ΔΕΘ: Το νέο φορολογικό «deal» με τις επιχειρήσεις – Τι αλλάζει σε τεκμήρια και προκαταβολή φόρου
- 19/08/2026, 08:48
- SHARE
- Το πακέτο της ΔΕΘ αναμένεται να έχει δημοσιονομικό κόστος έως 1,9 δισ. ευρώ για το 2027.
- Για τους συνεπείς επαγγελματίες εξετάζονται χαμηλότερη τεκμαρτή επιβάρυνση και μείωση της προκαταβολής φόρου από το 55%.
- Για τις επιχειρήσεις βρίσκονται στο τραπέζι η κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος, η μείωση της προκαταβολής φόρου και ο δεκαετής συμψηφισμός ζημιών.
Μέχρι σήμερα, τα myData, τα POS και τα ψηφιακά δελτία διακίνησης λειτουργούσαν κυρίως ως εργαλεία ελέγχου. Από το 2027 ενδέχεται να αποκτήσουν και έναν δεύτερο ρόλο: να ανοίγουν τον δρόμο για χαμηλότερη φορολογική επιβάρυνση σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που έχουν καταστήσει πλήρως ορατή τη δραστηριότητά τους στη φορολογική διοίκηση.
Αυτή είναι η κεντρική ιδέα πίσω από το οικονομικό σχέδιο που επεξεργάζεται η κυβέρνηση ενόψει της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης. Η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν εγκαταλείπεται και η τεκμαρτή φορολόγηση δεν καταργείται. Το σύστημα, όμως, σχεδιάζεται να γίνει περισσότερο επιλεκτικό, ώστε να μη μεταχειρίζεται με τον ίδιο τρόπο μια επιχείρηση με αδιαφανή έσοδα και μια επιχείρηση της οποίας κάθε συναλλαγή καταγράφεται ψηφιακά.
Πρόκειται για μια αλλαγή που θα μπορούσε να μεταφέρει το βάρος της φορολογικής πολιτικής από τις οριζόντιες επιβαρύνσεις σε ένα μοντέλο «ελεγχόμενης επιβράβευσης»: όσο πληρέστερη είναι η εικόνα που έχει η ΑΑΔΕ, τόσο μεγαλύτερο μπορεί να είναι το περιθώριο ελάφρυνσης.
Το «αντάλλαγμα» για τους συνεπείς επαγγελματίες
Η κυβέρνηση δεν σχεδιάζει να αποσύρει το ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα. Εξακολουθεί να το θεωρεί αναγκαίο απέναντι σε επαγγελματίες και κλάδους που εμφανίζουν συστηματικά εξαιρετικά χαμηλά εισοδήματα, παρά το πραγματικό εύρος της δραστηριότητάς τους.
Αυτό που βρίσκεται υπό επανεξέταση είναι τα κριτήρια με τα οποία υπολογίζεται η τελική επιβάρυνση.
Ένα από τα σενάρια προβλέπει μείωση του τεκμαρτού φόρου για ατομικές επιχειρήσεις που χρησιμοποιούν με συνέπεια τα myData, τα POS και τα ψηφιακά παραστατικά, ενώ παράλληλα τηρούν τυχόν ρυθμίσεις οφειλών. Η ελάφρυνση θα μπορεί να ενεργοποιείται όταν η φορολογική διοίκηση κρίνει ότι διαθέτει ολοκληρωμένη εικόνα για τα έσοδα και τα έξοδα μιας δραστηριότητας.
Παράλληλα, εξετάζεται να περιοριστεί η επίδραση ορισμένων κριτηρίων που σήμερα παράγουν το αντίθετο αποτέλεσμα από το επιδιωκόμενο. Μια επιχείρηση μπορεί, για παράδειγμα, να επιβαρύνεται επειδή εμφανίζει υψηλότερο τζίρο από τον μέσο όρο του κλάδου της ή επειδή καταβάλλει αυξημένους μισθούς. Με άλλα λόγια, η ανάπτυξη, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η πλήρης δήλωση των εσόδων μπορούν να οδηγήσουν σε υψηλότερο τεκμήριο.
Οι διορθώσεις επιχειρούν να περιορίσουν αυτή την αντίφαση, χωρίς να αφαιρέσουν από την ΑΑΔΕ το εργαλείο του ελάχιστου εισοδήματος.
Η μεγάλη μάχη θα δοθεί στη ρευστότητα
Για την καθημερινότητα των επαγγελματιών, η πιο άμεση αλλαγή μπορεί να μην προκύψει από τον τελικό φορολογικό συντελεστή αλλά από την προκαταβολή φόρου.
Σήμερα, ένας αυτοαπασχολούμενος καλείται να προκαταβάλει το 55% του φόρου της επόμενης χρονιάς. Το ποσοστό εξετάζεται να μειωθεί στο 50% ή ακόμη χαμηλότερα, αφήνοντας περισσότερα διαθέσιμα κεφάλαια στο ταμείο του.
Για τα νομικά πρόσωπα, η διαφορά μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη. Η προκαταβολή φόρου ανέρχεται σήμερα στο 80% και ένα από τα βασικά σενάρια προβλέπει την υποχώρησή της στο 55%-60%.
Η μείωση δεν αποτελεί απλώς λογιστική διευκόλυνση. Περιορίζει το ποσό που δεσμεύεται για μελλοντικές φορολογικές υποχρεώσεις και επιτρέπει στις επιχειρήσεις να χρησιμοποιήσουν τη ρευστότητα για προμήθειες, μισθούς, επενδύσεις ή αποπληρωμή οφειλών.
Αυτό εξηγεί γιατί η προκαταβολή φόρου βρίσκεται ψηλά στις προτεραιότητες της αγοράς: μπορεί να αλλάξει άμεσα την ταμειακή εικόνα μιας επιχείρησης, ακόμη και αν ο βασικός φορολογικός συντελεστής παραμείνει αμετάβλητος.
Έξι αλλαγές στο επιχειρηματικό τοπίο
Γύρω από τον πυρήνα των τεκμηρίων και της προκαταβολής φόρου διαμορφώνεται ένα ευρύτερο πλέγμα παρεμβάσεων.
Η πρώτη αφορά την οριστική κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα. Η επιβάρυνση κυμαίνεται σήμερα από 400 έως 1.000 ευρώ τον χρόνο, ενώ για κάθε υποκατάστημα μπορεί να προστίθενται έως 600 ευρώ.
Η δεύτερη είναι η επέκταση του χρονικού ορίζοντα για τον συμψηφισμό φορολογικών ζημιών. Αντί της σημερινής πενταετίας, εξετάζεται οι ζημιές να μπορούν να μεταφέρονται για δέκα χρόνια. Η αλλαγή αφορά ιδιαίτερα επιχειρήσεις που πραγματοποιούν επενδύσεις υψηλού κόστους και χρειάζονται περισσότερο χρόνο μέχρι αυτές να αποδώσουν.
Τρίτος άξονας είναι η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα θα μπορούσε να αναλάβει κεντρικότερο ρόλο, προσφέροντας προνομιακά δάνεια συνολικού ύψους έως 5 δισ. ευρώ.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται η περαιτέρω μείωση των ασφαλιστικών εισφορών. Η υποχώρηση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα θεωρείται κλειδωμένη, ενώ αναζητείται χώρος για μία ακόμη μονάδα.
Πιο μακροπρόθεσμα, στο τραπέζι βρίσκεται και η μείωση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή από το 22% στο 20%. Σε αντίθεση με τις διορθώσεις στα τεκμήρια, η συγκεκριμένη παρέμβαση δεν αναμένεται να υλοποιηθεί απαραίτητα ολόκληρη από το 2027, αλλά μπορεί να ενταχθεί σταδιακά στον σχεδιασμό έως το 2030.
Ο λογαριασμός των 1,9 δισ. ευρώ
Το σχέδιο προϋποθέτει μεγαλύτερο δημοσιονομικό χώρο από εκείνον που χρησιμοποιήθηκε για το προηγούμενο πακέτο της ΔΕΘ. Το κόστος των παρεμβάσεων για το 2027 εκτιμάται ότι μπορεί να φθάσει τα 1,8-1,9 δισ. ευρώ, έναντι 1,7 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα.
Περίπου 1,4 δισ. ευρώ προέρχονται από τη μόνιμη υπεραπόδοση της οικονομίας και από πρόσθετες εξοικονομήσεις. Άλλα 400 εκατ. ευρώ μπορούν να προκύψουν μέσω της ρήτρας διαφυγής για ενεργειακές επενδύσεις, η οποία επιτρέπει πρόσθετες δαπάνες πέρα από το ευρωπαϊκό όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών.
Το μέγεθος του πακέτου, ωστόσο, δεν είναι το μοναδικό στοιχείο που θα κρίνει την αποτελεσματικότητά του. Μεγαλύτερη σημασία θα έχει εάν οι παρεμβάσεις αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα και εάν δημιουργηθεί μια καθαρή σχέση ανάμεσα στη φορολογική διαφάνεια και στην ελάφρυνση.
Σε αυτή την περίπτωση, η ΔΕΘ δεν θα σηματοδοτήσει απλώς έναν ακόμη γύρο παροχών. Θα αποτελέσει το πρώτο βήμα για ένα διαφορετικό φορολογικό μοντέλο, στο οποίο το κράτος θα ζητά πλήρη εικόνα των συναλλαγών, αλλά θα επιστρέφει μέρος του οφέλους σε όσους συμμορφώνονται.