Εφορία: Πώς θα εντοπίζονται αδήλωτα ενοίκια και αποκλίσεις στους τζίρους

Εφορία: Πώς θα εντοπίζονται αδήλωτα ενοίκια και αποκλίσεις στους τζίρους
Magnifier and calculator on a blue background, budget calculation. View from above Photo: Shutterstock
Μητρώο ακινήτων, ηλεκτρονικά τιμολόγια και ανάλυση δεδομένων ενισχύουν τον σχεδιασμό της ΑΑΔΕ για πιο στοχευμένους ελέγχους. Στόχος, ο εντοπισμός αδήλωτων εισοδημάτων και ο περιορισμός των απωλειών ΦΠΑ.
  • Το ΜΙΔΑ προβλέπεται να συνδέσει τα στοιχεία του Ε9 με το Κτηματολόγιο, διευκολύνοντας τις διασταυρώσεις για τη χρήση των ακινήτων, τα τετραγωνικά και τα εισοδήματα από μισθώσεις.
  • Η ΑΑΔΕ προωθεί την αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης, την επέκταση των ψηφιακών εργαλείων και την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών της, με επτά νέα ελεγκτικά κέντρα στον σχεδιασμό.
  • Τα φορολογικά έσοδα του 2027 προβλέπονται στα 75,73 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,15 δισ. ευρώ. Η αύξηση συνδέεται τόσο με την ανάπτυξη όσο και με την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής.

Τη συστηματικότερη διασταύρωση στοιχείων για εισοδήματα, περιουσία και συναλλαγές προωθεί η ΑΑΔΕ για το 2027, με την ολοκλήρωση ψηφιακών υποδομών και την αναδιοργάνωση του ελεγκτικού μηχανισμού της.

Στο επίκεντρο βρίσκονται το Μητρώο Ιδιοκτησίας και Διαχείρισης Ακινήτων (ΜΙΔΑ), η διεύρυνση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, η συνδυαστική αξιοποίηση των δεδομένων από POS και myDATA και η ανάπτυξη συστημάτων ανάλυσης κινδύνου. Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει επίσης τη δημιουργία επτά νέων ελεγκτικών κέντρων.

Οι παρεμβάσεις εντάσσονται στον ευρύτερο μετασχηματισμό της φορολογικής διοίκησης που περιγράφεται στο Draft Budgetary Plan 2027, το οποίο κατατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 15 Οκτωβρίου.

Το δημοσιονομικό ζητούμενο είναι η μόνιμη διεύρυνση της φορολογικής βάσης. Το προσχέδιο του προϋπολογισμού προβλέπει φορολογικά έσοδα 75,73 δισ. ευρώ το 2027, περίπου 2,15 δισ. ευρώ περισσότερα από το 2026. Η διαφορά αποδίδεται συνδυαστικά στην οικονομική ανάπτυξη και στην αναμενόμενη απόδοση των παρεμβάσεων κατά της φοροδιαφυγής· δεν αποτελεί πρόβλεψη εσόδων αποκλειστικά από τα ψηφιακά εργαλεία.

Ακίνητα και εισοδήματα σε ενιαίες διασταυρώσεις

Μία από τις βασικές αλλαγές αφορά τη συγκέντρωση των πληροφοριών για την ακίνητη περιουσία στο ΜΙΔΑ. Το μητρώο προβλέπεται να συνδέσει τον Αριθμό Ταυτότητας Ακινήτου (ΑΤΑΚ) του Ε9 με τον Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ), επιτρέποντας τη σύγκριση στοιχείων που σήμερα τηρούνται σε διαφορετικά συστήματα.

Η καταγραφή θα αφορά και τη χρήση κάθε ακινήτου: αν είναι κενό, ιδιοκατοικείται ή διατίθεται για μακροχρόνια ή βραχυχρόνια μίσθωση. Μέσω αυτής της ενοποίησης επιδιώκεται να εντοπίζονται ευκολότερα διαφορές στα δηλωμένα τετραγωνικά, αδήλωτα μισθώματα και περιπτώσεις αχρεώστητης καταβολής προνοιακών επιδομάτων.

Παράλληλα, η ΑΑΔΕ αναπτύσσει συστήματα ανάλυσης κινδύνου, με αξιοποίηση τεχνητής νοημοσύνης και μεγάλου όγκου δεδομένων. Στόχος είναι η δημιουργία ενιαίας εικόνας ανά ΑΦΜ, ώστε να αναδεικνύονται αποκλίσεις που χρειάζονται περαιτέρω έλεγχο.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της ΕΡΤ, ο σχεδιασμός προβλέπει συνδυασμό πληροφοριών για δηλωμένα εισοδήματα, δαπάνες με κάρτες και περιουσιακά στοιχεία, καθώς και δεδομένων από πλατφόρμες βραχυχρόνιας μίσθωσης ή μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η κατεύθυνση είναι η καλύτερη στόχευση των ελέγχων, μέσα από τη σύγκριση διαφορετικών πηγών πληροφόρησης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι αλλάζει στην παρακολούθηση των επιχειρήσεων

Για τις επιχειρήσεις, η έμφαση μεταφέρεται στην πληρέστερη σύνδεση της συναλλαγής με το παραστατικό και τη φορολογική της καταγραφή. Το myDATA, η διασύνδεση POS και ταμειακών μηχανών, το ηλεκτρονικό τιμολόγιο και το ψηφιακό δελτίο αποστολής αποτελούν τους βασικούς άξονες αυτής της προσπάθειας.

Η επιδίωξη για το 2027 είναι τα συστήματα αυτά να υποστηρίζουν πιο άμεσες διασταυρώσεις, ώστε οι αποκλίσεις μεταξύ δηλωμένων εσόδων και καταγεγραμμένων εισπράξεων να εντοπίζονται ταχύτερα.

Στην ηλεκτρονική τιμολόγηση, η επέκταση στις μικρότερες επιχειρήσεις ξεκινά ήδη πριν από το νέο έτος. Σύμφωνα με το δημοσιευμένο χρονοδιάγραμμα της ΑΑΔΕ, για τις επιχειρήσεις της δεύτερης περιόδου —όσες δεν εντάχθηκαν στην πρώτη κατηγορία με ακαθάριστα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ βάσει του φορολογικού έτους 2023— η υποχρεωτική εφαρμογή αρχίζει στις 2 Νοεμβρίου 2026. Προβλέπεται δυνατότητα σταδιακής προσαρμογής έως τις 31 Ιανουαρίου 2027, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Στο ίδιο πλαίσιο σχεδιάζεται η επέκταση του Ψηφιακού Πελατολογίου στον χώρο των εκδηλώσεων. Η καταγραφή πελατών ή συναλλαγών πριν ή κατά την παροχή της υπηρεσίας δημιουργεί στοιχεία που μπορούν να αντιπαραβληθούν με τις αποδείξεις, τα τιμολόγια και τα δεδομένα των ταμειακών μηχανών.

Προβλέπεται επίσης η διεύρυνση των λειτουργιών του «ΕΛΕΓΧΟΣ Live», της εφαρμογής που χρησιμοποιούν οι ελεγκτές σε φορητές συσκευές. Μέσω αυτής έχουν πρόσβαση σε στοιχεία του ελεγχόμενου κατά την επιτόπια επίσκεψη και μπορούν να καταγράφουν τις ελεγκτικές ενέργειες.

Νέο μοντέλο για τις φορολογικές υπηρεσίες

Οι ψηφιακές αλλαγές συνοδεύονται από ανακατανομή αρμοδιοτήτων στις υπηρεσίες της ΑΑΔΕ. Ο σχεδιασμός προβλέπει τη συνέχιση του μετασχηματισμού των παραδοσιακών ΔΟΥ, με μεταφορά λειτουργιών σε εξειδικευμένες δομές.

Τα ΚΕΦΟΔΕ, δηλαδή τα Κέντρα Φορολογικών Διαδικασιών και Εξυπηρέτησης, αναλαμβάνουν το διοικητικό σκέλος, ενώ τα ΕΛΚΕ, τα Ελεγκτικά Κέντρα, επικεντρώνονται στον φορολογικό έλεγχο.

Για τη φυσική εξυπηρέτηση των φορολογουμένων αναπτύσσεται το δίκτυο myPoint. Σύμφωνα με τα στοιχεία του σχεδιασμού που παρουσιάζει η ΕΡΤ, λειτουργούν ήδη έξι πρότυπα καταστήματα, με την αρχική ανάπτυξη να περιλαμβάνει περιοχές όπως ο Χολαργός, ο Κεραμεικός, η Κηφισιά και ο Πειραιάς.

Ο επόμενος στόχος είναι το δίκτυο να φτάσει τα 15 καταστήματα, πριν από την ευρύτερη επέκταση του μοντέλου στην υπόλοιπη χώρα.

Το στοίχημα του ΦΠΑ

Βασικό κριτήριο για την απόδοση των παρεμβάσεων παραμένει η μείωση του κενού συμμόρφωσης στον ΦΠΑ: της διαφοράς ανάμεσα στα έσοδα που θα έπρεπε να εισπράττονται και σε εκείνα που τελικά καταλήγουν στα δημόσια ταμεία.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για το 2023 το κενό στην ΕΕ υπολογίστηκε σε 128 δισ. ευρώ, ή 9,5% των δυνητικών εσόδων ΦΠΑ. Για την Ελλάδα διαμορφώθηκε στο 11,4%, έναντι 24% το 2019, αποτυπώνοντας σημαντική υποχώρηση σε βάθος τετραετίας. Οι απώλειες αυτές δεν συνδέονται μόνο με τη φοροδιαφυγή, αλλά και με πτωχεύσεις, λάθη και άλλες μορφές μη συμμόρφωσης.

Το ρεπορτάζ αναφέρει νεότερη εκτίμηση για περιορισμό του ελληνικού ποσοστού κοντά στο 9%. Πρόκειται, ωστόσο, για εκτίμηση διαφορετικής περιόδου και όχι για το ίδιο συγκρίσιμο σύνολο στοιχείων της Επιτροπής για το 2023.

Η περαιτέρω μείωση των απωλειών στηρίζεται στην πληρέστερη καταγραφή των συναλλαγών και στην ταχύτερη αξιοποίηση των δεδομένων τους, ώστε οι έλεγχοι να επικεντρώνονται στις περιπτώσεις όπου προκύπτουν ουσιαστικές αποκλίσεις.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: