Ανάπτυξη από 2,2% ως 2,5% αναμένει για το 2020 το ΙΟΒΕ

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ιδρύματος, η επενδυτική δραστηριότητα αναμένεται να παίξει πολύ πιο ενεργό ρόλο τη φετινή χρονιά.

Κλιμάκωση της ανάπτυξης το 2020, στο 2,2% με 2,5%, από 2,1% το 2019 αναμένει το ΙΟΒΕ στην έκθεση του για την ελληνική οικονομία που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα.

Ειδικότερα, το Ίδρυμα περιμένει ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας το 2020 λόγω της πιστωτικής επέκτασης, των φοροελαφρύνσεων στις επιχειρήσεις, των έργων σε αποκρατικοποιήσεις – παραχωρήσεις (+16%), της νέας αύξησης των εξαγωγών (+5,5-6,0%) και της περαιτέρω ανάκαμψης της ιδιωτικής κατανάλωσης (+1,4%), όπως αναφέρει στην έκθεση του.

Για το 2019 ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται στο 2,1%, από την ενίσχυση των εξαγωγών (+6,0%), κυρίως σε υπηρεσίες (Τουρισμός – Μεταφορές) και τη διεύρυνση της δημόσιας κατανάλωσης, λόγω εκλογικού κύκλου (+2,0%), όπως αναφέρει το ΙΟΒΕ.

Όπως ανέφερε κατά την παρουσίαση της Έκθεσης, ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ καθηγητής Νίκος Βέττας, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε στάδιο επιταχυνόμενης πραγματικής μεγέθυνσης.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη και το οικονομικό κλίμα ευρύτερα ενισχύονται σε υψηλά επίπεδα, εικοσαετίας και δωδεκαετίας αντίστοιχα.

Το κόστος χρηματοδότησης αποκλιμακώνεται στο δημόσιο και, σταδιακά, και στο ιδιωτικό επίπεδο. Σημαντικοί τομείς, όπως ο τουρισμός, συνεχίζουν να έχουν θετική συμβολή, ενώ άλλοι, όπως η οικοδομή, ανακάμπτουν από πολυετή λήθαργο. Οι εξαγωγές εξακολουθούν να κινούνται θετικά.

Όπως είπε ο κ. Βέττας, η άρση της ακραίας αβεβαιότητας που κυριάρχησε για μια σχεδόν δεκαετία, έχει από μόνη  της ευεργετικά αποτελέσματα. Η επόμενη χρονιά θα είναι η πρώτη μετά από μια δεκαετία, όπου η ελληνική οικονομία θα μπορεί να είναι περισσότερο στραμμένη στις προκλήσεις του μέλλοντος παρά στα προβλήματα που κληρονομεί από το παρελθόν.

Σύμφωνα με τον Γενικό Διευθυντή του ΙΟΒΕ, η πορεία της ελληνικής οικονομίας θα είναι χωρίς εμπόδια και δυσκολίες. Υπάρχουν δομικές παθογένειες, ασθενής παραγωγική βάση και υψηλό εξωτερικό δημόσιο χρέος. Παρά την προσαρμογή, χαρακτηρίζεται ακόμη από χαμηλό βαθμό καινοτομίας, μικρή συμμετοχή της μεταποίησης στο ΑΕΠ και χαμηλή παραγωγικότητα.

Το συνολικό επίπεδο επενδύσεων στη χώρα μας παραμένει καθηλωμένο περίπου στο μισό από αυτό που θα χρειαζόταν για τη σύγκλιση με τις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Μετά τα επόμενα λίγα χρόνια, όπου αναμένεται βελτίωση, τα θεμελιώδη της οικονομίας δεν την τραβούν μεσοπρόθεσμα από το 2% προς το 3%, αλλά την υποβιβάζουν προς το 1% ετήσιας πραγματικής μεγέθυνσης. Θα είναι λοιπόν ιδιαίτερα χρήσιμο να γίνει κατανοητό πως η πορεία ενδυνάμωσης της οικονομίας δεν έχει τελειώσει, ούτε θα είναι αυτόματη, ανέφερε ο κ. Βέττας και πρόσθεσε:

Θα απαιτηθούν στοχευμένες πολιτικές, όσο και οριζόντιες, ειδικότερα στα συστήματα φορολογίας συντάξεων και εκπαίδευσης. Ο στόχος πρέπει να είναι να αυξηθεί συστηματικά η αμοιβή της εργασίας και της επιχειρηματικότητας στη χώρα. Μόνο εάν αυτό συμβεί η μεγέθυνση της οικονομίας που καταγράφεται σήμερα θα οδηγήσει σε συνθήκες για ισχυρή ανάπτυξη μεσοπρόθεσμα.