Η ακριβή υπόσχεση της τεχνητής νοημοσύνης

Η ακριβή υπόσχεση της τεχνητής νοημοσύνης
Businessman staring at a humanoid AI robot on a screen, Artificial Intelligence and sci-fi concept Photo: Shutterstock
Η παγκόσμια οικονομία στηρίζεται όλο και περισσότερο στις επενδύσεις για την AI, ενώ οι προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της πληθαίνουν. Το δύσκολο είναι να μπουν κανόνες όσο η προσδοκία του κέρδους παραμένει τόσο ισχυρή.

Η παγκόσμια οικονομία έχει αρχίσει να υπολογίζει στα κέρδη της τεχνητής νοημοσύνης πριν απαντήσει σε βασικά ερωτήματα για τους κινδύνους της. Τα data centers χτίζονται, αγοράζονται τσιπ και οι αγορές περιμένουν το μεγάλο άλμα στην παραγωγικότητα. Ανάμεσα, όμως, στα χρήματα που ξοδεύονται σήμερα και στις αποδόσεις που αναμένονται αύριο υπάρχει μια απόσταση. Και όσο μεγαλώνει η επένδυση, τόσο δυσκολότερη γίνεται η παραδοχή ότι οι προσδοκίες μπορεί να μη δικαιωθούν.

Η προειδοποίηση της Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, στα μέσα του Οκτωβρίου, περιγράφει αυτή την αμηχανία. Η επικεφαλής του ΔΝΤ αναγνώρισε ότι η AI ενισχύει ήδη την οικονομία, αλλά προειδοποίησε πως, χωρίς επαρκείς δικλίδες ασφαλείας και ένα ηθικό πλαίσιο, οι κίνδυνοι μπορεί να ξεπεράσουν τα οφέλη. Έθεσε, δηλαδή, έναν όρο στην αισιοδοξία. Έναν όρο που γίνεται δυσκολότερο να επιβληθεί όταν η ανάπτυξη αρχίζει να εξαρτάται από την τεχνολογία που χρειάζεται έλεγχο.

Τα οικονομικά οφέλη, άλλωστε, έχουν ήδη ένα μετρήσιμο σκέλος. Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του ΔΝΤ, οι τεχνολογικές επενδύσεις που συνδέονται με την AI πρόσθεσαν περίπου μισή ποσοστιαία μονάδα στην ανάπτυξη των ΗΠΑ το 2025. Η εικόνα που καταγράφει ο δείκτης TIGER του Brookings και των Financial Times δείχνει επίσης ότι οι σχετικές δαπάνες στηρίζουν τις επιχειρηματικές επενδύσεις, παρά το βάρος της ακριβής ενέργειας και του δανεισμού.

Χρειάζεται, ωστόσο, προσοχή στο τι ακριβώς αποδεικνύουν αυτά τα στοιχεία. Η κατασκευή ενός κέντρου δεδομένων δημιουργεί οικονομική δραστηριότητα όσο διαρκεί το έργο. Για να δικαιωθεί η επένδυση, χρειάζεται στη συνέχεια αρκετή ζήτηση, έσοδα και υπηρεσίες που να αξίζουν το κόστος τους. Η σημερινή δαπάνη και η αυριανή παραγωγικότητα συνδέονται, αλλά η πρώτη δεν εγγυάται τη δεύτερη. Οι αγορές μπορούν να ενθουσιαστούν πολύ γρηγορότερα απ’ όσο μια επιχείρηση μαθαίνει να χρησιμοποιεί αποδοτικά μια καινούργια τεχνολογία.

Εδώ βρίσκεται και η ανησυχία της UNCTAD για τη συγκέντρωση χρηματιστηριακής αξίας σε λίγους τεχνολογικούς ομίλους. Όταν μεγάλο μέρος της αισιοδοξίας στηρίζεται στις ίδιες εταιρείες και στις ίδιες προσδοκίες, μια απότομη αναθεώρηση μπορεί να μεταδοθεί ευρύτερα στην οικονομία. Μια χρήσιμη τεχνολογία μπορεί κάλλιστα να συνοδεύεται από υπερβολικές αποτιμήσεις. Η χρησιμότητά της δεν αποτελεί ασφάλεια για οποιαδήποτε τιμή είναι διατεθειμένη να πληρώσει η αγορά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η… τραπεζική όψη του νομίσματος

Για τις τράπεζες, πάντως, η συζήτηση προχωρά πέρα από τις αποτιμήσεις. Τα συστήματα agentic AI μπορούν να εκτελούν διαδοχικές ενέργειες για λογαριασμό του χρήστη, μέσα στις εξουσιοδοτήσεις που τους έχουν δοθεί. Η απόσταση από την πρόταση μιας συναλλαγής μέχρι την εκτέλεσή της μικραίνει. Μαζί της μικραίνει και το περιθώριο να εντοπιστεί εγκαίρως ένα λάθος. Εάν πολλοί τέτοιοι ψηφιακοί βοηθοί αντιδράσουν παρόμοια σε ένα σήμα της αγοράς, μπορούν να ενισχύσουν τις πιέσεις ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται ψυχραιμία.

Η Σάρα Μπρίντεν, υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Αγγλίας, έχει θέσει ήδη το ενδεχόμενο μηχανισμών που θα περιορίζουν ή θα σταματούν τις συναλλαγές όταν προβληματικά μοντέλα απειλούν τη σταθερότητα. Έχει θέσει και το λιγότερο εντυπωσιακό, αλλά απολύτως ουσιαστικό ζήτημα της ευθύνης. Πώς δίνεται η εξουσιοδότηση, πώς επιλύεται μια διαφορά και ποιος λογοδοτεί για μια λανθασμένη ή δόλια συναλλαγή. Για τον πελάτη που βλέπει χρήματα να λείπουν από τον λογαριασμό του, το «έτσι αποφάσισε το σύστημα» δύσκολα θα είναι ικανοποιητική απάντηση.

Τα «καμπανάκια» Γκέιτς και οι G7

Σε έναν πιο άμεσο κίνδυνο εστιάζει ο Μπιλ Γκέιτς. Στη συνέντευξή του στο ABC News, έδωσε προτεραιότητα στην κακόβουλη χρήση της AI και στις κυβερνοεπιθέσεις, εκτιμώντας ότι αυτά τα προβλήματα προηγούνται χρονικά των σεναρίων μιας τεχνητής νοημοσύνης που ξεφεύγει συνολικά από τον ανθρώπινο έλεγχο. Η εκτίμησή του μεταφέρει τη συζήτηση σε κάτι οικείο: ανθρώπους που αποκτούν ισχυρότερα εργαλεία για να προκαλέσουν ζημιά. Παράλληλα, αμφισβήτησε την επάρκεια της αυτορρύθμισης των εταιρειών.

Ήδη, η ανησυχία μετατρέπεται σε ασκήσεις προετοιμασίας. Σύμφωνα με το Reuters, οι οικονομικές αρχές της G7 συμφώνησαν σε προσομοιώσεις κυβερνοεπιθέσεων με χρήση AI, ώστε να δοκιμάσουν τις διαδικασίες αντιμετώπισης. Η αξία μιας τέτοιας άσκησης βρίσκεται ακριβώς στο ότι μπορεί να αποκαλύψει τα κενά πριν χρειαστεί να τα ανακαλύψουν οι καταθέτες ή οι επιχειρήσεις που περιμένουν να εκτελεστεί μια πληρωμή.

Υπάρχει, βέβαια, και η γεωπολιτική δυσκολία. Ο Τζένσεν Χουάνγκ ζητά διάλογο και συνεργασία μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας για την ασφαλή ανάπτυξη της AI. Το αίτημα του επικεφαλής της Nvidia έχει ενδιαφέρον και λόγω της θέσης του: η εταιρεία του βρίσκεται στον πυρήνα των υποδομών πάνω στις οποίες χτίζεται αυτή η αγορά. Ο ίδιος έχει επικρίνει τις προτάσεις για βαριά ρύθμιση του κλάδου. Η απόσταση ανάμεσα στην αναγνώριση ενός κινδύνου και στη συμφωνία για το πώς θα περιοριστεί παραμένει μεγάλη. Με τον ανταγωνισμό ΗΠΑ και Κίνας να προσθέτει άλλο ένα εμπόδιο στη συνεννόηση.

Στο άκρο της συζήτησης βρίσκεται η επιτροπή του Lancet για τις απειλές κατά της παγκόσμιας υγείας. Περιλαμβάνει την κακόβουλη χρήση της AI και την πυρηνική σύγκρουση στις απειλές με δυνατότητα αφανισμού της ανθρωπότητας. Η ίδια η ανακοίνωση, όμως, περιγράφει χαμηλή πιθανότητα και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στις σχετικές εκτιμήσεις, οι οποίες βασίζονται και σε κρίσεις ειδικών. Βέβαια, πρέπει να υπογραμμιστεί πως πρόκειται για διερεύνηση πιθανών μελλοντικών εξελίξεων, όχι για χρονοδιάγραμμα καταστροφής.

Όπως γίνεται εύκολα αντιληπτό, οι διαφορετικοί αυτοί κίνδυνοι χρειάζονται και διαφορετικές απαντήσεις. Ένας μηχανισμός διακοπής συναλλαγών δεν διορθώνει μια υπερτιμημένη μετοχή. Μια συμφωνία για την κυβερνοασφάλεια δεν λύνει αυτόματα το ζήτημα της αποζημίωσης ενός πελάτη. Γι’ αυτό και οι γενικές δεσμεύσεις περί «υπεύθυνης AI» έχουν περιορισμένη αξία χωρίς συγκεκριμένες υποχρεώσεις, όπως δοκιμές πριν από την εφαρμογή σε κρίσιμες λειτουργίες, αναφορά σοβαρών περιστατικών, δυνατότητα παρέμβασης και σαφή κατανομή ευθυνών.

Η προοπτική μεγαλύτερης παραγωγικότητας δικαιολογεί το ενδιαφέρον για την AI. Δεν αρκεί, όμως, για να ζητηθεί από την κοινωνία να αποδεχθεί κάθε κίνδυνο στο όνομα της ταχύτητας. Όσο η τεχνολογία μπαίνει βαθύτερα στις συναλλαγές και στις υποδομές μας, οι απαντήσεις πρέπει να γίνονται πιο συγκεκριμένες. Πριν της αναθέσουμε περισσότερα, χρειάζεται να ξέρουμε ποιος μπορεί να επέμβει, ποιος οφείλει να εξηγήσει ένα λάθος και ποιος θα πληρώσει τη ζημιά. Αυτοί οι όροι πρέπει να συμφωνηθούν όσο η επένδυση βρίσκεται σε εξέλιξη. Αργότερα, το επιχείρημα ότι «έχουν ήδη επενδυθεί πάρα πολλά» μπορεί να γίνει η πιο βολική δικαιολογία για την αναβολή τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: