Eπενδυτικός Οδηγός: Τι έγινε το 2018 και ποια είναι τα ανοιχτά μέτωπα του 2019

Η µάχη µεταξύ «ταύρων» και «αρκούδων» έχει ανάψει: Οι ΗΠΑ, οι αναδυόµενες αγορές, οι εκλογές στην Ευρώπη και η ελληνική περίπτωση.

Mόνο εύκολο δεν θα είναι το 2019 για τις αγορές, καθώς «κληρονομεί» από τη χρονιά που μας αφήνει τις ανησυχίες που «φουντώνουν» γύρω από την παγκόσμια οικονομία, τον εμπορικό πόλεμο και την αυστηρότερη νομισματική πολιτική των κεντρικών τραπεζών. Ο κόσμος βρίσκεται, ίσως περισσότερο από ποτέ, αντιμέτωπος με την έντονη αμφισβήτηση του μοντέλου της παγκοσμιοποίησης, που αποτελεί το «καύσιμο» για την ανάπτυξη, με πολλές όμως διαρροές τα τελευταία χρόνια. Η πίστη στο ελεύθερο εμπόριο και στις ανοικτές αγορές κλονίζεται  και ο δρόμος του προστατευτισμού και του οικονομικού εθνικισμού ίσως οδηγήσει σε μια κατάσταση που θα έχει μόνο χαμένους.

Τα ανοιχτά μέτωπα για το 2019 παραμένουν αρκετά. Οι ανησυχίες για μειωμένη ανάπτυξη στις ΗΠΑ το 2019, το «ερωτηματικό» των αναδυόμενων αγορών και ο αυξημένος ευρωπαϊκός πολιτικός κίνδυνος φρενάρουν τις εκτιμήσεις των αναλυτών. Εκτός από το Brexit και τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με την Ιταλία, το 2019 είναι το έτος των ευρωεκλογών τον Μάιο, ενώ εθνικές εκλογές προγραμματίζονται σε επτά κράτη μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα. Όλα αυτά θα συμβούν μέσα σε ένα πολιτικό πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί, στο οποίο τα λαϊκίστικα κόμματα συνεχίζουν να ασκούν πίεση στα mainstream κόμματα, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ενώ παράλληλα πραγματοποιούνται σημαντικές αλλαγές σε θέσεις ηγεσίας στα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, αλλά και στην κατεύθυνση που ακολουθεί η Ευρωζώνη στον δρόμο της νομισματικής και τραπεζικής ενοποίησης.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ελληνική οικονομία προσπαθεί να βρει βηματισμό, αμέσως μετά το τέλος του τρίτου προγράμματος προσαρμογής, ενώ το ελληνικό Χρηματιστήριο, το οποίο έχασε το τρένο της bull market των τελευταίων εννέα ετών, βρίσκεται αντιμέτωπο τόσο με εγχώριους όσο και με εξωτερικούς «αντίθετους ανέμους».

Σύμφωνα με μια μεγάλη δημοσκόπηση που πραγματοποίησε το πρακτορείο Reuters σε 250 funds από την Ευρώπη, τις ΗΠΑ και την Ασία, οι επενδυτές βλέπουν το 2019 το τέλος του «bull run» για τις παγκόσμιες μετοχές, μετά από μια περίοδο εννέα χρόνων με υψηλές πτήσεις. Ο Οκτώβριος «χτύπησε καμπανάκι», καθώς οι μετοχές παγκοσμίως κατέγραψαν χαμηλά έτους κατά τη διάρκεια ενός βίαιου sell-off, το οποίο «εξαφάνισε» πέντε τρισ. δολάρια από την αξία των αγορών, οδηγούμενο από τον εμπορικό πόλεμο που κήρυξαν οι ΗΠΑ, αλλά και από την επιθετική στάση της Federal Reserve.

Σύμφωνα με τους αναλυτές, ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους στην αγορά είναι εάν οι ΗΠΑ και οι παγκόσμιες οικονομίες αποδειχθούν αδύναμες να αντιμετωπίσουν τα πολύ υψηλά επιτόκια. Η Fed αύξησε τα επιτόκια τον Δεκέμβριο για τέταρτη φορά φέτος, αλλά τα σημάδια επιβράδυνσης της παγκόσμιας οικονομίας και η πρόσφατη αστάθεια της αγοράς θέτουν ερωτήματα σχετικά με τον αριθμό των αυξήσεων των επιτοκίων το επόμενο έτος, ο οποίος θα επηρεάσει σημαντικά την πορεία των διεθνών αγορών, και όχι μόνον τη Wall Street.

Σύμφωνα με τους χρηματιστηριακούς αναλυτές που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση, ενώ όλοι εκτός από έναν από τους 17 βασικούς διεθνείς δείκτες αναμένεται να κινηθούν υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα, περίπου οι μισοί εκτιμάται ότι δεν θα ανακάμψουν από τις απώλειες του τρέχοντος έτους, με το 2019 να αποτελεί για την πλειονότητα των funds το έτος του τέλους της παγκόσμιας bull market.

O πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ.
O πρόεδρος της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ, Τζερόμ Πάουελ.

Μείωση της ανάπτυξης στις ΗΠΑ και σταθεροποίηση στην Κίνα

Οι ΗΠΑ παραδοσιακά αποτελούν βαρόμετρο για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας. Ήδη υπάρχει μεγάλη συζήτηση μεταξύ των επενδυτών για επιβράδυνση της ανάπτυξης πάρα πολύ γρήγορα το 2019, ειδικά το δεύτερο εξάμηνο. Η Goldman Sachs σε πρόσφατη έκθεσή της βλέπει χαμηλότερη ανάπτυξη γι’ αυτό το διάστημα, αλλά εξακολουθεί να θεωρεί το σενάριο της ύφεσης για τη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη χαμηλό τόσο για τη νέα χρονιά όσο και για το 2020. Για τον λόγο αυτό βλέπει επίσης σχετικά χαμηλό κίνδυνο έλευσης της bear market, αν και αναμένει ότι η μεταβλητότητα στις αγορές θα παραμείνει υψηλή.

Ο εμπορικός πόλεμος του Donald Trump τόσο με την Κίνα όσο και με την Ευρώπη έχει κάνει τα funds της Wall Street να είναι λιγότερο αισιόδοξα για την πορεία της χρηματιστηριακής αγοράς το επόμενο έτος, έστω και αν αναμένουν μικρή άνοδο σε σχέση με τα φετινά επίπεδα. Ο S&P 500 θα ανέλθει το 2019 στις 2.975 μονάδες, ενώ στο τέλος του 2018 θα φτάσει τις 2.800 μονάδες. Ο Dow Jones το 2019 θα κλείσει στις 26.865 μονάδες και στις 25.460 μονάδες στα τέλη του 2018.

«Μειώνουμε τους στόχους μας για τους αμερικανικούς δείκτες λόγω των κινδύνων γύρω από τον εμπορικό πόλεμο, καθώς και την πολιτική της Fed» σημειώνει ο Leo Grohowski, επικεφαλής επενδύσεων της BNY Mellon Wealth Management στη Νέα Υόρκη. «Όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η εμπορική αψιμαχία τόσο περισσότερες δυνατότητες έχει να μετατραπεί σε εμπορικό πόλεμο». Η πρόβλεψη για τον S&P 500 της BNY Mellon στα τέλη του 2019 είναι οι 3.000 μονάδες, από 3.100 που ήταν πριν από τρεις μήνες.

Ο διευθύνων σύμβουλος-επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch Αθανάσιος Βαμβακίδης, μιλώντας στο Fortune, προβλέπει ότι «η ανάπτυξη της οικονομίας των ΗΠΑ θα επιβραδυνθεί στο 2% το 2019, καθώς η τεράστια δημοσιονομική τόνωση από τη φορολογική μεταρρύθμιση του Trump εξασθενεί» και συμπληρώνει: «Υποθέτουμε ότι οι ΗΠΑ και η Κίνα θα καταλήξουν σε συμβιβασμό ως προς την εμπορική πολιτική, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί κίνδυνο». Όσον αφορά την πορεία του δολαρίου το 2019, τονίζει ότι «παρά τις αυξήσεις επιτοκίων της Fed, αναμένουμε ότι το δολάριο θα αποδυναμωθεί, επιστρέφονταςστην ισορροπία του χρόνου. Αναμένουμε επίσης ότι μέχρι τα τέλη του 2019 η ισοτιμία ευρώ – δολαρίου θα έχει διαμορφωθεί στο 1,25, η ισοτιμία δολαρίου – γιεν στο 105 και η ισοτιμία λίρας – δολαρίου στο 1,45 (αυτό προϋποθέτει συμφωνία για το Brexit). Η εκτίμηση αυτή συμβαδίζει με την επανασύνδεση της αμερικανικής οικονομίας με τον υπόλοιπο κόσμο, καθώς η επίπτωση της δημοσιονομικής τόνωσης στην ανάπτυξη εξασθενεί. Η τοποθέτηση των επενδυτών στην αγορά συναλλάγματος είναι επί του παρόντος πολύ ελαφριά, γεγονός που λογικά θα επιτρέψει περισσότερες κινήσεις το 2019».

Ο διευθύνων σύμβουλος-επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch Αθανάσιος Βαμβακίδης.
Ο διευθύνων σύμβουλος-επικεφαλής Ευρώπης της Bank of America Merrill Lynch Αθανάσιος Βαμβακίδης.

Ο παράγοντας «Κίνα», σύμφωνα με τον Αθανάσιο Βαμβακίδη, είναι ο μεγαλύτερος κίνδυνος. «Η βασική μας πρόβλεψη υποθέτει ότι η κινεζική οικονομία θα σταθεροποιηθεί και αυτή του χρόνου, αφότου επιβραδυνθεί το 2018. Εντούτοις, η Κίνα μπορεί πάντα να εκπλήξει, καθώς οι αρχές προσπαθούν να επιτύχουν μια ομαλή προσγείωση της οικονομίας. Η σταθεροποίηση της Κίνας είναι επίσης σημαντική για την ανάπτυξη της Ευρωζώνης» αναφέρει σχετικά.

Σταθεροποίηση στην ανάπτυξη της Κίνας «βλέπει» και η Goldman Sachs, ενώ εκτιμά πως ανάπτυξη στις αναδυόμενες αγορές εκτός Κίνας θα αρχίσει να ανακάμπτει το δεύτερο τρίμηνο του 2019, λόγω της ανάκαμψης σε βασικές οικονομίες όπως η Βραζιλία, η Νότιος Αφρική και η Ρωσία. Να σημειωθεί ότι τα περιουσιακά στοιχεία στον αναπτυσσόμενο κόσμο έχουν υποστεί σημαντικές απώλειες το τρέχον έτος, απόρροια των εμπορικών εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας και της περιοριστικής νομισματικής πολιτικής από πλευράς Federal Reserve.

Η Ευρώπη, ο Μάριο Ντράγκι και τι τρομάζει τους επενδυτές

Όσον αφορά στη γειτονιά μας, σίγουρα η μεγαλύτερη είδηση για την οικονομία έχει να κάνει με τον τερματισμό της πολιτικής νομισματικής χαλάρωσης το 2019 από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Τα διευθυντικά στελέχη της ΕΚΤ είχαν διατυπώσει ανοιχτά την πρόθεσή τους να βάλουν τέλος στην πολιτική του φθηνού χρήματος, που εφαρμόστηκε τα τελευταία χρόνια ως μέτρο αντιμετώπισης της κρίσης, θέση που υποστηρίζει με θέρμη και η γερμανική πλευρά. Υπενθυμίζεται ότι, με επικεφαλής τον Μάριο Ντράγκι, η κεντρική τράπεζα έχει διοχετεύσει στην αγορά περί τα 2,6 τρισ. ευρώ για την καταπολέμηση της αναιμικής ανάπτυξης και του εν μέρει κατά καιρούς εξαιρετικά χαμηλού πληθωρισμού. Ωστόσο, όπως εκτιμούν οι αναλυτές, ο Ιταλός τραπεζίτης δεν σκοπεύει να αυξήσει τα βασικά επιτόκια πριν από το φθινόπωρο του 2019, άρα δεν θα κλείσει εντελώς τις στρόφιγγες ξαφνικά, αλλά σκοπεύει να επανεπενδύσει τα χρήματα από κρατικά και επιχειρηματικά ομόλογα που λήγουν.

epa07118844 Mario Draghi, President of the European Central Bank (ECB), arrives for a press conference following the meeting of the Governing Council of the European Central Bank in Frankfurt Main, Germany, 25 October 2018. Draghi said that on the basis of current futures prices for oil, annual rates of headline inflation are likely to hover around the current level over the coming months. The European Central Bank has left interest rate policy on hold.  EPA/ARMANDO BABANI

«Η Ευρωζώνη επιβραδύνει φέτος, από ρυθμούς ανάπτυξης πολύ πάνω από το potential, αλλά αναμένουμε ότι θα σταθεροποιηθεί στο 1,4%-1,5% για το 2019» αναφέρει στο Fortune ο Αθανάσιος Βαμβακίδης.

H εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ θα δώσει ώθηση στο ευρώ, ασκώντας ακόμα μεγαλύτερη πίεση στις μετοχές, όπως επισημαίνει ο Guy Foster, επικεφαλής έρευνας στην Brewin Dolphin. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των 250 funds τα οποία συμμετείχαν στη δημοσκόπηση του Reuters, ο δείκτης Euro STOXX 50 αναμένεται να φτάσει στις 3.325 μονάδες, ενώ ο STOXX 600 στις 373 μονάδες στα τέλη του 2019, δηλαδή μόλις 2% υψηλότερα από τα σημερινά επίπεδα, γεγονός που δείχνει ότι οι απώλειες του 2018 δεν αναμένεται να καλυφθούν.

Σε ό,τι αφορά τον ιταλικό δείκτη FTSE MIB, ο οποίος έχει χτυπηθεί έντονα λόγω των ανησυχιών για τον προϋπολογισμό της Ρώμης, εκτιμάται ότι θα βρεθεί στις 19.000 μονάδες στα τέλη του 2018 και στις 19.056 μονάδες στα τέλη του 2019. Ο γερμανικός DAX αναμένεται να φτάσει στις 11.670 μονάδες στα τέλη Δεκεμβρίου και στις 11.850 μονάδες στα τέλη του 2019, ενώ ο γαλλικός CAC 40 αναμένεται στις 5.139 μονάδες φέτος και στις 5.300 μονάδες το 2019. «Δεν βλέπουμε τις μετοχές της ζώνης του ευρώ να σημειώνουν καλή πορεία το επόμενο έτος, καθώς αναμένουμε ότι ο κύκλος της εταιρικής κερδοφορίας θα συνεχίσει να επιδεινώνεται» εκτιμά ο Stephane Ekolo, στρατηγός αναλυτής στην Tradition, στο Λονδίνο.

Τα περισσότερα funds, πάντως, επισημαίνουν πως μεγάλο μέρος της απόδοσης της Ευρώπης θα εξαρτηθεί από την πορεία της Wall Street. Αυτό σημαίνει ότι, αν οι ΗΠΑ ανακάμψουν, οι μετοχές της Ευρωζώνης θα ανακάμψουν επίσης, αλλά σε μικρότερο βαθμό, ενώ στην πτώση της Wall Street η βουτιά στην Ευρώπη θα είναι μεγαλύτερη.

Διαβάστε σχετικά: 

2018: To μεγάλο σφυροκόπημα των τραπεζικών μετοχών στην Ευρώπη

 Η Ελλάδα, οι μεταρρυθμίσεις και οι τράπεζες

Η χώρα μας και το 2019 αναμένεται να παραμείνει «εγκλωβισμένη» στη δίνη της παγκόσμιας αβεβαιότητας, την ώρα που βρίσκεται ήδη σε μια παρατεταμένη εκλογική περίοδο. Η ελληνική οικονομία κατάφερε το τρίτο τρίμηνο του 2018 να σημειώσει ανάπτυξη της τάξης του 2,2%, όντας η ευχάριστη έκπληξη στην Ευρωζώνη, ενώ η Εθνική Τράπεζα σημειώνει ότι η υπέρβαση του στόχου (2% για όλο το 2018) είναι ένα πιθανό σενάριο. Παράλληλα, η χώρα κατάφερε, μέσω ενός αμφιλεγόμενου μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, να υπερβεί τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα κατά 1,68 δισ. ευρώ το δεκάμηνο του 2018, γεγονός που επέτρεψε στην κυβέρνηση να προχωρήσει σε μια σειρά παροχών, κυρίως μέσω επιδοματικής πολιτικής, και να ακυρώσει την απόφαση για περικοπή των συντάξεων.

«Η έξοδος της Ελλάδας από τα προγράμματα υπογραμμίζει με εμφατικό τρόπο ότι η χώρα έκλεισε με επιτυχία και μεγάλες, βέβαια, θυσίες έναν μεγάλο κύκλο μεταρρυθμίσεων τόσο στον τομέα της αποκατάστασης της δημοσιονομικής πειθαρχίας όσο και σε αυτόν των δομικών μεταρρυθμίσεων που στόχευαν στην ανάκτηση της ανταγωνιστικότητάς της. Η χώρα χωρίς αμφιβολία πραγματοποίησε τεράστια βήματα στην αντιμετώπιση των δίδυμων ελλειμμάτων: του δημοσιονομικού ελλείμματος, μετατρέποντάς το σε πρωτογενές πλεόνασμα παρά τις πρωτοφανείς συνθήκες ύφεσης, και του ελλείμματος ανταγωνιστικότητας, μηδενίζοντας ένα θηριώδες έλλειμμα στο εμπορικό της ισοζύγιο» αναφέρει η Mαρία Καπετανάκη, γενική διευθύντρια – Deal Advisory & Forensic της KPMG.

Ωστόσο, η έξοδος της Ελλάδας από το πρόγραμμα δεν αποτέλεσε «ορόσημο» για τους επενδυτές και αυτό αποτυπώθηκε ξεκάθαρα στο ελληνικό χρηματιστήριο και στα ελληνικά ομόλογα. Οι επενδυτές προτιμούν να απέχουν παρά να «αγοράσουν» το ελληνικό «success story», βάζοντας έτσι στο συρτάρι για πολλούς μήνες τα όποια σχέδια για έκδοση νέου ομολόγου και θέτοντας τα ελληνικά assets εκτός του ραντάρ των ξένων χαρτοφυλακίων.

Η αδύναμη εικόνα των ελληνικών μετοχών και ομολόγων αποδίδεται από αναλυτές και σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως η κρίση στην Ιταλία. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στις μεταρρυθμίσεις, η πολιτική παροχολογίας της ελληνικής κυβέρνησης, το μεγάλο πρόβλημα των «κόκκινων» δανείων των ελληνικών τραπεζών και η κρίση αξιοπιστίας στο Χρηματιστήριο και στην ελληνική αγορά μετά την υπόθεση της Folli Follie αποτελούν βασικούς λόγους για την αρνητική στάση των ξένων χαρτοφυλακίων.

Όπως σχολιάζει στο Fortune η Μαρία Καπετανάκη, παρά την πολιτική επιβράβευση της πατρίδας μας διαμέσου της εξόδου από την εποχή των μνημονίων, είναι γεγονός ότι η επενδυτική κοινότητα παραμένει επιφυλακτική, και αυτό αντικατοπτρίζεται στην πορεία των τιμών των ελληνικών μετοχών και των ομολόγων.

«Πρέπει, ασφαλώς, να αποφύγουμε να αποδώσουμε τη συμπεριφορά των μετοχών και ομολόγων αποκλειστικά στην ελληνική πραγματικότητα, αγνοώντας την περιστασιακά αρνητική −ίσως ζοφερή− συγκυρία των αγορών που επηρεάζονται από εξωγενείς παράγοντες (Ιταλία, trade wars, Brexit κ.λπ.) που δίνουν τον τόνο και στην ελληνική αγορά. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από εξωγενείς παράγοντες, η επιφυλακτικότητα των διεθνών επενδυτών απέναντι στη μεταμνημονιακή Ελλάδα είναι υπαρκτή και ανάγεται κυρίως στην αβεβαιότητα για τους αναπτυξιακούς ρυθμούς της χώρας μας. Μια Ελλάδα με αναιμική και μη διατηρήσιμη ανάπτυξη δεν μπορεί να αποτελέσει ελκυστικό επενδυτικό προορισμό. Επομένως, προϋπόθεση βασική για την ανάκαμψη των ελληνικών μετοχών και των ομολόγων είναι να πειστούν οι διεθνείς αγορές για τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας» συμπληρώνει.

Mαρία Καπετανάκη, γενική διευθύντρια - Deal Advisory & Forensic της KPMG.
Mαρία Καπετανάκη, γενική διευθύντρια – Deal Advisory & Forensic της KPMG.

Τα βήματα που πρέπει να γίνουν

Σύμφωνα με τη γενική διευθύντρια της KPMG, τα απαραίτητα βήματα που πρέπει να γίνουν αφορούν πρώτιστα στην εμπέδωση κλίματος πολιτικής σταθερότητας και προσήλωσης στο μεταρρυθμιστικό πλαίσιο που η χώρα έχει υιοθετήσει την τελευταία δεκαετία, αλλά και στην εξυγίανση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

«Η πολιτική αστάθεια και η ενδεχόμενη ανατροπή των μεταρρυθμίσεων λειτουργούν αποτρεπτικά. Χρειάζεται, επίσης, αναθέρμανση του επενδυτικού κύκλου με ανατροπή της πιστωτικής απομόχλευσης. Για να γίνει αυτό, πρέπει να τεθεί ως πρώτη προτεραιότητα η άμεση και εμπροσθοβαρής εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος, ώστε να είναι σε θέση να χρηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της επενδυτικής δραστηριότητας. Ακόμη απαιτείται η προσαρμογή της δημοσιονομικής πολιτικής σε αναπτυξιακή προοπτική, με μεταβολή του μείγματος των μέτρων, ώστε οι δεσμεύσεις της χώρας στα υπερβολικά πλεονάσματα να μην καταλήγουν σε τροχοπέδη για τον τόπο» αναφέρει.

Τέλος, επισημαίνει ότι χρειάζονται μεταρρυθμίσεις φιλικές προς την επιχειρηματικότητα και τη δημιουργία θέσεων εργασίας, ενώ ζητά «πολιτική και εθνική σύμπνοια», για να αποσπάσει η χώρα περαιτέρω ρυθμίσεις από τους δανειστές της στο δημόσιο χρέος.

Στο ίδιο μήκος κύματος για τις μεταρρυθμίσεις που πρέπει να συνεχιστούν είναι και ο Αθανάσιος Βαμβακίδης.

«Τα ελληνικά επενδυτικά στοιχεία συνάντησαν δυσκολίες το 2018, παρά την συμφωνία για το χρέος και το τέλος ου επίσημου προγράμματος. Εν μέρει, αυτό συνέβη εξαιτίας εξωγενών εξελίξεων, και ιδίως λόγω των πωλήσεων στις αναδυόμενες αγορές και των δημοσιονομικών κινδύνων στην Ιταλία. Ωστόσο, η αγορά αισθάνθηκε επίσης ότι τα ελληνικά στοιχεία είχαν αγγίξει «ταβάνι», καθώς η διαδικασία μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να σταματήσει μετά το τέλος του προγράμματος και εν όψει μιας μακράς προεκλογικής περιόδου. Αναμένουμε ότι οι εξωτερικές συνθήκες θα βελτιωθούν, γεγονός που θα κάνει τα πράγματα ευκολότερα. Ωστόσο, μόνο μια αποφασιστική στροφή προς την υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων μπορεί να οδηγήσει σε ταχύτερη ανάκαμψη της οικονομίας, προσελκύοντας βιώσιμες επενδυτικές ροές. Τα ελληνικά επενδυτικά στοιχεία παραμένουν υποτιμημένα, αλλά αυτή η κατάσταση θα διατηρηθεί όσο η ανάκαμψη της οικονομίας παραμένει αδύναμη» καταλήγει ο επικεφαλής της BofA.

Σε κάθε περίπτωση, μόνο βαρετό δεν θα είναι το νέο έτος.  Η μάχη μεταξύ «ταύρων» και «αρκούδων» έχει ήδη ανάψει και θα εξελίσσεται μέρα με τη μέρα. Παρά τις όποιες προβλέψεις και τα ανοικτά μέτωπα για το 2019, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η χρονιά που φεύγει βρήκε τις ΗΠΑ με εταιρικά κέρδη ρεκόρ και τις διεθνείς αγορές να αποδίδουν σημαντικά κέρδη ή να παραμένουν σταθεροποιημένες σε υψηλά επίπεδα. Θα διαψεύσουν οι αγορές τις Κασσάνδρες και το 2019; Θα νικήσουν οι αισιόδοξοι ή οι απαισιόδοξοι;

Δύσκολη η τελική πρόβλεψη….

Ελληνικό Χρηματιστήριο – Τράπεζες

ΣΤΗ ΔΙΝΗ του κυκλώνα από τον περασµένο Μάιο και µετά τα αποτελέσµατα του πρώτου τριµήνου βρέθηκε ο τραπεζικός κλάδος, µε τις κεφαλαιοποιήσεις των τεσσάρων συστηµικών τραπεζών να έχουν φτάσει πλέον στα επίπεδα των 4 δισ. ευρώ, µε πτώση 55% από τις αρχές του έτους.

Το ελληνικό Χρηµατιστήριο σηµειώνει «µαύρη πρωτιά» διεθνώς, καταγράφοντας τις µεγαλύτερες απώλειες από όλους τους διεθνείς δείκτες από τις αρχές της χρονιάς, οι οποίες διαµορφώνονται στο 25%, µε 10 δισ. ευρώ να έχουν χαθεί από τη συνολική κεφαλαιοποίηση της αγοράς αυτό το διάστηµα. Σύµφωνα µε τους αναλυτές, το σχέδιο της Τράπεζας της Ελλάδος για τη µείωση των «κακών» δανείων των τραπεζών σε συνδυασµό µε την κίνηση της Eurobank, στέλνει ένα µήνυµα ότι πρέπει να αναζητηθούν τρόποι επιτάχυνσης της διαδικασίας εξυγίανσης, χωρίς να προκύψουν νέες κεφαλαιακές ανάγκες.

Η προσέλκυση των επενδυτών στην Ελλάδα, και εποµένως στο Χρηµατιστήριο Αθηνών (Χ.Α.), παραµένει το µεγάλο ζητούµενο. Έχοντας χάσει το τρένο του διεθνούς ράλι τα τελευταία χρόνια, τώρα το Χ.Α. βρίσκεται αντιµέτωπο µε τη µεταβλητότητα και την επιφυλακτικότητα που δίνουν το «παρών» στις αγορές, µε το 2019 να αποτελεί, σύµφωνα µε τις εκτιµήσεις, ένα καθόλου εύκολο έτος για τις µετοχές.

* To κείμενο δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα. 

Σχετικά άρθρα