Ένα τείχος από το Μεξικό ως τη Νέα Ζηλανδία

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Το μίσος ως πρόβλημα δημόσιας υγείας.

του Δρ. Sandro Galea – Πανεπιστήμιο της Βοστώνης

Στις 15 Μαρτίου ένας δολοφόνος σκότωσε 50 ανθρώπους και τραυμάτισε δεκάδες άλλους σε δύο τζαμιά στο Christchurch της Νέας Ζηλανδίας. Η επίθεση, η οποία ήταν η πιο αιματηρή στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, απέκτησε έναν ακόμα πιο φριχτό χαρακτήρα καθώς έλαβε χώρα κοντά στην περίοδο της Προσευχής της Παρασκευής, μιας από τις κεντρικές τελετουργίες του Ισλάμ. Αν και η έρευνα για την επίθεση είναι ακόμη σε εξέλιξη, ο εκτελεστής φαίνεται ότι έγραψε ένα μανιφέστο που εξέφραζε ιδέες κατά των μεταναστών και των Μουσουλμάνων, και υπέρ της λευκής υπεροχής.

Την ίδια ημέρα, στις ΗΠΑ, ο Πρόεδρος Donald Trump συνέχισε τις προσπάθειές του να χτίσει ένα τείχος μεταξύ των ΗΠΑ και του Μεξικού, ασκώντας βέτο σε ψήφισμα του Κογκρέσου που θα εμπόδιζε την ανακήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης κατά μήκος των νότιων συνόρων της χώρας. Ένα τέτοιο τείχος θα εκπλήρωνε την υπόσχεσή που ο Trump συχνά προέβαλλε κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του – ότι θα απορρίψει τους μετανάστες που δήθεν απειλούν την «ασφάλεια» της χώρας, για τους οποίους ο Πρόεδρος έχει μιλήσει με μειωτικό τρόπο, χρησιμοποιώντας ύβρεις για να περιγράψει τις χώρες καταγωγής τους και αποκαλώντας τους μετανάστες χωρίς έγγραφα «ζώα».

Υπάρχει άραγε ένα κοινό νήμα που συνδέει την προσπάθεια του Προέδρου Trump να χτίσει ένα τείχος στα νότια σύνορα των ΗΠΑ και την ανείπωτη πράξη βίας στη Νέα Ζηλανδία;

Υποστηρίζω ότι το νήμα αυτό είναι το μίσος και, ειδικότερα, το μίσος για «τον άλλον».

Το μίσος συχνά εκδηλώνεται πρώτα με τη στόχευση «του άλλου», υπονομεύοντας την υγεία περιθωριοποιημένων κοινοτήτων όπως οι μετανάστες, οι έγχρωμοι, και οι LGBT (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι, και τρανσέξουαλ). Για παράδειγμα, οι πολιτειακοί νόμοι που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να αρνούνται την παροχή υπηρεσιών σε ζευγάρια του ίδιου φύλου συνδέονται με αύξηση 46% στην ψυχική αναστάτωση του πληθυσμού. Στον απόηχο των τρομοκρατικών επιθέσεων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, οι Άραβες Αμερικανοί που έπεσαν θύματα διακρίσεων αντιμετώπισαν αυξημένη ψυχολογική δυσφορία και χειροτέρευση της υγείας τους.

Ο ρατσισμός έχει συνδεθεί με τη λιγότερο καλή ψυχική και σωματική υγεία μεταξύ των Αφροαμερικανών. Για παράδειγμα, εμπειρίες που γίνονται αντιληπτές ως ρατσιστικές συμπεριφορές ίσως συνδέονται με υψηλότερη συχνότητα εμφάνισης καρκίνου του μαστού μεταξύ Αφρο-Αμερικανίδων γυναικών. Και το αντι-μεταναστευτικό στίγμα, το οποίο τροφοδοτείται από συγκεκριμένες ρητορικές και πολιτικές, μπορεί να διευρύνει τις ανισότητες στην υγεία μεταξύ των μεταναστών – και των έγχρωμων πολιτών που μερικές φορές θεωρούνται μετανάστες λόγω των κυρίαρχων στερεοτύπων για τη φυλή και την ιθαγένεια – δημιουργώντας άγχος, αυξάνοντας την πραγματική ή αντιληπτή απειλή της βίας, και καθιστώντας δυσκολότερη την πρόσβαση των μεταναστών σε απαραίτητες κρατικές υπηρεσίες.

Αλλά το μίσος δεν είναι μόνο πρόβλημα για τον «άλλο». Απειλεί την υγεία όλων. Τα τελευταία χρόνια, έχουμε δει πώς το μίσος έχει δημιουργήσει τις συνθήκες για πράξεις βίας στις ΗΠΑ, από τις επιθέσεις στο Τσάρλεστον και το Ορλάντο και τις απόπειρες δολοφονίας πολιτικών προσώπων μέχρι τις επιθέσεις στη συναγωγή Tree of Life και τα συνεχιζόμενα κρούσματα ένοπλης βίας σε σχολεία. Όταν κάποιος βρίσκεται υπό την επήρεια του μίσους και επιλέγει να διαπράξει μια πράξη μαζικής βίας, όλοι είμαστε πιθανά θύματα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε μια εποχή που οι νέες τεχνολογίες συμβάλλουν στη διάδοση τοξικών ιδεολογιών σε όλο τον κόσμο, αποδεικνύοντας ότι το μίσος είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα το οποίο εμείς, ως ανθρώπινη κοινότητα, πρέπει να αντιμετωπίσουμε.

Το μίσος μπορεί επίσης να μας αποσπάσει από τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβούμε σε πολιτικό επίπεδο για να διασφαλίσουμε ότι η κοινωνία μας θα είναι όσο πιο υγιής γίνεται. Στις ΗΠΑ, για παράδειγμα, οι αντίπαλοι κυβερνητικών πολιτικών όπως η πρόνοια, η δημόσια στέγη και ο Νόμος για την Προσιτή Περίθαλψη υποστηρίζουν εδώ και καιρό ότι τέτοια προγράμματα ωφελούν μόνο τους ανάξιους. Και χρησιμοποιώντας μια όχι πάντα διπλωματική γλώσσα, καθιστούν σαφές ποιους  θεωρούν ανάξιους – συνήθως είναι οι μετανάστες, οι έγχρωμοι, και όσοι αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, οι οποία συχνά συκοφαντούνται ως «τεμπέληδες» από εκείνους που θέλουν να τους στερήσουν την οποιαδήποτε βοήθεια.

Ωστόσο, μια χώρα με καθολική υγειονομική περίθαλψη, ένα ισχυρό σύστημα δημόσιας κατοικίας, και βοήθεια για τους οικονομικά μη προνομιούχους είναι μια χώρα όπου όλοι μπορούμε να είμαστε καλά, και όχι μόνο τα μέλη μιας συγκεκριμένης κοινωνικοοικονομικής ομάδας. Η οικοδόμηση μιας τέτοιας χώρας απαιτεί καταρχήν την αντιμετώπιση του μίσους.

Τούτου λεχθέντος, στην πολωμένη μας εποχή είναι σημαντικό να αναγνωρίζουμε τη διάκριση ανάμεσα στα λόγια εξέχοντων πολιτικών και το αίμα που χύνεται από βίαιους εξτρεμιστές. Θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί όταν ισχυριζόμαστε ότι υπάρχει μια σύνδεση ανάμεσα στις εκκλήσεις του Προέδρου Trump για την οικοδόμηση ενός τείχους στο Μεξικό, την ευρύτερη ρητορική του για τους μετανάστες, και τις ενέργειες του εκτελεστή στη Νέα Ζηλανδία. Ωστόσο, το να αγνοήσουμε τη σχέση μεταξύ των λέξεων που προωθούν τη φανατισμό και το μίσος και τα εγκλήματα στα οποία μπορούν να οδηγήσουν θα σημαίνει ότι αγνοούμε και την ειλικρίνεια και την κοινή λογική. Οι λέξεις έχουν σημασία. Η κουλτούρα έχει, επίσης, σημασία. Όταν ανεχόμαστε τη ρητορική μίσους, κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε μια κουλτούρα από την οποία μπορούν να εμφανιστούν πράξεις μίσους.

Αυτό υποδηλώνει την ανάγκη όλοι οι πολίτες, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου Trump, να εργαστούν για την ελαχιστοποίηση του μίσους. Δεν θα είναι εύκολο. Το μίσος μπορεί να είναι εξαιρετικά δύσκολο να το δούμε. Είναι συχνά πολύ αποκρουστικό για να το αντέξουμε, όπως στη Νέα Ζηλανδία, ή πολύ καλά κρυμμένο για να το παρατηρήσουμε το ίδιο και την επιρροή του στις πολιτικές που διαμορφώνουν τη ζωή μας. Πρέπει όμως να είμαστε σε θέση να βλέπουμε το μίσος, αν θέλουμε πραγματικά να το αφήσουμε πίσω μας, στον δρόμο προς έναν υγιέστερο κόσμο.

Σχετικά άρθρα