Μπορούν οι ελληνικές εταιρείες να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Silicon Valley;

«Οι εταιρίες high impact στην Ελλάδα θα είναι πάντα η εξαίρεση, όσο δεν υπάρχει οικοσύστημα» δηλώνει ο πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιριών Κινητών Εφαρμογών Ελλάδος που πρόσφατα επισκέφτηκε τις Google και Facebook.

Όταν ο Μαρκ Ζούκενμπεργκ εγκατέστησε το στρατηγείο της Facebook στο campus του Μένλο Παρκ, όπου παλαιότερα έδρευε η επιχειρηματική αυτοκρατορία της “Sun Microsystems”, δεν “καθαίρεσε” την ταμπέλα του προηγούμενου ιδιοκτήτη. Απλά τη γύρισε από την άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα στο μπροστινό της μέρος να αναγράφει “Facebook” και στο πίσω να παραμένει η επιγραφή της “Sun Microsystems”, η οποία κατέρρευσε και πωλήθηκε στην Oracle το 2009. Την ίδια ώρα, στη Shenzhen, στο επιχειρηματικό στρατηγείο της Huawei, υπάρχει μια λίμνη, όπου κολυμπούν ήρεμα μαύροι κύκνοι, ένα ισχυρό σύμβολο για όσους εργάζονται στο αχανές campus του κινεζικού κολοσσού, παρότι η ερμηνεία του είναι ακατάληπτη για τους μη μυημένους.

Η λογική πίσω από τα δύο είναι κοινή: λειτουργούν ως υπόμνηση του γεγονότος ότι οι επιχειρήσεις, ακόμη και οι κραταιές επιχειρηματικές αυτοκρατορίες, ανεβαίνουν και πέφτουν (στην περίπτωση της “Sun Microsystems”) και ότι υπάρχουν πάντα αστάθμητοι παράγοντες, που μπορεί να έχουν δραματικές επιπτώσεις στη λειτουργία μιας οικονομίας ή εταιρείας (αυτό συμβολίζουν οι μαύροι κύκνοι στη γλώσσα των επενδυτών). Στο σκηνικό αυτό αυξημένης μεταβλητότητας καλούνται να διεκδικήσουν τη δική τους επιβίωση και επιτυχία και οι ελληνικές καινοτόμες επιχειρήσεις.

Ποια μηνύματα έρχονται σήμερα από την κοιτίδα της καινοτόμου επιχειρηματικότητας, τη Silicon Valley; Με αφορμή την επίσκεψη που πραγματοποίησαν Ελληνες επιχειρηματίες-πρόεδροι φορέων τις προηγούμενες εβδομάδες στις εγκαταστάσεις των Google και Facebook στην Καλιφόρνια, στο πλαίσιο αποστολής της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, το ΑΠΕ-ΜΠΕ συνομίλησε με τον πρόεδρο του Συνδέσμου Εταιριών Κινητών Εφαρμογών Ελλάδος (ΣΕΚΕΕ), Παντελή Αγγελίδη, ιδρυτή της καινοτόμου εταιρείας Vidavo, συνιδρυτή της Blockachain μαζί με το Athens Technology Center, και καθηγητή του Τμήματος Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Δ.Μακεδονίας.

Το ξυλουργείο του Facebook κι η …ανυπαρξία job description

«’Εχω επισκεφτεί ξανά τις Facebook, Google και Amazon, αλλά κάθε φορά ανακαλύπτεις κάτι καινούργιο. Αυτή τη φορά με εντυπωσίασαν δύο πράγματα. Το ένα ήταν ότι στο Facebook βρεθήκαμε μπροστά σε ένα ξυλουργείο. ‘Οταν τους ρώτησα, μου είπαν ότι ενθαρρύνουν δραστηριότητες χαμηλής τεχνολογικής έντασης, γιατί αυτό τους βοηθάει να βγαίνουν “έξω από το κουτί”, κάνοντας κάτι δημουργικό και χρήσιμο. Το άλλο είναι ότι, κουβεντιάζοντας για την πολιτική προσλήψεων, συνειδητοποίησα κάτι που δεν το είχα αντιληφθεί αρχικά: ότι δεν υπάρχει μια περιγραφή θέσης, για την οποία οι υποψήφιοι δίνουν βιογραφικό και επιλέγεται κάποιος. Προσλαμβάνουν κάποιον με βάση το βιογραφικό και μετά αυτός θα πρέπει εσωτερικά να μιλήσει με ομάδες και διάφορα πρότζεκτ, για να δει πού ταιριάζει. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι είναι διαρκώς υποστελέχωμένοι…Νομίζω ότι αυτό σταδιακά αρχίζουμε και το βιώνουμε και στην Ελλάδα: έχει γίνει πολύ δύσκολο να βρεις εργαζομένους στον τεχνολογικό τομέα. Σαφέστατα η προσφορά εργασίας ξεπερνά τη ζήτηση και ίσως χρειάζεται να προσελκύσουμε εργατικό δυναμικό από τα Βαλκάνια, γιατί το χειρότερο θα ήταν να έρθουν στην Ελλάδα ξένες εταιρείες για να δημιουργήσουν π.χ., development centers, και να μη βρουν τις ειδικότητες που ψάχνουν…», υπογραμμίζει ο Παντελής Αγγελίδης.

Ο καλύτερος τρόπος να προβλέψεις το μέλλον είναι να το εφεύρεις

Στην είσοδο λοιπόν του στρατηγείου της Facebook έχουν κρατήσει την πινακίδα της Sun Microsystems, ως υπόμνηση ότι …ουδέν προβλέψιμο. Μπορούν οι επιχειρήσεις να αξιοποιήσουν αυτή την έλλειψη προβλεψιμότητας, για να γίνουν πιο ανταγωνιστικές; «Λένε ότι ο καλύτερος τρόπος να προβλέψεις το μέλλον είναι να το εφεύρεις… Οι επιχειρήσεις έχουν κι αυτές, όπως οι άνθρωποι, κύκλο ζωής. Η διαφορά είναι ότι η επιχείρηση μπορεί να αλλάξει στρατηγική, όταν αισθάνεται ότι ο κύκλος της πάει να κλείσει, να κάνει το περίφημο “pivoting”, κι έχουμε τέτοια πετυχημένα παραδείγματα, π.χ., τη Nokia και την IBM. Βέβαια, σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτές της Kodak, της Sun Microsystems  και πιο πρόσφατα της Thomas Cook, η εταιρεία δεν τα κατάφερε. Νομίζω οτι αυτό που ονομάζουμε στα αγγλικά “nimble” και στα ελληνικά θα το λέγαμε ευελιξία, ευκινησία, είναι αυτό που χαρακτηρίζει όσους ανθρώπους και εταιρείες καταφέρνουν να επιβιώσουν και να πετύχουν» σημειώνει.

Είναι πιθανόν να δημιουργηθούν κάποτε στην Ελλάδα εταιρείες επιπέδου G.A.F.A;

«Επειδή λειτουργούμε, ειδικά στον τεχνολογικό χώρο, σε μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία, εταιρείες όπως οι περίφημες G.A.F.A -Google, Apple, Facebook, Amazon και η Microsoft ενδεχομένως- θα μπορούσαν δυνητικά να δημιουργηθούν οπουδήποτε. Αρχίσαμε και στην Ελλάδα να έχουμε παραδείγματα high impact εταιρειών, χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η “BugSense”, πoυ την έφτιαξαν δύο παιδιά από το ΤΕΙ Πειραιά και εξαγοράστηκε στην Καλιφόρνια. Όμως, εταιρείες όπως η BugSense θα είναι η εξαίρεση πάντα, όσο δεν υπάρχει το οικοσύστημα επιχειρηματικότητας/καινοτομίας. Η χρησιμότητα του οικοσυστήματος είναι ότι, εκτός και αν είσαι εξαιρετικά καλός σε κάτι πολύ συγκεκριμένο, ο επενδυτής θα σε “δει” μόνο αν είσαι μέλος μια ευρύτερης κοινότητας, την οποία έχει ενδιαφέρον να παρακολουθεί σταθερά. Αρα θα πρέπει η Ελλάδα να αποκτήσει αυτό το οικοσύστημα, για να μπει στο ραντάρ. Νομίζω όμως ότι σταδιακά δημιουργείται. Χαρακτηριστικό είναι ότι ένας εργαζόμενος ελληνικής καταγωγής στη Silicon Valley μού είπε ότι σταδιακά διαμορφώνεται η αίσθηση ότι η Ελλάδα ετοιμάζεται να ζήσει “Αναγέννηση”» τονίζει.

Τρία σημαντικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της Ελλάδας

«Είμαι αισιόδοξος ότι στο εγγύς μέλλον θα έχουμε οικοσύστημα ορατό στο παγκόσμιο χωριό, γιατί έχουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα, που αρχίσαμε να αξιοποιούμε. Το ένα είναι ότι έχουμε επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων και μηχανικούς, που σκέφτονται πολύ γρήγορα και αφαιρετικά και αυτό ίσως είναι αποτέλεσμα της κλασικής παιδείας που παίρνουμε στο σχολείο. Το γεγονός ότι μπορούμε να αντιληφθούμε ένα μοντέλο κάνοντας αφαίρεση και στη συνέχεια να το υλοποιήσουμε πολύ γρήγορα, χωρίς να χρειάζονται πολλές εξηγήσεις και ερωτήσεις, είναι ένα συγκριτικό πλεονέκτημα “της φυλής”, που δουλεύει άριστα στην πράξη. Ένα άλλο είναι οτι μιλάμε πολύ καλά αγγλικά. Το τρίτο ότι ο κόσμος θέλει να ζήσει στην Ελλάδα, είναι ευλογημένο μέρος» σημειώνει.

Η “Gig economy” κι η εργασία στον τεχνολογικό κλάδο της Ελλάδας

Η Google ανακοίνωσε πρόσφατα ότι μεγάλο μέρος των εργαζομένων της είναι εξωτερικοί συνεργάτες, ανήκουν δηλαδή στη λεγόμενη “gig economy”. Βάσει έρευνας της Gallup, το ίδιο υπολογίζεται ότι ισχύει συνολικά για το 36% των εργαζομένων στις ΗΠΑ. Υπάρχει κάποιο μήνυμα σε αυτή την τάση, το οποίο πρέπει να “ακούσουμε” στην Ελλάδα; «Νομίζω ότι η Ελλάδα είναι πολύ πίσω σε ό,τι αφορά τη gig economy στο εργασιακό περιβάλλον, τόσο στην αντίληψη της κοινωνίας, όσο και στο νομοθετικό πλαίσιο. Κεντρικό χαρακτηριστικό της καινοτομίας είναι η δημιουργικότητα. Και η δημιουργικότητα απαιτεί ελευθερία, δεν μπορείς να πεις σε έναν ζωγράφο ότι θα αμειφθεί για τον πίνακά του αναλόγως των ωρών που χρειάστηκαν για να τον δημιουργήσει. Εμείς στην Ελλάδα έχουμε ένα πολύ ισχυρό εργαλείο, τον ελεύθερο επαγγελματία. Το είχαμε ανακαλύψει πολύ πριν ανακαλύψουν οι Αμερικανοί τη gig economy και το δολοφονήσαμε, μετατρέποντας τις ασφαλιστικές εισφορές σε δεύτερη φορολογία… Αυτή τη στιγμή υπάρχει πάρα πολύς κόσμος στην Ελλάδα, που είναι “κάτω από το ραντάρ” τελείως, άνθρωποι που δουλεύουν από το σπίτι τους για εταιρίες ανά τον κόσμο, πληρώνονται από οπουδήποτε και δεν “φαίνονται” στην ελληνική οικονομία. Ο τρόπος δεν είναι να τους κυνηγάμε και να τους βάζουμε πρόστιμο, αλλά να τους ενσωματώσουμε σε ένα εργασιακό περιβάλλον και μια εργασιακή νομοθεσία, που σέβεται τον τρόπο τους να είναι παραγωγικοί» υποστηρίζει.

Γιατί η έρευνα στην Ελλάδα καταλήγει συχνά σε οικονομικά μη βιώσιμα προϊόντα;

Παρότι οι Ελληνες ερευνητές έχουν πολλές δημοσιεύσεις, ωστόσο η έρευνά τους συχνά δεν μετατρέπεται σε καινοτομία ή δεν αποδίδει οικονομικά βιώσιμα προϊόντα. Θεραπεύεται αυτό; «Θεραπεύεται. Πού παράγεται κυρίως έρευνα στην Ελλάδα; Σε πανεπιστήμια και ερευνητικά ινστιτούτα. Ποιο είναι το “carrier pathway” για έναν καθηγητή πανεπιστημίου; Δηλαδή τι πρέπει να κάνει για να εξελιχθεί, να πάρει την επόμενη βαθμίδα; Πρέπει, βάσει ελληνικής νομοθεσίας, να έχει δημοσιεύσεις και να μετράει πόσες αναφορές γίνονται στο έργο του. Πρέπει να το αλλάξουμε αυτό. Να βλέπουμε, π.χ. εναλλακτικά ή επιπρόσθετα, πόσες πατέντες έχει κάποιος, πόσες spinoffs δημιουργεί και πόσες θέσεις εργασίας προκύπτουν από αυτές, πόσα ερευνητικά έργα υλοποιεί. Χρειάζεται να δώσουμε διαφορετικές οδούς εξέλιξης στους ερευνητές της χώρας και τότε θα δούμε να λύνεται και αυτό το πρόβλημα. Ενώ όμως είναι κάτι πολύ απλό, μια νομοθετική τροπολογία, δεν είναι εύκολο να πείσεις τον κόσμο να το αποδεχτεί» επισημαίνει ο Παντελής Αγγελίδης.

Το δικαστικό σύστημα το κυρίαρχο πρόβλημα για τους ξένους επενδυτές 

Έχοντας και ο ίδιος την ιδιότητα του καινοτόμου επιχειρηματία, ποια είναι τα κυριότερα εμπόδια, που εντοπίζει στην ανάπτυξη καινοτομίας στην Ελλάδα; «Για τους ξένους, που θέλουν π.χ., να κάνουν στην Ελλάδα ένα κέντρο έρευνας και ανάπτυξης, το “νούμερο ένα” πρόβλημα είναι το δικαστικό σύστημα, το γεγονός ότι δεν ξέρεις καν χονδρικά το χρονοδιάγραμμα απονομής δικαιοσύνης, η πανσπερμία νόμων, το ότι έχουμε νόμους που ισχύουν αναδρομικά, αυτό δεν μπορεί να το καταλάβει κανείς ξένος… Το δεύτερο είναι η σταθερότητα του κανονιστικού και οικονομικού περιβάλλοντος και το τρίτο το μη εργασιακό κόστος. Δεν μπορείς να δίνεις ένα ευρώ αύξηση στον εργαζομένο και τα 70 σεντς να τα παίρνει το κράτος… Σε ό,τι αφορά την inbound ανάπτυξη καινοτομίας, εταιρείες δηλαδή που είναι εδώ και θέλουν να βγουν έξω, το νούμερο ένα είναι το μη εργασιακό κόστος, το νούμερο δύο το branding της χώρας, που μόλις τώρα έχει αρχίσει και αλλάζει, και το τρίτο ότι είμαστε πολύ πίσω στο κομμάτι των συνεργασιών. Άλλες ευρωπαϊκές χώρες προχωράνε πολύ πιο γρήγορα μέσα από διαδικασίες clustering, συνεργατικών σχηματισμών και ΣΔΙΤ. Αυτό δεν ξέρω πώς θα το λύσουμε, γιατί δυστυχώς η έλλειψη διάθεσης συνεργασίας μοιάζει να είναι στο DNA μας και είναι από τα πιο δύσκολα πράγματα να λυθεί. Ο ΣΕΚΕΕ, πάντως, αποτελεί ίσως το πιο ελπιδοφόρο τέτοιο παράδειγμα» καταλήγει.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Αλεξάνδρα Γούτα

Σχετικά άρθρα