Γαλλία: Το δημόσιο χρέος ξεπερνά το 115% του ΑΕΠ – Τι αποκαλύπτει νέα ανάλυση του ΚΕΦΙΜ
- 30/10/2026, 16:45
- SHARE
- Στο 57,2% του ΑΕΠ διαμορφώθηκαν οι δημόσιες δαπάνες της Γαλλίας το 2025, ποσοστό υψηλότερο κατά 7,4 ποσοστιαίες μονάδες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, σύμφωνα με ανάλυση του ΚΕΦΙΜ.
- Το δημόσιο χρέος έφτασε το 115,6% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στο 5,1%, παρά τις φορολογικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο διακυβέρνησης Μακρόν.
- Η υψηλή φορολογία, οι κοινωνικές δαπάνες και η περιορισμένη δημοσιονομική προσαρμογή βρίσκονται στο επίκεντρο της μελέτης, η οποία αποδίδει σημαντικό μέρος των οικονομικών προβλημάτων στο μέγεθος του κράτους.
Το μεγάλο μέγεθος του δημόσιου τομέα και η αδυναμία περιορισμού των κρατικών δαπανών αποτελούν, σύμφωνα με νέα ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), τις σημαντικότερες διαρθρωτικές προκλήσεις της γαλλικής οικονομίας.
Η μελέτη, που δημοσιοποιήθηκε με αφορμή τις πρόσφατες κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία, καταγράφει την πορεία των δημόσιων οικονομικών από το 2009 έως το 2025, εστιάζοντας ιδιαίτερα στην περίοδο διακυβέρνησης του Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος ανέλαβε την προεδρία το 2017.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζονται, οι δημόσιες δαπάνες της Γαλλίας ανήλθαν στο 57,2% του ΑΕΠ το 2025, έναντι 57,7% το 2017, παραμένοντας αισθητά υψηλότερες από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος διαμορφώθηκε στο 49,8%.
Την ίδια στιγμή, το γαλλικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε στο 115,6% του ΑΕΠ, ενώ το δημοσιονομικό έλλειμμα παρέμεινε σημαντικά υψηλότερο από το όριο του 3% που προβλέπουν οι ευρωπαϊκοί δημοσιονομικοί κανόνες.
Η ανάλυση, την οποία υπογράφει ο βοηθός ερευνών του ΚΕΦΙΜ Χρήστος Λούκας, εξετάζει κατά πόσο οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις της τελευταίας δεκαετίας συνέβαλαν στον περιορισμό του κρατικού μηχανισμού και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας.
Δημόσιες δαπάνες στο 57,2% του ΑΕΠ – Πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης
Ένα από τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης είναι ότι η Γαλλία διατηρεί το υψηλότερο ποσοστό δημόσιων δαπανών προς ΑΕΠ στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παρά τις μεταρρυθμίσεις που προωθήθηκαν από το 2017, το συνολικό μέγεθος των δαπανών παρέμεινε ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα.
Ειδικότερα, όταν ο Εμανουέλ Μακρόν ανέλαβε την προεδρία, οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούσαν στο 57,7% του ΑΕΠ, ενώ το 2025 το ποσοστό είχε περιοριστεί μόλις στο 57,2%.
Η διαφορά των 7,4 ποσοστιαίων μονάδων από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης αποτελεί, κατά το ΚΕΦΙΜ, ένδειξη της δυσκολίας περιορισμού των κρατικών δαπανών.
Η μελέτη υποστηρίζει ότι η υψηλή συμμετοχή του κράτους στην οικονομία δημιουργεί αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες, οι οποίες δεν μπορούν να καλυφθούν αποκλειστικά μέσω των φορολογικών εσόδων.
Ωστόσο, το ύψος των δημόσιων δαπανών συνδέεται επίσης με τις επιλογές κάθε χώρας για την κοινωνική προστασία, τις συντάξεις, την υγεία και τις δημόσιες υπηρεσίες. Επομένως, η αξιολόγηση της αποτελεσματικότητάς τους απαιτεί και εξέταση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και των κοινωνικών αποτελεσμάτων.
Δημόσιο χρέος 115,6% και ελλείμματα για περισσότερο από μισό αιώνα
Ιδιαίτερα ανησυχητική χαρακτηρίζεται στην ανάλυση η μακροχρόνια πορεία των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.
Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, η Γαλλία καταγράφει ελλειμματικούς κρατικούς προϋπολογισμούς από το 1974, με αποτέλεσμα να έχει συμπληρώσει περισσότερες από πέντε δεκαετίες συνεχούς δανεισμού για την κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών της.
