομοτέλεια.

Αυτό έχει σημασία και για τον τρόπο με τον οποίο τα υπόλοιπα κόμματα απευθύνονται στους πολίτες. Η επίκληση της ιστορίας έχει βάρος, αλλά δύσκολα αρκεί ως πολιτική πρόταση. Χρειάζονται απαντήσεις για ζητήματα που «καίνε» όπως το εισόδημα, τη στέγη, τις δημόσιες υπηρεσίες, την ασφάλεια. Και χρειάζεται η προσπάθεια αυτή να μη συνοδεύεται από την αποδοχή της ιδέας ότι για κάθε πρόβλημα υπάρχει μια ολόκληρη ομάδα ανθρώπων που πρέπει να ενοχοποιηθεί.

Οι επόμενες κάλπες, με τη γαλλική προεδρική αναμέτρηση του 2027 στο επίκεντρο, θα δείξουν πόσο βαθιά έχει προχωρήσει αυτή η μετατόπιση-σήψη…

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: