Ακριβότερα δάνεια στον ορίζοντα: Γιατί η ΕΚΤ εξετάζει νέα αύξηση επιτοκίων

Ακριβότερα δάνεια στον ορίζοντα: Γιατί η ΕΚΤ εξετάζει νέα αύξηση επιτοκίων
Photo: Shutterstock
Η ΕΚΤ εξετάζει εάν τα επιτόκια πρέπει να περάσουν σε «ήπια περιοριστική» περιοχή, καθώς ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη παραμένει κοντά στο 3%, σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2%.
  • Ορισμένα μέλη της ΕΚΤ θα στήριζαν νέα αύξηση των επιτοκίων ήδη από τον Ιούλιο, θεωρώντας πιθανή την ανάγκη η νομισματική πολιτική να περάσει σε «ήπια περιοριστική» περιοχή.
  • Το Διοικητικό Συμβούλιο επέλεξε ομόφωνα την παύση, καθώς δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει εάν ο πληθωρισμός κοντά στο 3% αποτελεί προσωρινό ενεργειακό σοκ ή ένδειξη μονιμότερων πιέσεων.
  • Με το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,25%, την οικονομία της Ευρωζώνης ανθεκτικότερη από το αναμενόμενο και τον δανεισμό να επιταχύνεται, οι αγορές αναμένουν νέα αύξηση του κόστους χρήματος.

Οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας συζήτησαν κατά πόσο θα μπορούσε να απαιτηθεί μια «ήπια περιοριστική» νομισματική πολιτική, ώστε να διασφαλιστεί η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2%, σύμφωνα με τη σύνοψη της τελευταίας συνεδρίασης.

Ορισμένα μέλη θα υποστήριζαν αύξηση των επιτοκίων ήδη τον προηγούμενο μήνα, επικαλούμενα «τη μικρή πιθανότητα να διαμορφωθεί μια κατάσταση στην οποία μια περαιτέρω αύξηση δεν θα ήταν δικαιολογημένη», όπως προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης της 22ας και 23ης Ιουλίου.

Ωστόσο, καθώς παραμένει υψηλή η αβεβαιότητα σχετικά με την επιμονή των πληθωριστικών πιέσεων, όλα τα μέλη συμφώνησαν τελικά να στηρίξουν την απόφαση για διατήρηση των επιτοκίων αμετάβλητων.

Η απόφαση επιβεβαιώνεται και από την επίσημη ανακοίνωση της ΕΚΤ, σύμφωνα με την οποία τα τρία βασικά επιτόκια παρέμειναν στο 2,25%, στο 2,40% και στο 2,65%.

Με τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη να κινείται κοντά στο 3% και να υπερβαίνει σημαντικά τον στόχο του 2%, αλλά και την οικονομική ανάπτυξη να αποδεικνύεται ισχυρότερη από ό,τι αναμενόταν, οι αξιωματούχοι εκτιμάται ευρέως ότι θα αυξήσουν ξανά το κόστος δανεισμού σε δύο εβδομάδες, μετά την πρώτη αύξηση του Ιουνίου.

Η Isabel Schnabel, μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής που υποστηρίζει αυστηρότερη νομισματική πολιτική, δήλωσε στο Bloomberg ότι τα επιτόκια θα πρέπει να αυξηθούν περαιτέρω. Όπως υποστήριξε, η παρατεταμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και η απροσδόκητα ισχυρή οικονομική ανάπτυξη εντείνουν τους ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό.

Αντίθετα, ο Piero Cipollone, ο οποίος ακολουθεί πιο ήπια γραμμή, προειδοποίησε ότι η ΕΚΤ δεν θα πρέπει να προχωρήσει σε υπερβολική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής, καθώς υπάρχει κίνδυνος να προκαλέσει ζημιά στην οικονομία.

Κεντρικό ερώτημα για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής είναι εάν το επιτόκιο καταθέσεων, το οποίο βρίσκεται σήμερα στο 2,25%, θα πρέπει να αυξηθεί σε επίπεδα όπου το υψηλότερο κόστος δανεισμού αρχίζει να περιορίζει ουσιαστικά την οικονομική δραστηριότητα.

Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ Philip Lane έχει υποδείξει ότι το 2,5% αποτελεί το ανώτατο όριο της ουδέτερης ζώνης των επιτοκίων.

Τι συζητήθηκε για τον πληθωρισμό

«Το κεντρικό ερώτημα για τη νομισματική πολιτική παρέμενε εάν η σημερινή αύξηση του πληθωρισμού αντανακλούσε μια βραχυπρόθεσμη διαταραχή στην πλευρά της προσφοράς ή υποδήλωνε ευρύτερες υποκείμενες πιέσεις».

Τα μέλη έκριναν ότι δεν διέθεταν ακόμη επαρκή εικόνα για να αποφασίσουν ποιο από τα δύο σενάρια ήταν πιθανότερο.

Υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων συνηγορούσαν ο χαμηλότερος από τις προβλέψεις πληθωρισμός του Ιουνίου, η μικρή αποκλιμάκωση του υποκείμενου πληθωρισμού και το γεγονός ότι η δυναμική των μισθών παρέμενε συμβατή με τον στόχο για τον πληθωρισμό.

Παρά τους ανοδικούς κινδύνους, τα περισσότερα μέτρα για τις μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες παρέμειναν σταθερά αγκυροβολημένα κοντά στο 2%, ενισχύοντας την προοπτική σταθεροποίησης του πληθωρισμού γύρω από τον στόχο μεσοπρόθεσμα.

Παράλληλα, υπήρχαν ελάχιστες ενδείξεις ότι εκδηλώνονταν επιδράσεις δεύτερου γύρου — ότι δηλαδή η αρχική άνοδος των τιμών μεταφερόταν ευρύτερα στους μισθούς και σε άλλες κατηγορίες αγαθών και υπηρεσιών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Τι συζητήθηκε για τα επιτόκια

Τα μέλη τόνισαν ότι τα νεότερα οικονομικά δεδομένα προσέφεραν ισχυρά επιχειρήματα υπέρ μιας προσωρινής παύσης στις αυξήσεις των επιτοκίων.

Οι συνθήκες χαρακτηρίστηκαν εύθραυστες, αλλά όχι οξείες, ενώ το βασικό οικονομικό σενάριο παρέμενε σε γενικές γραμμές σταθερό.

Σύμφωνα με τις αναλύσεις των υπηρεσιών της ΕΚΤ, η μέχρι στιγμής αύξηση του πληθωρισμού οφειλόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου στις εξελίξεις στην προσφορά ενέργειας, με πρακτικά μηδενική συμβολή της συνολικής ζήτησης ή της δημοσιονομικής πολιτικής.

Αυτό διαφοροποιεί τη σημερινή κατάσταση από την πληθωριστική έξαρση του 2021-2022. Με βάση αυτή την εκτίμηση, υποστηρίχθηκε ότι μια αύξηση των επιτοκίων δεν θα αντιμετώπιζε την πραγματική αιτία της ανόδου των τιμών.

Η επιλογή να περιμένει η ΕΚΤ και να επανεκτιμήσει την κατάσταση τον Σεπτέμβριο χαρακτηρίστηκε εύλογη.

Ορισμένα μέλη, ωστόσο, σημείωσαν ότι τα στοιχεία που είχαν δημοσιευθεί μετά τη συνεδρίαση του Ιουνίου ενίσχυαν την ανάγκη για περαιτέρω σύσφιξη. Για τον λόγο αυτό, δεν θα είχαν αντιταχθεί σε μια νέα αύξηση των επιτοκίων ήδη από τον Ιούλιο.

Τα ίδια μέλη υποστήριξαν ότι τα επιτόκια θα πρέπει να μετακινηθούν σε ήπια περιοριστική περιοχή, καθώς τα σημερινά επίπεδα δεν φαίνεται να συγκρατούν την οικονομία.

Ως επιβεβαίωση ανέφεραν την περαιτέρω επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης των δανείων προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Τι εκτίμησε η ΕΚΤ για την οικονομία

Οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές είχαν βελτιωθεί ελαφρώς σε σύγκριση με τις προβλέψεις του Ιουνίου.

Τα μέλη έκριναν ότι η οικονομία της Ευρωζώνης αποδεικνύεται ανθεκτικότερη από ό,τι αναμενόταν, χωρίς πάντως να υπάρχουν οι προϋποθέσεις για υπερβολική συνολική ζήτηση.

Ένας από τους παράγοντες πίσω από τη φετινή ανθεκτικότητα ήταν ότι η προηγουμένως περιοριστική νομισματική πολιτική δεν επιβάρυνε πλέον την οικονομική δραστηριότητα με την ίδια ένταση.

Η εξέλιξη αυτή στήριξε τις κατασκευαστικές επενδύσεις και την πιστωτική επέκταση, ενισχύοντας όμως παράλληλα το επιχείρημα όσων θεωρούν ότι απαιτείται νέα αύξηση των επιτοκίων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: