Ισραήλ: Οι εκλογές που μπορούν να αλλάξουν τη Μέση Ανατολή – Νετανιάχου, Γάζα και το στοίχημα της οικονομίας
- 26/10/2026, 14:31
- SHARE
- Το Ισραήλ ψηφίζει στις 27 Οκτωβρίου για την ανάδειξη της νέας Κνεσέτ, με τις δημοσκοπήσεις να καταγράφουν μια κατακερματισμένη πολιτική σκηνή και κανένα από τα βασικά πολιτικά μπλοκ να μην εξασφαλίζει σαφή πλειοψηφία 61 εδρών.
- Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο πρώην αρχηγός του στρατού Γκάντι Άιζενκοτ βρίσκονται στο επίκεντρο της αναμέτρησης, με την ασφάλεια, τη στρατιωτική θητεία και την απόδοση ευθυνών για την 7η Οκτωβρίου 2023 να κυριαρχούν στη δημόσια συζήτηση.
- Η οικονομία και το κόστος ζωής αποτελούν βασική προτεραιότητα για το 21% των ψηφοφόρων, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Channel 12, ενώ οι κίνδυνοι διεθνών κυρώσεων και η στάση απέναντι στους Παλαιστινίους επηρεάζουν το ευρύτερο διακύβευμα.
Σε μία από τις πιο κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις της σύγχρονης ιστορίας του, το Ισραήλ προσέρχεται στις κάλπες την Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2026, με το πολιτικό του μέλλον να βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος.
Οι εκλογές αποτελούν την πρώτη εθνική αναμέτρηση μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τις πολεμικές συγκρούσεις που ακολούθησαν στη Γάζα, στον Λίβανο και στο Ιράν.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο μακροβιότερος πρωθυπουργός της χώρας, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος επιδιώκει την παραμονή του στην εξουσία απέναντι σε μια κατακερματισμένη αντιπολίτευση.
Ο σημαντικότερος πολιτικός αντίπαλός του είναι ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του γενικού επιτελείου των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων και επικεφαλής του νέου κεντρώου κόμματος Yashar.
Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, η αναμέτρηση δεν αφορά αποκλειστικά την επιλογή του επόμενου πρωθυπουργού. Αφορά επίσης τη μελλοντική κατεύθυνση της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής, τη διαχείριση του πολέμου και των συνεπειών του, τις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρώπη, αλλά και την οικονομική αντοχή της χώρας.
Παράλληλα, τα δημοσκοπικά δεδομένα αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας σύνθετης μετεκλογικής διαδικασίας, καθώς η ανάδειξη του πρώτου κόμματος δεν συνεπάγεται αυτομάτως και τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Νετανιάχου εναντίον Άιζενκοτ: Ποιοι διεκδικούν την εξουσία
Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου ηγείται του δεξιού κόμματος Λικούντ, το οποίο αποτελεί τον βασικό πυλώνα του απερχόμενου κυβερνητικού συνασπισμού.
Η κυβέρνηση στηρίζεται επίσης σε υπερορθόδοξους σχηματισμούς και κόμματα της εθνικιστικής δεξιάς, μεταξύ των οποίων εκείνα του Μπεζαλέλ Σμότριτς και του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ.
Απέναντί του βρίσκεται ο Άιζενκοτ, ο οποίος αναδείχθηκε σε σημαντικό αντίπαλο της κυβέρνησης μετά την αποχώρησή του από την προηγούμενη πολιτική συνεργασία του και τη δημιουργία του κόμματος Yashar.
Ο πρώην στρατηγός επιχειρεί να συνδυάσει την εμπειρία του στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας με ένα διαφορετικό μοντέλο διακυβέρνησης.
Ωστόσο, η αντιπολίτευση δεν αποτελεί ενιαίο πολιτικό σχηματισμό.
Στον χώρο της δραστηριοποιούνται επίσης ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ, ο πρώην υπουργός Άμυνας Αβίγκντορ Λίμπερμαν και ο επικεφαλής των Δημοκρατών Γιαΐρ Γκολάν.
Οι πολιτικές διαφορές και οι προσωπικές φιλοδοξίες των επικεφαλής δυσκολεύουν τη διαμόρφωση μιας κοινής κυβερνητικής πρότασης.
Τι δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις
Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων αποτυπώνουν μια ιδιαίτερα κατακερματισμένη πολιτική εικόνα.
Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση του ισραηλινού Channel 12, που δημοσιεύθηκε στις 23 Οκτωβρίου, το κόμμα Yashar του Άιζενκοτ καταγράφει 23 έδρες, έναντι 21 εδρών για το Λικούντ.
Άλλες έρευνες, ωστόσο, παρουσιάζουν διαφορετική κατανομή των δυνάμεων.
Το Channel 14, για παράδειγμα, έχει καταγράψει υψηλότερα ποσοστά για το Λικούντ, γεγονός που αναδεικνύει τις αποκλίσεις μεταξύ των δημοσκοπικών μετρήσεων.
Το βασικό σημείο στο οποίο συγκλίνουν αρκετές έρευνες είναι ότι η εξασφάλιση κυβερνητικής πλειοψηφίας παραμένει δύσκολη.
Η Κνεσέτ διαθέτει 120 έδρες, επομένως απαιτούνται τουλάχιστον 61 βουλευτές για τον σχηματισμό κυβέρνησης που διαθέτει απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Οι εκτιμήσεις για τις έδρες του κυβερνητικού συνασπισμού διαφέρουν ανά δημοσκοπική εταιρεία, ενώ ο σχηματισμός εναλλακτικής κυβέρνησης εξαρτάται από τις δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ κομμάτων με διαφορετικές θέσεις.
Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν αποτύπωση της κοινής γνώμης σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή και δεν προδικάζουν το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
Γιατί οι 61 έδρες είναι πιο σημαντικές από την πρώτη θέση
Το εκλογικό σύστημα του Ισραήλ βασίζεται στην αναλογική εκπροσώπηση με κομματικές λίστες.
Οι ψηφοφόροι επιλέγουν πολιτικά κόμματα και όχι απευθείας τον πρωθυπουργό.
Για να εισέλθει ένα κόμμα στην Κνεσέτ, πρέπει να συγκεντρώσει τουλάχιστον 3,25% των έγκυρων ψήφων.
Στη φετινή αναμέτρηση συμμετέχουν 37 κομματικές λίστες, αν και σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις μόνο περίπου 11 έως 13 σχηματισμοί αναμένεται να ξεπεράσουν το εκλογικό όριο.
Αυτό σημαίνει ότι η τελική κατανομή των εδρών μπορεί να επηρεαστεί σημαντικά από τις επιδόσεις μικρότερων κομμάτων.
Ένας σχηματισμός που βρίσκεται κοντά στο 3,25% μπορεί να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική παρουσία ή να μείνει εκτός Κνεσέτ, αλλάζοντας την κατανομή των εδρών μεταξύ των υπόλοιπων πολιτικών δυνάμεων.
Για τον λόγο αυτό, το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου ενδέχεται να μην προσφέρει αυτομάτως απάντηση για το ποιος θα σχηματίσει κυβέρνηση.
Οι μετεκλογικές διαπραγματεύσεις αποτελούν ξεχωριστό και συχνά σύνθετο στάδιο της ισραηλινής πολιτικής διαδικασίας.
Η συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων
Ένας από τους σημαντικούς παράγοντες που θα επηρεάσουν τη σύνθεση της νέας Κνεσέτ είναι η συμμετοχή των Αράβων πολιτών του Ισραήλ.
Οι Παλαιστίνιοι πολίτες του Ισραήλ αντιπροσωπεύουν περίπου το 20% του πληθυσμού της χώρας.
Στις προηγούμενες εκλογές, το 2022, η συμμετοχή των Αράβων ψηφοφόρων είχε διαμορφωθεί στο 53,2%, έναντι συνολικής συμμετοχής 70,6%.
Οι δημοσκοπικές εκτιμήσεις που επικαλείται το CNN αναφέρουν ενδεχόμενη αύξηση της συμμετοχής τους πάνω από το 60%.
Μια μεταβολή αυτού του μεγέθους θα επηρέαζε τον συνολικό αριθμό έγκυρων ψήφων και, κατ’ επέκταση, τον αριθμό των ψήφων που απαιτείται για την υπέρβαση του εκλογικού ορίου.
Η παρουσία αραβικών κομμάτων στην Κνεσέτ έχει επίσης σημασία για τις μετεκλογικές ισορροπίες.
Ωστόσο, αρκετά κόμματα της εβραϊκής αντιπολίτευσης έχουν απορρίψει την προοπτική επίσημης κυβερνητικής συνεργασίας μαζί τους, γεγονός που περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές σχηματισμού συνασπισμού.
Η επιστροφή χιλιάδων Ισραηλινών από το εξωτερικό
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η συμμετοχή των Ισραηλινών που κατοικούν εκτός χώρας.
Το ισραηλινό εκλογικό σύστημα δεν προβλέπει γενική δυνατότητα επιστολικής ψήφου ή ψηφοφορίας στα προξενεία για πολίτες που ζουν στο εξωτερικό, με εξαίρεση συγκεκριμένες κατηγορίες όπως το διπλωματικό προσωπικό.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το CNN, περίπου 810.000 από τους 7,3 εκατομμύρια εγγεγραμμένους ψηφοφόρους κατοικούν εκτός Ισραήλ.
Το ποσοστό αντιστοιχεί σε περισσότερο από 11% του εκλογικού σώματος.
Χιλιάδες εξ αυτών έχουν προγραμματίσει ταξίδι προς το Ισραήλ προκειμένου να ψηφίσουν αυτοπροσώπως.
Η συμμετοχή τους αποτελεί μία ακόμη μεταβλητή για την τελική κατανομή των ψήφων και των εδρών.
Η οικονομία και το κόστος ζωής μπαίνουν στο επίκεντρο
Παρά το γεγονός ότι η ασφάλεια και οι γεωπολιτικές συγκρούσεις αποτελούν κεντρικά θέματα της προεκλογικής συζήτησης, η οικονομία διαδραματίζει επίσης σημαντικό ρόλο.
Σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του Channel 12, το 21% των Ισραηλινών θεωρεί ότι η οικονομία και το κόστος ζωής αποτελούν το σημαντικότερο ζήτημα των εκλογών.
Ακολουθούν η στρατολόγηση των υπερορθόδοξων με 17%, οι ευθύνες για την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου με 14% και ο πόλεμος με το Ιράν με 10%.
Η σημασία της οικονομίας είναι ακόμη μεγαλύτερη για τους νεότερους ψηφοφόρους.
Έρευνα του Achord Center του Εβραϊκού Πανεπιστημίου της Ιερουσαλήμ, που πραγματοποιήθηκε τον Σεπτέμβριο, έδειξε ότι το 58% των ψηφοφόρων ηλικίας 22 έως 34 ετών θεωρεί το κόστος ζωής και τις τιμές κατοικίας καθοριστικά κριτήρια για την ψήφο του.
Αντίθετα, το 36% των συμμετεχόντων της ίδιας ηλικιακής ομάδας ανέφερε ως βασική προτεραιότητα ζητήματα ασφάλειας.
Τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τις πιέσεις που δέχονται οι νεότερες γενιές από το κόστος στέγασης και τις καθημερινές δαπάνες.
Κρυπτονομίσματα και φόβοι διεθνών κυρώσεων
Η οικονομική συζήτηση εντάθηκε μετά από συνέντευξη του Νετανιάχου στο ισραηλινό Channel 10, στην οποία αναφέρθηκε στο ενδεχόμενο επιβολής διεθνών τραπεζικών κυρώσεων.
