Το εργαλείο που αυξάνει τις πωλήσεις στον κλάδο του Retail
- 26/08/2026, 15:40
- SHARE
Χάρη στην τεχνολογία και το διαδίκτυο, η πρόσβαση στα καταναλωτικά αγαθά έχει γίνει πιο εύκολη από ποτέ. Οι δε μηχανές σύγκρισης τιμών επιτρέπουν στους αγοραστές να κάνουν στοχευμένη έρευνα αγοράς εντοπίζοντας προϊόντα που η σχέση τιμής και ποιότητας είναι ικανοποιητική. Από την πλευρά τους οι εταιρείες έχουν στη διάθεσή τους περισσότερα κανάλια διανομής και οι μικρότερου μεγέθους επιχειρήσεις, που στο παρελθόν δυσκολεύονταν να ανταγωνιστούν επί ίσοις όροις τα μεγαθήρια, γίνονται ψηφιακά ορατές και προσελκύουν μεγαλύτερα κοινά.
Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία δεν είναι η πώληση, αυτή καθαυτή, αλλά το πώς θα ενισχυθεί το engagement και το loyalty απέναντι σε ένα brand. Κοινώς το χτίσιμο μιας σχέσης εμπιστοσύνης με διάρκεια στο χρόνο, που κάνει τον καταναλωτή να επιστρέφει διαρκώς σε εσένα – ακόμη και αν βρει ελάχιστα πιο φθηνό το προϊόν του κάπου αλλού – διότι, όχι μόνο αισθάνεται ασφάλεια κατά τη συναλλαγή, αλλά συνάμα και τη σιγουριά ότι, σε περίπτωση που κάτι πάει στραβά, υπάρχει μια υποστηρικτική ομάδα, πρόθυμη να επικοινωνήσει για να επιλύσει άμεσα το πρόβλημα.
Η σωστή εκπαίδευση του εργατικού δυναμικού σε συνδυασμό με τη συγκέντρωση, ανάλυση και αξιοποίηση των κατάλληλων ψηφιακών δεδομένων βοηθούν στη σκιαγράφηση του προφίλ του εκάστοτε αγοραστή επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να προσφέρουν εξειδικευμένα προϊόντα και υπηρεσίες.
Έρευνα της AdPoints αποκαλύπτει ότι τα retail media αναδείχθηκαν την τελευταία διετία σε έναν από τους τρεις μεγαλύτερους διαφημιστικούς κλάδους παγκοσμίως, ξεπερνώντας τα 145 δισ. δολάρια σε δαπάνη το 2025 και με προβλέψεις που τα τοποθετούν πάνω από το 20% του συνολικού digital ad spend έως το τέλος της δεκαετίας.
Στη μελέτη επισημαίνεται πως ο λόγος αυτής της εκτίναξης δεν είναι απλώς η άνοδος του ηλεκτρονικού εμπορίου. Είναι το γεγονός ότι οι retailers κατέχουν αυθεντικά, βασισμένα σε πραγματικές συναλλαγές first-party data, κάτι που κανένας άλλος κρίκος της αλυσίδας δεν διαθέτει σε αυτή την ποιότητα. Για να δημιουργηθεί όμως πραγματική αξία τα δεδομένα χρειάζεται να «μεταφραστούν» και να μετατραπούν σε ακριβές segmentation .
«Η διαφορά ανάμεσα στο να ξέρεις ότι κάποιος επισκέφθηκε ένα κατάστημα και στο να ξέρεις τι αγόρασε, πότε, πόσο συχνά, σε ποια κατηγορία και σε ποιο σημείο του κύκλου ζωής του βρίσκεται, είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια εικασία και σε μια στρατηγική. Τα δεδομένα συναλλαγών δεν υποθέτουν την πρόθεση, την καταγράφουν» επισημαίνεται.
Ένας «καθρέφτης» της αγοραστικής συμπεριφοράς
Αντί για ευρείες δημογραφικές ομάδες, τα brands αποκτούν πρόσβαση σε κοινά ορισμένα με βάση πραγματική αγοραστική συμπεριφορά. Κατόχους συγκεκριμένων συσκευών που πλησιάζουν σε κύκλο αντικατάστασης, αγοραστές συμπληρωματικών κατηγοριών, ή πελάτες που δεν έχουν επιστρέψει εδώ και μήνες. Η ίδια βάση δεδομένων επιτρέπει τόσο τη μαζική απεύθυνση όσο και τη στόχευση ενός και μόνο ατόμου με πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, καλύπτοντας το σύνολο του διαφημιστικού φάσματος χωρίς να χάνεται η συνάφεια.
Εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι 7 στους 10 καταναλωτές περιμένουν εξατομικευμένη επικοινωνία, ενώ οι εκστρατείες που στηρίζονται σε first-party shopper data μπορούν να πολλαπλασιάσουν την απόδοση σε σχέση με το τυπικό display. Όταν το μήνυμα φτάνει στο σωστό κοινό, στο σωστό context και τη σωστή στιγμή, το αποτέλεσμα δεν είναι απλώς μεγαλύτερη προβολή, αλλά ουσιαστικό engagement που μεταφράζεται σε πρόθεση αγοράς.
Η ομάδα της AdPoints επισημαίνει ότι «κλειδί» στην όλη διαδικασία είναι η συνεργασία. Οι τεχνολογίες data clean rooms επιτρέπουν σε retailer και brand να διασταυρώσουν πληροφορία χωρίς κανένας να εκθέτει τα ακατέργαστα δεδομένα του, ανοίγοντας δρόμο για εμπλουτισμένα segments με πλήρη συμμόρφωση στο ρυθμιστικό πλαίσιο. Παράλληλα, το ίδιο data foundation τροφοδοτεί και τη φάση της ανακάλυψης, εκθέτοντας νέα προϊόντα στο κοινό με τη μεγαλύτερη πιθανότητα να ενδιαφερθεί.