Το δημόσιο χρέος αυξήθηκε από 98,8% του ΑΕΠ το 2017 σε 115,6% το 2025, σημειώνοντας άνοδο 16,8 ποσοστιαίων μονάδων.
Κατά την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τη μελέτη, η αντίστοιχη αύξηση στην Ευρωζώνη περιορίστηκε στις 0,3 ποσοστιαίες μονάδες.
Το δημοσιονομικό έλλειμμα της Γαλλίας διαμορφώθηκε στο 5,1% του ΑΕΠ το 2025, ενώ οι μεσοπρόθεσμες προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, όπως παρουσιάζονται στην ανάλυση, το τοποθετούν κοντά στο 6%.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν τις δυσκολίες δημοσιονομικής προσαρμογής, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους δανεισμού και πολιτικών πιέσεων για τη διατήρηση κοινωνικών παροχών.
Οι μειώσεις φόρων δεν συνοδεύτηκαν από αντίστοιχη μείωση δαπανών
Η ανάλυση εξετάζει επίσης τις φορολογικές παρεμβάσεις που εφαρμόστηκαν κατά τη διάρκεια της προεδρίας Μακρόν.
Μεταξύ των σημαντικότερων αλλαγών περιλαμβάνονται η μείωση του βασικού συντελεστή φορολογίας εταιρικών κερδών από το 33% στο 25% και η αντικατάσταση του προηγούμενου φόρου περιουσίας από ένα νέο σχήμα που επικεντρώνεται στην ακίνητη περιουσία.
Παρά τις αλλαγές αυτές, τα έσοδα της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώθηκαν από 54,3% το 2017 σε 52,1% το 2025, χωρίς να υπάρξει ανάλογη αποκλιμάκωση των δαπανών.
Σύμφωνα με το ΚΕΦΙΜ, αυτή η απόκλιση συνέβαλε στη διατήρηση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και στην περαιτέρω αύξηση του χρέους.
Η γαλλική οικονομία εξακολουθεί, παράλληλα, να χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο φορολογικών και ασφαλιστικών επιβαρύνσεων.
Οι φόροι και οι υποχρεωτικές εισφορές αντιστοιχούν περίπου στο 43,5% του ΑΕΠ, ποσοστό που κατατάσσει τη Γαλλία στις χώρες με την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση στον ΟΟΣΑ.
Στην τελευταία θέση του ΟΟΣΑ ως προς τη φορολογική ανταγωνιστικότητα
Ένα ακόμη εύρημα αφορά τη θέση της Γαλλίας στους διεθνείς δείκτες φορολογικής ανταγωνιστικότητας.
Σύμφωνα με τον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας 2026 του Tax Foundation, η χώρα βρίσκεται στην 38η και τελευταία θέση μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ που εξετάζονται.
Η κατάταξη προκύπτει από τη μεθοδολογία του συγκεκριμένου δείκτη, ο οποίος αξιολογεί χαρακτηριστικά των φορολογικών συστημάτων, όπως οι συντελεστές, η φορολογική βάση και η πολυπλοκότητά τους.
Παρά τη μείωση του βασικού εταιρικού φόρου στο 25%, ο συνολικός ανώτατος συντελεστής φορολογίας εταιρειών στη Γαλλία μπορεί να φτάσει το 36,1%, λόγω πρόσθετων επιβαρύνσεων.
Το ΚΕΦΙΜ εκτιμά ότι το φορολογικό πλαίσιο εξακολουθεί να περιορίζει την ανταγωνιστικότητα της χώρας, δημιουργώντας επιπλέον κόστος για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι η Γαλλία καταλαμβάνει την 39η θέση μεταξύ 165 χωρών στον Δείκτη Οικονομικής Ελευθερίας του Fraser Institute, ενώ ως προς το μέγεθος του κράτους βρίσκεται στην 153η θέση.
Οι συγκεκριμένοι δείκτες αξιολογούν την οικονομική πολιτική με βάση επιλεγμένα κριτήρια οικονομικής ελευθερίας και φορολογικής δομής, χωρίς να αποτελούν συνολική μέτρηση της ποιότητας των δημόσιων υπηρεσιών ή της κοινωνικής ευημερίας.
Συντάξεις και κοινωνική προστασία απορροφούν μεγάλο μέρος των δαπανών
Η κοινωνική προστασία αποτελεί, σύμφωνα με τη μελέτη, έναν από τους βασικούς παράγοντες που εξηγούν τη διαφορά μεταξύ των γαλλικών δημόσιων δαπανών και του μέσου όρου της Ευρωζώνης.
Ειδικότερα, η Γαλλία διαθέτει το 32,2% του ΑΕΠ στην κοινωνική προστασία, έναντι 27,2% στην Ευρωζώνη, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται το ΚΕΦΙΜ.
Σημαντικό μέρος της απόκλισης προέρχεται από τις συνταξιοδοτικές δαπάνες, όπου η διαφορά φτάνει τις 2,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Η μελέτη αποδίδει την εξέλιξη κυρίως στη χαμηλότερη πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης στη Γαλλία, επισημαίνοντας ότι η δημογραφική εικόνα της χώρας είναι ευνοϊκότερη από εκείνη της Γερμανίας και της Ιταλίας.
Το συνταξιοδοτικό σύστημα αποτελεί άλλωστε ένα από τα σημαντικότερα πεδία πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης στη Γαλλία, ιδιαίτερα μετά τις αλλαγές που προώθησε η κυβέρνηση Μακρόν.
Παιδεία: Υψηλές δαπάνες, αλλά ερωτήματα για την κατανομή τους
Η ανάλυση εξετάζει και τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης, έναν τομέα που βρέθηκε στο επίκεντρο πρόσφατων κινητοποιήσεων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το ΚΕΦΙΜ, η Γαλλία δαπανά το 5,1% του ΑΕΠ για την εκπαίδευση, έναντι 4,7% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, η μελέτη επισημαίνει ότι σημαντικό μέρος των σχετικών πιστώσεων κατευθύνεται σε συνταξιοδοτικές εισφορές.
Ειδικότερα, υπολογίζει ότι περίπου το 32% των πιστώσεων του υπουργείου Εθνικής Παιδείας απορροφάται από αντίστοιχες υποχρεώσεις.
Κατά το ΚΕΦΙΜ, το βασικό ζήτημα δεν περιορίζεται στο συνολικό ύψος της χρηματοδότησης, αλλά αφορά κυρίως τον τρόπο κατανομής των διαθέσιμων πόρων και τη δυνατότητά τους να ενισχύσουν την εκπαιδευτική διαδικασία.
Η δημοσιονομική πίεση και οι πολιτικές προκλήσεις
Οι οικονομικές δυσκολίες της Γαλλίας εξελίσσονται παράλληλα με μια περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που παραθέτει η μελέτη, η χώρα καταγράφει ποσοστό 43% στον Δείκτη Αυταρχικού Λαϊκισμού 2026, ο οποίος χρησιμοποιείται για την αποτύπωση της υποστήριξης σε πολιτικές δυνάμεις που κατατάσσονται στη συγκεκριμένη κατηγορία βάσει της μεθοδολογίας του δείκτη.
Το ΚΕΦΙΜ συνδέει την οικονομική δυσαρέσκεια με την ενίσχυση πολιτικών σχηματισμών που προτείνουν μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, εκτιμώντας ότι η συνέχιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων περιορίζει τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής.
Πρόκειται, πάντως, για ερμηνεία της μελέτης. Η πολιτική και κοινωνική αντιπαράθεση στη Γαλλία περιλαμβάνει διαφορετικές προσεγγίσεις για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης, από τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών έως την αναδιάρθρωση της φορολογίας και την προστασία κοινωνικών υπηρεσιών.
Το μήνυμα του ΚΕΦΙΜ για τη Γαλλία και την Ευρώπη
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, υπογραμμίζει ότι η περίπτωση της Γαλλίας αναδεικνύει τη σημασία της έγκαιρης εφαρμογής διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η διατήρηση ενός κράτους με υψηλές δαπάνες και συνεχή ανάγκη δανεισμού δημιουργεί κινδύνους για τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική σταθερότητα.
Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ υποστηρίζει ότι οι μειώσεις φόρων πρέπει να συνοδεύονται από περιορισμό των μη αποτελεσματικών δαπανών και από ένα ασφαλιστικό σύστημα με βιώσιμη χρηματοδότηση.
Όπως επισημαίνει, οι μεταρρυθμίσεις που καθυστερούν ενδέχεται να εφαρμοστούν αργότερα υπό δυσμενέστερες συνθήκες, με μικρότερα περιθώρια επιλογής για την οικονομική πολιτική.
Η ανάλυση καταλήγει ότι η Γαλλία αντιμετωπίζει μια βαθύτερη διαρθρωτική πρόκληση: να περιορίσει τα δημοσιονομικά ελλείμματα και να διασφαλίσει τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, χωρίς να υπονομεύσει την οικονομική ανάπτυξη και τη χρηματοδότηση βασικών κοινωνικών υπηρεσιών.
Το ζήτημα αποκτά ευρύτερη ευρωπαϊκή σημασία, καθώς η δημοσιονομική πορεία μιας από τις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης επηρεάζει τις συζητήσεις για την ανταγωνιστικότητα, τις δημόσιες επενδύσεις και τη μακροπρόθεσμη οικονομική σταθερότητα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.