Ανησυχία για το γαλλικό χρέος των 3,6 τρισ. ευρώ – Οι διαφορές με την ελληνική κρίση του 2010 

Ανησυχία για το γαλλικό χρέος των 3,6 τρισ. ευρώ – Οι διαφορές με την ελληνική κρίση του 2010 
Triumphal arch (Arc de Triomphe) at sunset, Paris, France Photo: Shutterstock
Με τις αποδόσεις των ομολόγων στα ύψη και το πολιτικό σκηνικό κατακερματισμένο, η ανάλυση του Bloomberg συγκρίνει τα δημοσιονομικά δεδομένα Παρισιού και Αθήνας.

Εντείνεται η ανησυχία στις τάξεις των επενδυτών για μια νέα κρίση χρέους στην Ευρωζώνη, με τη Γαλλία να βρίσκεται αυτή τη φορά στο επίκεντρο των αγορών, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων εκτινάσσονται, το πολιτικό σκηνικό παραμένει κατακερματισμένο και η κυβέρνηση δυσκολεύεται να προωθήσει μέτρα περιορισμού των ελλειμμάτων ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027.

Σύμφωνα με ανάλυση του Bloomberg, η εικόνα θυμίζει σε ορισμένα σημεία την Ελλάδα πριν από περίπου 15 χρόνια. Ωστόσο, οι διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις είναι ουσιαστικές, τόσο ως προς τα δημοσιονομικά δεδομένα όσο και ως προς τη δομή των οικονομιών και τη λειτουργία του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Το διακύβευμα, πάντως, είναι μεγαλύτερο για την Ευρώπη. Η Γαλλία αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ το δημόσιο χρέος της ανέρχεται σε περίπου 3,6 τρισ. ευρώ, σχεδόν δεκαπλάσιο από το ελληνικό χρέος το 2011. Περίπου το 60% των γαλλικών ομολόγων βρίσκεται στα χέρια επενδυτών εκτός της χώρας, γεγονός που θα μπορούσε να μεταδώσει τις επιπτώσεις μιας κρίσης στις διεθνείς αγορές.

Αποδόσεις και δανεισμός

Οι γαλλικοί κρατικοί τίτλοι καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες μεταξύ των βασικών αγορών κρατικών ομολόγων το 2026. Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου έφτασε τον Οκτώβριο στο 5%, για πρώτη φορά από το 2002.

Παράλληλα, η διαφορά απόδοσης μεταξύ των γαλλικών και των γερμανικών ομολόγων, βασικό μέτρο αξιολόγησης του πρόσθετου κινδύνου που απαιτούν οι επενδυτές, ανήλθε στις 178 μονάδες βάσης. Πρόκειται για επίπεδο που παραπέμπει στην περίοδο της ελληνικής κρίσης, αλλά απέχει σημαντικά από την κορύφωση της ελληνικής κρίσης, όταν το αντίστοιχο περιθώριο ξεπέρασε τις 3.500 μονάδες βάσης.

Επιπλέον, η Γαλλία εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στις αγορές και να εκδίδει νέο χρέος, σε αντίθεση με την Ελλάδα, η οποία βρέθηκε εκτός αγορών όταν οι επενδυτές αρνήθηκαν να χρηματοδοτήσουν το Δημόσιο με βιώσιμους όρους.

Χρέος και ελλείμματα

Το γαλλικό δημόσιο χρέος αντιστοιχεί σήμερα περίπου στο 119% του ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 87% στην Ευρωζώνη. Το ποσοστό είναι χαμηλότερο από εκείνο που κατέγραφε η Ελλάδα στην έναρξη της κρίσης της, όταν το χρέος έφτανε περίπου στο 129% του ΑΕΠ, αλλά η πορεία των δύο χωρών διαφέρει: το ελληνικό ποσοστό υποχωρεί τα τελευταία χρόνια, ενώ το γαλλικό αυξάνεται.

Ανάλογη είναι η διαφορά στα δημοσιονομικά ελλείμματα. Το ελληνικό έλλειμμα του 2009 έφτασε περίπου στο 15% του ΑΕΠ, ενώ η Γαλλία κινείται σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα. Ωστόσο, ο στόχος για περιορισμό του γαλλικού ελλείμματος στο 5% του ΑΕΠ το 2026 έχει ήδη εγκαταλειφθεί. Η κυβέρνηση προβλέπει πλέον έλλειμμα περίπου 5,4%, έναντι 5,1% το 2025.

Στην ελληνική περίπτωση, η αποκάλυψη του πραγματικού μεγέθους του ελλείμματος και οι αναθεωρήσεις των δημοσιονομικών στοιχείων είχαν κλονίσει την εμπιστοσύνη των αγορών. Στη Γαλλία δεν υπάρχουν αντίστοιχες ενδείξεις απόκρυψης των δημοσιονομικών δεδομένων. Το πρόβλημα συνδέεται με τις αστοχίες στην επίτευξη των στόχων, την ασθενέστερη ανάπτυξη και την αδυναμία εξασφάλισης πολιτικής στήριξης για μέτρα περιστολής των δαπανών.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Εξίσωση των δαπανών

Η Γαλλία έχει ήδη μία από τις υψηλότερες φορολογικές επιβαρύνσεις στην Ευρώπη ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια για νέες αυξήσεις φόρων χωρίς επιπτώσεις στην οικονομική δραστηριότητα.

Η δημοσιονομική προσαρμογή στρέφεται, επομένως, κυρίως στον περιορισμό των δημόσιων δαπανών, οι οποίες αντιστοιχούν περίπου στο 57% του ΑΕΠ, με τη χώρα να καταγράφει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.

Η συγκράτηση των δαπανών, ωστόσο, είναι δύσκολη λόγω της γήρανσης του πληθυσμού, της αύξησης του κόστους υγείας και των πολιτικών αντιδράσεων στις περικοπές κοινωνικών παροχών. Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος έχει επίσης αποδειχθεί ιδιαίτερα ευαίσθητο ζήτημα, με την κυβέρνηση να έχει αναστείλει προηγούμενη αλλαγή που προέβλεπε αύξηση του ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης.

Για την Ελλάδα, αντίθετα, η εκτεταμένη φοροδιαφυγή πριν από την κρίση δημιουργούσε μεγαλύτερα περιθώρια αύξησης των εσόδων μέσω της βελτίωσης της φορολογικής συμμόρφωσης.

Οικονομία και τράπεζες

Η γαλλική οικονομία διαθέτει μεγαλύτερη διαφοροποίηση από την ελληνική οικονομία πριν από την κρίση. Βιομηχανίες όπως η αεροναυπηγική, τα είδη πολυτελείας και οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες συνυπάρχουν με ισχυρούς κλάδους τεχνολογίας και εφοδιαστικής αλυσίδας.

Επιπλέον, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Γαλλίας βρίσκεται κοντά στην ισορροπία. Η Ελλάδα το 2009 κατέγραφε έλλειμμα περίπου 12% του ΑΕΠ, στοιχείο που αντανακλούσε τις ευρύτερες εξωτερικές ανισορροπίες της οικονομίας.

Διαφορετική είναι και η εικόνα του τραπεζικού συστήματος. Οι γαλλικές τράπεζες έχουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση δραστηριοτήτων, ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση και αυστηρότερο πλαίσιο εποπτείας σε σχέση με τις ελληνικές τράπεζες κατά την κρίση χρέους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απρόσβλητες. Η υποχώρηση των τιμών των γαλλικών κρατικών ομολόγων μπορεί να επηρεάσει την αξία των χαρτοφυλακίων τους και τους κεφαλαιακούς δείκτες τους. Στην Ελλάδα, οι μεγάλες ζημιές από την αναδιάρθρωση του κρατικού χρέους αποδυνάμωσαν σοβαρά τις τράπεζες, ενώ η ύφεση οδήγησε σε εκτίναξη των μη εξυπηρετούμενων δανείων και σε εκτεταμένες ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης.

Εργαλεία Ευρωζώνης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει σήμερα μηχανισμούς αντιμετώπισης κρίσεων που δεν υπήρχαν όταν ξέσπασε η ελληνική κρίση. Ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) μπορεί να παρέχει χρηματοδοτική στήριξη υπό όρους, ενώ η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) διαθέτει εργαλεία παρέμβασης στις αγορές κρατικών ομολόγων.

Μετά την κρίση χρέους, η ΕΚΤ ανακοίνωσε το πρόγραμμα Οριστικών Νομισματικών Συναλλαγών (OMT), το οποίο προβλέπει δυνητικά απεριόριστες αγορές ομολόγων υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Αργότερα δημιουργήθηκε και το Μέσο Προστασίας της Μετάδοσης (TPI) της νομισματικής πολιτικής, που επιτρέπει παρεμβάσεις όταν οι κινήσεις στις αγορές κρίνονται αδικαιολόγητες από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη και εμποδίζουν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.

Μέχρι στιγμής, η ΕΚΤ δεν έχει αφήσει να εννοηθεί ότι σχεδιάζει άμεση παρέμβαση για τη Γαλλία, υπογραμμίζοντας ότι η αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προβλημάτων αποτελεί ευθύνη της ίδιας της χώρας.

Πολιτικό ρίσκο

Κοινό στοιχείο των δύο περιπτώσεων είναι η πολιτική αστάθεια που συνοδεύει τις δημοσιονομικές δυσκολίες. Στην Ελλάδα, η κρίση συνέβαλε στην ανατροπή του παραδοσιακού κομματικού σκηνικού και στην άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η αντιπαράθεση με τους Ευρωπαίους εταίρους κορυφώθηκε το 2015, πριν από την αποδοχή του τρίτου προγράμματος διάσωσης.

Στη Γαλλία, η πολιτική πόλωση και ο κατακερματισμός του Κοινοβουλίου δυσχεραίνουν την εφαρμογή μέτρων προσαρμογής. Με τις προεδρικές εκλογές του 2027 να πλησιάζουν, η άνοδος των αντισυστημικών δυνάμεων προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα αβεβαιότητας για τους επενδυτές.

Η βασική διαφορά είναι ότι η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει σήμερα τις ίδιες συνθήκες αποκλεισμού από τις αγορές και τις εξωτερικές ανισορροπίες που χαρακτήριζαν την Ελλάδα το 2010. Ωστόσο, το μέγεθος του γαλλικού χρέους και η διεθνής διασύνδεση των ομολογιακών αγορών σημαίνουν ότι μια παρατεταμένη κρίση εμπιστοσύνης θα μπορούσε να έχει πολύ ευρύτερες συνέπειες για την Ευρωζώνη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: