Γιατί οι διπλωματικές επιτυχίες της Τουρκίας μπορεί να φέρουν νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή
- 31/08/2026, 11:25
- SHARE
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί στην πολιτική διαδρομή του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, αυτό είναι η ικανότητά του να υλοποιεί μια μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ενίσχυση της τουρκικής επιρροής.
Ο Τούρκος πρόεδρος έχει επιδιώξει συστηματικά να επαναφέρει την Τουρκία στο επίκεντρο περιοχών που, επί αιώνες, βρίσκονταν υπό την επιρροή ή την κυριαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τη Λιβύη και τη Σομαλία μέχρι τα Βαλκάνια και πλέον τη Μέση Ανατολή, η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τη γεωπολιτική της ισχύ σε ένα ευρύτερο δίκτυο πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών συμμαχιών.
Η νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται μετά τη στρατηγική συμφωνία που συνήφθη στη Τζέντα μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν, ωστόσο, ενδέχεται να δημιουργήσει στον Ερντογάν ένα παράδοξο πρόβλημα: οι διπλωματικές του επιτυχίες μπορεί να οδηγήσουν σε ισχυρότερες αντιδράσεις από περιφερειακές δυνάμεις.
Η τουρκική επιρροή έχει ενισχυθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια στη βόρεια Αφρική και την Ανατολική Μεσόγειο.
Στη Λιβύη, η Άγκυρα έχει αναδειχθεί σε καθοριστικό παράγοντα, ιδιαίτερα στην Τρίπολη, περιορίζοντας τον παραδοσιακό ρόλο που επιδίωκε να διατηρήσει η Ιταλία. Η παρουσία της Τουρκίας στη Λιβύη έχει παράλληλα στρατηγικές προεκτάσεις για τον έλεγχο και την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή του Σικελικού Πορθμού.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στη Σομαλία, όπου η Τουρκία έχει αναπτύξει σημαντική πολιτική, οικονομική και στρατιωτική παρουσία.
Στα Βαλκάνια, η Άγκυρα έχει ενισχύσει τους δεσμούς της με τις μουσουλμανικές κοινότητες και τα κράτη της περιοχής, δημιουργώντας ένα ακόμη τόξο επιρροής. Πρόκειται για μια στρατηγική που αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς η Τουρκία επιχειρεί να αξιοποιήσει την ιστορική, πολιτιστική και θρησκευτική της σύνδεση με την περιοχή.
Το αξιοσημείωτο είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν σε μια οικονομία μικρότερη από την ιταλική. Η σύγκριση οδηγεί αναπόφευκτα σε ένα ερώτημα για την αποτελεσματικότητα της εξωτερικής πολιτικής των δύο χωρών: πρόκειται για εξαιρετικά αποτελεσματική τουρκική στρατηγική ή για αποτυχία της Ιταλίας να αξιοποιήσει τα δικά της πλεονεκτήματα;
Η συμφωνία της Τζέντα και ο νέος άξονας
Η συμφωνία που υπεγράφη στη Τζέντα μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν εισάγει μια νέα μεταβλητή στην εξίσωση της Μέσης Ανατολής.
Για πρώτη φορά δημιουργείται ένας ιδιαίτερα ισχυρός συνδυασμός τριών διαφορετικών τύπων ισχύος.
Το Πακιστάν διαθέτει το μοναδικό πυρηνικό οπλοστάσιο που αναγνωρίζεται επισήμως ως τέτοιο στον μουσουλμανικό κόσμο. Η Τουρκία, από την άλλη πλευρά, διαθέτει μία από τις μεγαλύτερες χερσαίες στρατιωτικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ και μια ταχέως αναπτυσσόμενη αμυντική βιομηχανία, με ιδιαίτερη τεχνογνωσία στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη.
Η Σαουδική Αραβία προσθέτει στην εξίσωση το οικονομικό μέγεθος και τη δυνατότητα χρηματοδότησης μεγάλων αμυντικών και τεχνολογικών επενδύσεων.
Ο συνδυασμός αυτός δημιουργεί έναν νέο δυνητικό πόλο ισχύος στον μουσουλμανικό κόσμο. Δεν πρόκειται μόνο για μια συμμαχία που μπορεί να χρηματοδοτήσει νέες στρατιωτικές τεχνολογίες. Θα μπορούσε να προσφέρει και τη δυνατότητα μακροχρόνιας υποστήριξης σε μελλοντικές περιφερειακές συγκρούσεις.
Γιατί ανησυχεί το Ισραήλ
Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για το Ισραήλ.
Ο Ερντογάν έχει εδώ και χρόνια τοποθετηθεί ως ένας από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της παλαιστινιακής υπόθεσης. Η Άγκυρα έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα σκληρή ρητορική απέναντι στην ισραηλινή κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, ενώ έχει κινηθεί και σε διεθνές νομικό επίπεδο εναντίον της ισραηλινής ηγεσίας.
Η δημιουργία ενός στενότερου στρατηγικού δεσμού ανάμεσα σε Τουρκία, Πακιστάν και Σαουδική Αραβία επομένως μπορεί να θεωρηθεί από την Ιερουσαλήμ ως μια εξέλιξη που διευρύνει το στρατηγικό της ρίσκο.
Το ζήτημα δεν είναι μόνο η στρατιωτική ισχύς των τριών χωρών. Είναι κυρίως η πιθανότητα να δημιουργηθεί ένας πιο συνεκτικός περιφερειακός συνασπισμός, ο οποίος θα μπορούσε να αμφισβητήσει τις ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί στη Μέση Ανατολή.
Ο ρόλος της Αιγύπτου
Πίσω από τις νέες συμμαχίες βρίσκεται και μια ευρύτερη ιδεολογική και γεωπολιτική αντιπαράθεση για το μέλλον του αραβικού κόσμου.
Η ιδέα ενός «Arab Risorgimento», δηλαδή μιας αραβικής αναγέννησης ή επανασυσπείρωσης, συνδέθηκε με τις πολιτικές αναταράξεις που ακολούθησαν τις λεγόμενες «Αραβικές Ανοίξεις». Σε μια ευρύτερη ιστορική ανάγνωση, η ιδέα παραπέμπει στο όραμα μιας ενωμένης σουνιτικής αραβικής κοινότητας, υπό μία κοινή πολιτική ή γεωπολιτική ομπρέλα.
Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η Αίγυπτος.
Το Κάιρο έχει παραμείνει εκτός της συμφωνίας της Τζέντα, γεγονός που κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι. Η Αίγυπτος αποτελεί κεντρική δύναμη στον αραβικό κόσμο και διαδραματίζει κομβικό ρόλο στον Αραβικό Σύνδεσμο.
Η απουσία της από τον νέο άξονα Τουρκίας–Σαουδικής Αραβίας–Πακιστάν ενδέχεται να σημαίνει ότι το Κάιρο εξετάζει διαφορετικές επιλογές για την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας.
Η αντίδραση του Ιράν ήταν άμεση και αρνητική.
Η Τεχεράνη αντιμετωπίζει με καχυποψία τις σχέσεις της Τουρκίας, της Σαουδικής Αραβίας και του Πακιστάν με τις Ηνωμένες Πολιτείες και θεωρεί ότι οι τρεις χώρες παραμένουν σε σημαντικό βαθμό ενταγμένες στη δυτική στρατηγική αρχιτεκτονική.
Παρά τη σιιτική του ταυτότητα, το Ιράν έχει καταφέρει εδώ και δεκαετίες να επεκτείνει την επιρροή του σε διάφορα κράτη και ένοπλες οργανώσεις της περιοχής, δημιουργώντας το δικό του δίκτυο περιφερειακής ισχύος.
Αυτό σημαίνει ότι η νέα τριμερής συνεργασία δεν θα πρέπει να εξετάζεται απομονωμένα. Εντάσσεται σε έναν ευρύτερο ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών κέντρων ισχύος στη Μέση Ανατολή.
Ένας διχασμένος σουνιτικός κόσμος;
Το μεγαλύτερο γεωπολιτικό ερώτημα που προκύπτει είναι αν ο σουνιτικός κόσμος μπορεί να οδηγηθεί σε έναν νέο εσωτερικό ανταγωνισμό.
Από τη μία πλευρά βρίσκεται μια Τουρκία που επιχειρεί να ανακτήσει, σε σύγχρονες και σαφώς διαφορετικές συνθήκες, τον ιστορικό ρόλο της ως ηγετικής δύναμης σε μεγάλο μέρος του πρώην οθωμανικού χώρου.
Από την άλλη, θα μπορούσε να διαμορφωθεί ένας διαφορετικός πόλος, στον οποίο η Αίγυπτος ή δυνάμεις που συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα θα επιδιώξουν μια διαφορετική εκδοχή της σουνιτικής αραβικής αναγέννησης.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, η αντιπαράθεση δεν θα αφορά απλώς τις σχέσεις Τουρκίας και Αιγύπτου. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε ανταγωνισμό για το ποιος θα καθορίσει το μέλλον του σουνιτικού κόσμου.
Το νέο στρατηγικό πρόβλημα του Ισραήλ
Για το Ισραήλ, μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελούσε σαφώς δυσμενή εξέλιξη.
Το στρατηγικό του περιβάλλον έχει ήδη διευρυνθεί σημαντικά, ενώ η γεωγραφική εγγύτητα και η στρατιωτική ισχύς διαφορετικών περιφερειακών δυνάμεων δημιουργούν ένα ολοένα πιο σύνθετο περιβάλλον ασφαλείας.
Η Τουρκία, το Ιράν και άλλες μεσαίες δυνάμεις της περιοχής διαθέτουν πλέον τις δυνατότητες να αμφισβητήσουν, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, την περιφερειακή τάξη που επιχειρεί να διαμορφώσει η Ιερουσαλήμ.
Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν η Τουρκία ενισχύεται. Είναι αν η ενίσχυση της Τουρκίας οδηγεί στη δημιουργία μιας νέας περιφερειακής αρχιτεκτονικής.
Και σε αυτή την περίπτωση, ο Ερντογάν μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με το παράδοξο της ίδιας του της επιτυχίας: όσο περισσότερο διευρύνει την τουρκική επιρροή, τόσο περισσότερες δυνάμεις θα έχουν λόγο να ενώσουν τις δικές τους δυνάμεις απέναντί της.
Η επόμενη φάση της Μέσης Ανατολής, επομένως, ίσως δεν κριθεί μόνο από τον ανταγωνισμό Ισραήλ–Ιράν. Μπορεί να κριθεί και από το ποιος θα ηγηθεί του ίδιου του σουνιτικού κόσμου.