Ο πρωθυπουργός αποκάλυψε ότι εξετάζεται σχέδιο ανάπτυξης εναλλακτικών μηχανισμών συναλλαγών, στους οποίους θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κρυπτονομίσματα και τεχνολογία blockchain.
Οι δηλώσεις συνδέονται με τις διπλωματικές πιέσεις που ασκούνται στο Ισραήλ λόγω της πολιτικής εποικισμών στη Δυτική Όχθη.
Ωστόσο, η πρόταση προκάλεσε αντιδράσεις από οικονομολόγους και την Τράπεζα του Ισραήλ, η οποία υπογράμμισε τους περιορισμούς στη χρήση κρυπτονομισμάτων για την αντιμετώπιση τραπεζικών κυρώσεων.
Ο Άιζενκοτ επέκρινε την ιδέα, χρησιμοποιώντας ειρωνικά τον όρο «BibiCoin».
Οι αντιδράσεις επικεντρώνονται στον κίνδυνο οικονομικής απομόνωσης, ιδιαίτερα για μια χώρα που διαθέτει σημαντικό εξαγωγικό τομέα τεχνολογίας και στενές σχέσεις με διεθνείς επενδυτές.
Η δυνατότητα πραγματοποίησης διεθνών πληρωμών μέσω του συμβατικού τραπεζικού συστήματος αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για πολλές ισραηλινές επιχειρήσεις.
Η 7η Οκτωβρίου και το ζήτημα της λογοδοσίας
Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 εξακολουθεί να αποτελεί κεντρικό σημείο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει το CNN, περισσότεροι από 1.200 άνθρωποι σκοτώθηκαν στο Ισραήλ, ενώ 251 άνθρωποι μεταφέρθηκαν ως όμηροι στη Γάζα.
Η επίθεση αποκάλυψε σοβαρές αποτυχίες του μηχανισμού ασφαλείας της χώρας, οδηγώντας σε δημόσια συζήτηση για τις ευθύνες των πολιτικών και στρατιωτικών αρχών.
Ο Νετανιάχου έχει απορρίψει τις εκκλήσεις για σύσταση κρατικής εξεταστικής επιτροπής με τη μορφή που ζητούν οι επικριτές του.
Οι πολιτικοί του αντίπαλοι υποστηρίζουν ότι απαιτείται ανεξάρτητη διερεύνηση των αποφάσεων και των παραλείψεων που προηγήθηκαν της επίθεσης.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τους πολίτες που θεωρούν την απόδοση ευθυνών βασική προϋπόθεση για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Η προσωπική απώλεια του Άιζενκοτ
Ο Γκάντι Άιζενκοτ συνδέεται προσωπικά με τις συνέπειες του πολέμου στη Γάζα.
Ο γιος του, Γκαλ Άιζενκοτ, σκοτώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023, σε ηλικία 25 ετών, ενώ υπηρετούσε στις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις.
Το γεγονός αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο της δημόσιας εικόνας του πρώην στρατηγού και της στάσης του απέναντι στα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Παράλληλα, διάφορα κόμματα έχουν συμπεριλάβει στις λίστες τους συγγενείς θυμάτων του πολέμου, οικογένειες ομήρων και πρώην εφέδρους.
Οι συμμετοχές αυτές αντανακλούν τον βαθμό στον οποίο οι πολεμικές συγκρούσεις έχουν επηρεάσει την ισραηλινή κοινωνία.
Η στρατιωτική θητεία και οι εξαιρέσεις των υπερορθόδοξων
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα ζητήματα των εκλογών είναι η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία.
Η πλειονότητα των Εβραίων Ισραηλινών υπόκειται σε υποχρεωτική στράτευση, ωστόσο οι υπερορθόδοξοι άνδρες που πραγματοποιούν θρησκευτικές σπουδές έχουν ιστορικά επωφεληθεί από ειδικές απαλλαγές και αναβολές.
Η διατήρηση των εξαιρέσεων αποτελεί πάγια προτεραιότητα για ορισμένα υπερορθόδοξα κόμματα που συμμετέχουν στον κυβερνητικό συνασπισμό του Νετανιάχου.
Την ίδια στιγμή, ο ισραηλινός στρατός έχει αναφέρει ότι αντιμετωπίζει έλλειμμα περισσότερων από 12.000 στρατιωτικών.
Οι ανάγκες προσωπικού έχουν αυξηθεί λόγω των επιχειρήσεων σε πολλαπλά μέτωπα, ενώ χιλιάδες έφεδροι έχουν κληθεί επανειλημμένα να υπηρετήσουν.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν θέσει τη διεύρυνση της συμμετοχής στη στρατιωτική υπηρεσία ως βασική πολιτική τους προτεραιότητα.
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο την άμυνα, αλλά και τον τρόπο κατανομής των υποχρεώσεων μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών και θρησκευτικών ομάδων.
Τι διακυβεύεται για τους Παλαιστινίους
Το αποτέλεσμα των εκλογών θα επηρεάσει και την πολιτική του Ισραήλ απέναντι στους Παλαιστινίους.
Η απερχόμενη κυβέρνηση έχει υποστηρίξει την επέκταση των ισραηλινών εποικισμών στη Δυτική Όχθη, με καθοριστική συμμετοχή υπουργών όπως ο Μπεζαλέλ Σμότριτς και ο Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ.
Ο Σμότριτς, ο οποίος κατέχει το υπουργείο Οικονομικών και αρμοδιότητες σχετικά με την πολιτική διοίκηση στη Δυτική Όχθη, έχει ταχθεί υπέρ της επέκτασης της ισραηλινής παρουσίας στην περιοχή.
Παράλληλα, έχει υποστηρίξει την παρακράτηση φορολογικών εσόδων που προορίζονται για την Παλαιστινιακή Αρχή.
Οι επικριτές αυτής της πολιτικής προειδοποιούν ότι η παρακράτηση μπορεί να επιδεινώσει τη χρηματοοικονομική κατάσταση της Παλαιστινιακής Αρχής και να επηρεάσει βασικές δημόσιες υπηρεσίες.
Από την πλευρά του, ο Μπεν Γκβιρ έχει υποστηρίξει αυστηρότερες πολιτικές ασφάλειας και την επέκταση του ισραηλινού ελέγχου στα παλαιστινιακά εδάφη.
Σύμφωνα με την ανάλυση του CNN, μια πιθανή αλλαγή κυβέρνησης δεν θα σήμαινε απαραίτητα πλήρη μεταβολή της ισραηλινής στρατηγικής.
Ο Άιζενκοτ έχει επίσης απορρίψει τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους, ενώ σημαντικό μέρος της αντιπολίτευσης διατηρεί αυστηρές θέσεις για τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας.
Οι διαφορές εντοπίζονται κυρίως σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές, στη στάση απέναντι στη βία των εποίκων και στον τρόπο διαχείρισης των σχέσεων με την Παλαιστινιακή Αρχή.
Γάζα: Τα δύσκολα ζητήματα της επόμενης ημέρας
Ανεξάρτητα από την κυβερνητική σύνθεση, η επόμενη ισραηλινή ηγεσία θα αντιμετωπίσει σημαντικά ζητήματα σχετικά με τη Γάζα.
Στο επίκεντρο βρίσκονται η ασφάλεια, η ανοικοδόμηση των κατεστραμμένων υποδομών, το μέλλον της διοίκησης της περιοχής και η τύχη της Χαμάς.
Παράλληλα, η κατάσταση στη Δυτική Όχθη παραμένει κρίσιμη, με τις συγκρούσεις και τη βία να επηρεάζουν την καθημερινότητα των κατοίκων.
Οι αποφάσεις της νέας κυβέρνησης θα έχουν επιπτώσεις όχι μόνο στους Ισραηλινούς και στους Παλαιστινίους, αλλά και στις ευρύτερες διπλωματικές πρωτοβουλίες στην περιοχή.
Οι σχέσεις με τα αραβικά κράτη, τις ΗΠΑ και την Ευρωπαϊκή Ένωση θα αποτελέσουν σημαντικό παράγοντα για τη διαχείριση των παραπάνω ζητημάτων.
Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και την Ευρώπη
Η διεθνής θέση του Ισραήλ έχει επηρεαστεί σημαντικά από τις πολεμικές επιχειρήσεις και τις διαφωνίες για την πολιτική στη Δυτική Όχθη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει τη στήριξή του στον Νετανιάχου, ωστόσο τα στοιχεία των δημοσκοπήσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες αποτυπώνουν πιο σύνθετες αντιλήψεις στην αμερικανική κοινωνία.
Σύμφωνα με έρευνα του Pew Research Center τον Μάρτιο του 2026, το 60% των Αμερικανών ενηλίκων που συμμετείχαν εξέφρασε αρνητική άποψη για το Ισραήλ.
Παράλληλα, το 59% δήλωσε ότι έχει μικρή ή καθόλου εμπιστοσύνη στον Νετανιάχου ως προς τη διαχείριση διεθνών ζητημάτων.
Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε και σε διεθνή έρευνα του Pew την άνοιξη του 2026, με αρνητικές απόψεις για το Ισραήλ σε σημαντικό αριθμό από τις 36 χώρες που συμμετείχαν.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, αρκετές κυβερνήσεις έχουν αναγνωρίσει παλαιστινιακό κράτος, ενώ έχουν επιβληθεί στοχευμένες κυρώσεις σε πρόσωπα και φορείς που συνδέονται με τη βία των εποίκων.
Οι μελλοντικές σχέσεις του Ισραήλ με τη Δύση θα επηρεαστούν από τις πολιτικές αποφάσεις της επόμενης κυβέρνησης και από την πορεία των συγκρούσεων.
Το οικονομικό στοίχημα της επόμενης κυβέρνησης
Για το Ισραήλ, οι εκλογές έχουν επίσης σημαντική οικονομική διάσταση.
Η χώρα διαθέτει ισχυρή τεχνολογική βιομηχανία και εξαγωγικό τομέα, αλλά η πολυετής πολεμική περίοδος έχει δημιουργήσει πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες, στις επενδύσεις και στην επιχειρηματική δραστηριότητα.
Το κόστος της άμυνας, η επιστράτευση εργαζομένων, οι ανάγκες ανασυγκρότησης και οι διεθνείς οικονομικές σχέσεις αποτελούν προκλήσεις για την επόμενη κυβέρνηση.
Παράλληλα, οι ανησυχίες σχετικά με πιθανές τραπεζικές κυρώσεις αναδεικνύουν τη σημασία της πρόσβασης των ισραηλινών επιχειρήσεων στο διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η διαχείριση αυτών των ζητημάτων θα απαιτήσει συνδυασμό οικονομικής πολιτικής, δημοσιονομικών αποφάσεων και διπλωματικών πρωτοβουλιών.
Τι θα κρίνει η κάλπη της 27ης Οκτωβρίου
Η αναμέτρηση της Τρίτης αποτελεί ένα σημαντικό πολιτικό ορόσημο για το Ισραήλ.
Οι ψηφοφόροι καλούνται να αξιολογήσουν την κυβερνητική διαχείριση των τελευταίων τεσσάρων ετών, τις συνέπειες της επίθεσης του 2023 και των πολέμων που ακολούθησαν, αλλά και τις οικονομικές προοπτικές της χώρας.
Το αποτέλεσμα θα καθορίσει τη σύνθεση της νέας Κνεσέτ και το πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Ωστόσο, λόγω του εκλογικού συστήματος και του μεγάλου αριθμού πολιτικών σχηματισμών, η τελική κυβερνητική λύση ενδέχεται να χρειαστεί περισσότερο χρόνο από την καταμέτρηση των ψήφων.