ΟΗΕ: Οι κλιματικές δεσμεύσεις απέχουν από τον στόχο – Γιατί δεν αρκούν οι επενδύσεις των 1,9 τρισ. δολαρίων

ΟΗΕ: Οι κλιματικές δεσμεύσεις απέχουν από τον στόχο – Γιατί δεν αρκούν οι επενδύσεις των 1,9 τρισ. δολαρίων
London / United Kingdom - 9/20/2019: "Strike for Climate" demonstration in Westminster Photo: Shutterstock
Οι επενδύσεις για το κλίμα αυξάνονται, αλλά οι δεσμεύσεις των κυβερνήσεων εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των απαιτούμενων μειώσεων εκπομπών.
  • Οι υφιστάμενες δεσμεύσεις οδηγούν σε μείωση των παγκόσμιων εκπομπών περίπου 6% έως το 2035 έναντι του 2019, ή περίπου 9% με πλήρη υλοποίηση και των στόχων υπό προϋποθέσεις.
  • Η μείωση που συνδέεται με τις επιστημονικές διαδρομές για περιορισμό της υπερθέρμανσης στον 1,5°C φτάνει περίπου το 60% την ίδια περίοδο.
  • Η παγκόσμια κλιματική χρηματοδότηση αυξήθηκε κατά 32%, στα 1,9 τρισ. δολάρια ετησίως κατά μέσο όρο το 2023–2024, παραμένοντας ανεπαρκής για τις ανάγκες της μετάβασης.

Οι επενδύσεις για το κλίμα αυξάνονται, αλλά οι δεσμεύσεις των κυβερνήσεων εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των απαιτούμενων μειώσεων εκπομπών. Αυτή είναι η εικόνα που αποτυπώνουν οι νέες εκθέσεις του ΟΗΕ, λίγες εβδομάδες πριν από την COP31 στην Τουρκία.

Η αποτίμηση των εθνικών σχεδίων, που δημοσιοποιήθηκε στις 27 Οκτωβρίου, δείχνει ότι οι σημερινές δεσμεύσεις οδηγούν σε μείωση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου περίπου 6% έως το 2035, σε σύγκριση με το 2019.

Το ποσοστό απέχει δραματικά από τη μείωση περίπου 60% που προβλέπουν οι επιστημονικές διαδρομές για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης στον 1,5 βαθμό Κελσίου. Ακόμη και με πλήρη εφαρμογή των σχεδίων, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων στόχων που εξαρτώνται από προϋποθέσεις, η προβλεπόμενη υποχώρηση φτάνει περίπου το 9%.

Το έλλειμμα αρχίζει από τις ίδιες τις δεσμεύσεις

Η έκθεση της υπηρεσίας του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή εξετάζει τις εθνικά καθορισμένες συνεισφορές, γνωστές ως NDCs, που υποβλήθηκαν από τον Ιανουάριο του 2024 έως τον Αύγουστο του 2026. Τα σχέδια αντιπροσωπεύουν 154 συμβαλλόμενα μέρη της Συμφωνίας του Παρισιού και καλύπτουν περίπου το 70% των παγκόσμιων εκπομπών.

Πρόκειται για τους εθνικούς σχεδιασμούς μέσω των οποίων οι κυβερνήσεις προσδιορίζουν τη συμβολή τους στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Το εύρημα αναδεικνύει δύο διαφορετικές προκλήσεις: την ανάγκη εφαρμογής όσων έχουν ήδη υποσχεθεί οι χώρες και την ανάγκη ενίσχυσης των ίδιων των στόχων. Η πλήρης υλοποίηση των υφιστάμενων σχεδίων θα βελτίωνε την εικόνα, χωρίς να έκλεινε το χάσμα με την απαιτούμενη πορεία μείωσης των εκπομπών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η επίδραση της αποχώρησης των ΗΠΑ

Η περσινή αποτίμηση του ΟΗΕ προέβλεπε μείωση περίπου 10% έως το 2035. Η σύγκριση, ωστόσο, χρειάζεται προσοχή: αρκετά εθνικά σχέδια δεν είχαν ακόμη υποβληθεί και τα κενά είχαν καλυφθεί με μοντελοποίηση.

Επιπλέον, η νέα αξιολόγηση δεν περιλαμβάνει πλέον τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την εκ νέου αποχώρησή τους από τη Συμφωνία του Παρισιού υπό τον Ντόναλντ Τραμπ. Η στροφή της αμερικανικής κυβέρνησης προς πολιτικές στήριξης των ορυκτών καυσίμων επιβαρύνει το περιβάλλον της διεθνούς κλιματικής συνεργασίας.

Σε ξεχωριστή έκθεση την προηγούμενη εβδομάδα, το Πρόγραμμα Περιβάλλοντος του ΟΗΕ εκτίμησε ότι η πλήρης εφαρμογή των υφιστάμενων κλιματικών δεσμεύσεων θα οδηγούσε σε υπερθέρμανση περίπου 2,6°C έως το τέλος του αιώνα.

Τι σημαίνει η απόσταση από τον στόχο του Παρισιού

Η Συμφωνία του Παρισιού προβλέπει τη συγκράτηση της αύξησης της παγκόσμιας θερμοκρασίας σαφώς κάτω από τους 2°C σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα και την προσπάθεια περιορισμού της στον 1,5°C.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την Κλιματική Αλλαγή (IPCC) που χρησιμοποιούνται στη σύγκριση, απαιτείται μείωση εκπομπών περίπου 60% έως το 2035 έναντι του 2019 για την πορεία του 1,5°C και περίπου 37% για τον περιορισμό της υπερθέρμανσης κάτω από τους 2°C.

Κάθε πρόσθετο κλάσμα του βαθμού αυξάνει τους κινδύνους από ακραία καιρικά φαινόμενα και μη αναστρέψιμες αλλαγές στα οικοσυστήματα. Η απώλεια κοραλλιογενών υφάλων και η απόψυξη του μόνιμα παγωμένου εδάφους αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα των επιπτώσεων που συνδέονται με υψηλότερα επίπεδα θέρμανσης.

Κλιματική χρηματοδότηση 1,9 τρισ. δολαρίων, με άνιση κατανομή

Στο επενδυτικό σκέλος καταγράφεται πρόοδος. Οι παγκόσμιες χρηματοδοτικές ροές για το κλίμα έφτασαν κατά μέσο όρο τα 1,9 τρισ. δολάρια ετησίως το 2023–2024, αυξημένες κατά 32% σε σχέση με τη διετία 2021–2022.

Στην άνοδο συνέβαλαν οι ιδιωτικές επενδύσεις σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών, όπως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά και οι δαπάνες των νοικοκυριών για ηλεκτρικά οχήματα και αντλίες θερμότητας.

Το πρόβλημα αφορά τόσο το συνολικό ύψος των κεφαλαίων όσο και την κατανομή τους. Ο ΟΗΕ επισημαίνει επίμονα εμπόδια πρόσβασης στη χρηματοδότηση για τις αναπτυσσόμενες χώρες και ελλείψεις στους πόρους για την προσαρμογή στις κλιματικές επιπτώσεις.

Η αύξηση των επενδύσεων, επομένως, δεν εξασφαλίζει από μόνη της ότι χρηματοδοτούνται εγκαίρως τα έργα και οι παρεμβάσεις εκεί όπου οι ανάγκες είναι μεγαλύτερες.

Η COP31 και το ζητούμενο της εφαρμογής

Ο επικεφαλής του ΟΗΕ για το κλίμα, Σάιμον Στιλ, συνδέει την COP31 με την προώθηση πρακτικών μέτρων που μπορούν να επιταχύνουν την υλοποίηση των εθνικών σχεδίων.

Η διάσκεψη στην Αττάλεια, από τις 9 έως τις 20 Νοεμβρίου, καλείται να προωθήσει λύσεις για τη μείωση των εκπομπών, την προσαρμογή και τη χρηματοδότηση. Η βελτίωση της πρόσβασης σε κεφάλαια, ο εξηλεκτρισμός και ο περιορισμός του μεθανίου περιλαμβάνονται στα πεδία στα οποία ο ΟΗΕ βλέπει περιθώριο ουσιαστικής προόδου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: