BofA: Η Ελλάδα άφησε πίσω τις ανισορροπίες της κρίσης – Ποιος είναι ο αδύναμος κρίκος

BofA: Η Ελλάδα άφησε πίσω τις ανισορροπίες της κρίσης – Ποιος είναι ο αδύναμος κρίκος
Photo: Shutterstock
Η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη και διαθέτει πλέον ισχυρότερα δημόσια οικονομικά.
  • Η BofA προβλέπει ανάπτυξη 1,7% το 2026, 1,8% το 2027 και 1,7% το 2028, υψηλότερη από την αντίστοιχη της Ευρωζώνης.
  • Τα ελληνικά νοικοκυριά εμφάνισαν χρηματοδοτικό έλλειμμα 4% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την περίοδο 2023-2025.
  • Η μεγάλη μεταμνημονιακή διόρθωση συντελέστηκε κυρίως στο Δημόσιο, ενώ αποταμίευση, επενδύσεις και εξωτερικές υποχρεώσεις παραμένουν αδύναμα σημεία.

Σημαντική απόσταση από τις ανισορροπίες που οδήγησαν στην κρίση χρέους έχει διανύσει η Ελλάδα, χωρίς όμως να έχει ολοκληρώσει την οικονομική της αποκατάσταση.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα έκθεσης της Bank of America, η οποία συγκρίνει την πορεία της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Πορτογαλίας μετά την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας.

Η ελληνική οικονομία εμφανίζει πλέον σαφώς καλύτερη δημοσιονομική εικόνα, ασφαλέστερη εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από την Ευρωζώνη. Ωστόσο, η πρόοδος παραμένει άνιση, καθώς τα οικονομικά των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων δεν έχουν ενισχυθεί στον ίδιο βαθμό.

Η BofA προβλέπει ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,7% το 2026, 1,8% το 2027 και 1,7% το 2028. Για την Ευρωζώνη αναμένει ανάπτυξη μόλις 0,5%, 1,3% και 1,1% αντίστοιχα.

Η Ελλάδα αναμένεται, επομένως, να παραμείνει μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες της περιοχής. Πίσω από τους θετικούς ρυθμούς, όμως, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες στην ιδιωτική αποταμίευση, στις επενδύσεις και στη συνολική χρηματοδοτική θέση του ιδιωτικού τομέα.

Η διαφορετική πορεία της Ελλάδας

Οι τέσσερις οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου δεν ακολούθησαν την ίδια διαδρομή μετά την κρίση.

Στην Ισπανία, η μεγαλύτερη βελτίωση σημειώθηκε στα οικονομικά των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, τα οποία περιόρισαν τον δανεισμό και ενίσχυσαν τη θέση τους. Στην Ιταλία, ο ιδιωτικός τομέας εμφανίζεται επίσης ισχυρότερος, ενώ το Δημόσιο παραμένει η βασική πηγή αδυναμίας.

Η Πορτογαλία παρουσιάζει την πιο ισορροπημένη εικόνα, καθώς η πρόοδος αφορά ταυτόχρονα το κράτος, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.

Στην Ελλάδα συνέβη το αντίστροφο: η κύρια προσαρμογή πραγματοποιήθηκε στο Δημόσιο, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, ενώ στις υπόλοιπες χώρες τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις έχουν μετατραπεί σε παράγοντα οικονομικής σταθερότητας, στην Ελλάδα εξακολουθούν να αποτελούν πηγή ευπάθειας.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χρηματοδοτικό έλλειμμα 4% στα νοικοκυριά

Η μεγαλύτερη αδυναμία εντοπίζεται στην οικονομική θέση των ελληνικών νοικοκυριών. Η Bank of America εξετάζει εάν η αποταμίευση κάθε τομέα επαρκεί για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων και των υπόλοιπων αναγκών του. Ένα θετικό αποτέλεσμα σημαίνει ότι ο τομέας διαθέτει πλεονάζοντα κεφάλαια, ενώ το αρνητικό δείχνει ότι χρειάζεται χρηματοδότηση από αλλού.

Την περίοδο 2023-2025, τα ελληνικά νοικοκυριά εμφάνισαν κατά μέσο όρο χρηματοδοτικό έλλειμμα 4% του ΑΕΠ. Αυτό σημαίνει ότι οι αποταμιεύσεις τους δεν ήταν αρκετές για να καλύψουν τις συνολικές χρηματοδοτικές τους ανάγκες.

Η απόσταση από τις υπόλοιπες χώρες είναι μεγάλη. Την ίδια περίοδο, τα νοικοκυριά εμφάνισαν πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ στην Ιταλία, 3% στην Ισπανία και 2,6% στην Πορτογαλία.

Κατά την BofA, η περιορισμένη αποταμίευση συνδέεται με την ασθενή πορεία των εισοδημάτων και τη μακρά προσπάθεια των ελληνικών νοικοκυριών να αποκαταστήσουν την οικονομική τους θέση μετά την πολυετή κρίση.

Σε έλλειμμα πέρασαν και οι επιχειρήσεις

Παρόμοια επιδείνωση καταγράφεται στις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Την περίοδο 2000-2008, οι ελληνικές επιχειρήσεις εμφάνιζαν χρηματοδοτικό πλεόνασμα ίσο με 2,5% του ΑΕΠ. Το πλεόνασμα αυξήθηκε στο 3% κατά την περίοδο 2013-2019, καθώς οι επενδύσεις παρέμεναν εξαιρετικά περιορισμένες.

Μετά την πανδημία, η εικόνα άλλαξε. Την τριετία 2023-2025 οι επιχειρήσεις πέρασαν σε χρηματοδοτικό έλλειμμα 0,7% του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι χρειάζονται πλέον εξωτερικούς πόρους για να καλύπτουν τις επενδυτικές και λειτουργικές τους ανάγκες.

Η εξέλιξη δεν είναι απαραίτητα αρνητική, εφόσον ο πρόσθετος δανεισμός κατευθύνεται σε παραγωγικές επενδύσεις. Σε συνδυασμό, όμως, με την περιορισμένη αποταμίευση των νοικοκυριών, δείχνει ότι η Ελλάδα διαθέτει μικρότερη εγχώρια δεξαμενή κεφαλαίων από τις υπόλοιπες οικονομίες του Νότου.

Η δημοσιονομική προσαρμογή άλλαξε την εικόνα

Η μεγαλύτερη επιτυχία της Ελλάδας καταγράφεται στα δημόσια οικονομικά. Το μέσο χρηματοδοτικό έλλειμμα του Δημοσίου μειώθηκε από 6,7% του ΑΕΠ την περίοδο 2000-2008, στο 2% το 2013-2019 και στο 1,3% κατά την περίοδο 2023-2025.

Η χώρα έχει, συνεπώς, βελτιώσει θεαματικά την ικανότητά της να διαχειρίζεται και να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος. Η δημοσιονομική προσαρμογή δεν συνοδεύτηκε, όμως, από ανάλογη ενίσχυση των εγχώριων εισοδημάτων και της ιδιωτικής αποταμίευσης.

Σύμφωνα με την έκθεση, το ελληνικό μοντέλο εξυγίανσης στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη δημοσιονομική πειθαρχία και στη δραστική συρρίκνωση της εσωτερικής ζήτησης κατά την περίοδο της κρίσης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η διόρθωση ήρθε και από την κατάρρευση των εισαγωγών

Πριν από την κρίση, η Ελλάδα εμφάνιζε μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα, καθώς εισήγαγε πολύ περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μέσω των εξαγωγών και των εισοδημάτων από το εξωτερικό.

Η ανισορροπία περιορίστηκε δραστικά τα επόμενα χρόνια. Η BofA σημειώνει, όμως, ότι η διόρθωση δεν προήλθε μόνο από την ενίσχυση των εξαγωγών.

Οι εξαγωγές υπηρεσιών —και ιδιαίτερα ο τουρισμός— ανέκαμψαν, αλλά σημαντικό μέρος της προσαρμογής οφειλόταν στην απότομη πτώση των εισαγωγών, καθώς επιχειρήσεις και νοικοκυριά περιόρισαν τις δαπάνες τους.

Για τον λόγο αυτό, η ποιότητα της ελληνικής προσαρμογής κρίνεται ασθενέστερη από εκείνη της Ισπανίας, όπου η βελτίωση στηρίχθηκε σε περισσότερες πηγές, μεταξύ των οποίων οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Παράλληλα, οι επενδύσεις στην Ελλάδα υποχώρησαν πολύ περισσότερο από ό,τι στις υπόλοιπες τρεις χώρες. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, παραμένουν χαμηλές ως ποσοστό του ΑΕΠ και σημαντικά κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα.

Παραμένει βαρύ το εξωτερικό αποτύπωμα της κρίσης

Η έκθεση εξετάζει και την καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, δηλαδή τη διαφορά μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει μια χώρα στο εξωτερικό και των υποχρεώσεών της προς ξένους επενδυτές και πιστωτές.

Η Ιταλία έχει μετατραπεί από καθαρό οφειλέτη σε καθαρό πιστωτή, ενώ Ισπανία και Πορτογαλία έχουν σχεδόν περιορίσει στο μισό τις εξωτερικές υποχρεώσεις τους σε σχέση με τα ιστορικά υψηλά τους.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει βαθιά αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση. Πρόκειται για το συσσωρευμένο απόθεμα παλαιότερων υποχρεώσεων, το οποίο συνεπάγεται συνεχιζόμενες πληρωμές τόκων, μερισμάτων και άλλων εισοδημάτων προς το εξωτερικό.

Ελλάδα και Πορτογαλία εμφανίζουν τις ασθενέστερες επιδόσεις στις συγκεκριμένες ροές, με ελλείμματα που συχνά κινούνται μεταξύ 2% και 3% του ΑΕΠ.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: