Γραφείο Προϋπολογισμού: Ανάπτυξη 1,9% το 2026, αλλά ο πληθωρισμός και οι διαρθρωτικές αδυναμίες παραμένουν πρόκληση
- 01/07/2026, 16:00
- SHARE
- Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναθεωρεί οριακά προς τα κάτω την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026, στο 1,9% από 2,0%.
- Ο πληθωρισμός παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ασκώντας πιέσεις στην ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
- Προτεραιότητες αποτελούν οι μεταρρυθμίσεις, η ενίσχυση της απασχόλησης, η αύξηση της παραγωγικότητας και η αντιμετώπιση του στεγαστικού προβλήματος.
Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να επιδεικνύει αξιοσημείωτες αντοχές απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις, ωστόσο η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής προϋποθέτει συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και προσεκτική δημοσιονομική διαχείριση.
Στην τριμηνιαία έκθεσή του, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή αναθεωρεί ελαφρώς προς τα κάτω την πρόβλεψη για την ανάπτυξη το 2026, εκτιμώντας ότι το ελληνικό ΑΕΠ θα αυξηθεί κατά 1,9%, έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 2,0%.
Παρά τη μικρή αναθεώρηση, η έκθεση υπογραμμίζει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εμφανίζει ισχυρότερες επιδόσεις από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας.
Η Μέση Ανατολή και οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία
Το Γραφείο εντοπίζει ως βασικό εξωγενή παράγοντα κινδύνου τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, η οποία επηρέασε τις διεθνείς ενεργειακές αγορές και αναζωπύρωσε τις πληθωριστικές πιέσεις.
Οι διαταραχές στις μεταφορές ενέργειας και οι αυξημένες τιμές καυσίμων επιβράδυναν την παγκόσμια οικονομική δραστηριότητα, ενώ επηρέασαν αρνητικά και τις αναπτυξιακές προοπτικές της Ευρώπης.
Παρότι οι διεθνείς οργανισμοί προβλέπουν σταδιακή αποκλιμάκωση των επιπτώσεων και μερική ανάκαμψη από το 2027, η αβεβαιότητα εξακολουθεί να παραμένει υψηλή.
Μεταρρυθμίσεις, παραγωγικότητα και αγορά εργασίας
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων για τη διατήρηση της ανάπτυξης τα επόμενα χρόνια.
Μεταξύ των βασικών προτάσεων περιλαμβάνονται:
- Η μείωση του κόστους της μισθωτής εργασίας.
- Η ενίσχυση των κινήτρων συμμετοχής στην αγορά εργασίας.
- Η παροχή φορολογικών κινήτρων για επενδύσεις σε κλάδους υψηλής προστιθέμενης αξίας.
- Η στήριξη της καινοτομίας και των εξαγωγικών δραστηριοτήτων.
Σύμφωνα με το Γραφείο, οι παρεμβάσεις αυτές μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση δύο διαχρονικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας: της χαμηλής παραγωγικότητας και της υπερβολικής εξάρτησης από δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην περίοδο μετά τη λήξη του Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με την έκθεση να τονίζει την ανάγκη αξιοποίησης όλων των διαθέσιμων ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών εργαλείων και την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής.
Ανάπτυξη με «καύσιμα» την κατανάλωση, τον τουρισμό και τις επενδύσεις
Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση, τον τουρισμό και τις επενδύσεις.
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,0% σε ετήσια βάση, έναντι μόλις 0,3% στην Ευρωζώνη, με θετική συμβολή από:
- την ιδιωτική κατανάλωση,
- τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών,
- τις επενδύσεις παγίου κεφαλαίου.
Οι επιδόσεις αυτές επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική οικονομία συνεχίζει να υπεραποδίδει σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά τις εξωτερικές πιέσεις.
Επίμονες πληθωριστικές πιέσεις και απώλεια ανταγωνιστικότητας
Παρά τη θετική εικόνα της ανάπτυξης, ο πληθωρισμός εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση.
Ο ετήσιος δείκτης τιμών καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 4,9% τον Μάιο του 2026, έναντι 3,2% στην Ευρωζώνη.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού προειδοποιεί ότι η επίμονη αυτή απόκλιση επηρεάζει αρνητικά:
- τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας,
- το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών,
- το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Θετικό στοιχείο αποτελεί η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού τροφίμων, ο οποίος υποχώρησε στο 2,6% τον Μάιο από 4,3% τον Φεβρουάριο. Ωστόσο, παραμένει υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Ισχυρά δημοσιονομικά μεγέθη και αυξημένες εισπράξεις ΦΠΑ
Στο δημοσιονομικό πεδίο, η έκθεση καταγράφει ισχυρές επιδόσεις.
Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης ανήλθε το 2025 στα 12,1 δισ. ευρώ ή 4,9% του ΑΕΠ, ενώ το πρώτο τετράμηνο του 2026 το πλεόνασμα έφτασε τα 5,9 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των εσόδων συνδέεται κυρίως με:
- την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης,
- τις αυξημένες ταξιδιωτικές εισπράξεις,
- την άνοδο των εσόδων από ΦΠΑ κατά 1,12 δισ. ευρώ.
Την ίδια στιγμή, αυξημένες εμφανίζονται και οι δημόσιες δαπάνες, κυρίως λόγω επενδυτικών προγραμμάτων και έργων που χρηματοδοτούνται από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και το Ταμείο Ανάκαμψης.
Αγορά εργασίας: περισσότερες θέσεις, αλλά και υψηλή ανεργία
Η εικόνα της αγοράς εργασίας παραμένει μικτή.
Το ποσοστό ανεργίας αυξήθηκε οριακά στο 9,5% το πρώτο τρίμηνο του 2026, από 9,3% ένα χρόνο νωρίτερα. Παράλληλα όμως αυξήθηκαν τόσο η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό όσο και η συνολική απασχόληση.
Ιδιαίτερα θετικό θεωρείται το γεγονός ότι η αύξηση της απασχόλησης προήλθε κυρίως από θέσεις πλήρους εργασίας, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 2,1%, ενώ οι θέσεις μερικής απασχόλησης υποχώρησαν σημαντικά.
Στεγαστικό: το μεγάλο κοινωνικό και οικονομικό στοίχημα
Ξεχωριστό κεφάλαιο στην έκθεση αφιερώνεται στο στεγαστικό πρόβλημα, το οποίο χαρακτηρίζεται ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την οικονομία και την κοινωνική συνοχή.
Το Γραφείο επισημαίνει ότι, παρά τη στενότητα της αγοράς, σημαντικό μέρος του οικιστικού αποθέματος παραμένει αναξιοποίητο ή κενό.
Για την αντιμετώπιση του προβλήματος προτείνονται:
- επιτάχυνση κτηματολογικών και κληρονομικών διαδικασιών,
- φορολογικά κίνητρα για μακροχρόνιες μισθώσεις,
- παρεμβάσεις στις βραχυχρόνιες μισθώσεις σε περιοχές υψηλής ζήτησης,
- προγράμματα ανακαίνισης με αντάλλαγμα την επιστροφή ακινήτων στη μακροχρόνια αγορά.
Το βασικό μήνυμα της έκθεσης
Το κεντρικό συμπέρασμα του Γραφείου Προϋπολογισμού είναι ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους της Ευρωζώνης και εμφανίζει σημαντικές αντοχές. Ωστόσο, η διατήρηση αυτής της πορείας δεν θεωρείται δεδομένη.
Η ενίσχυση της παραγωγικότητας, η αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων, η αύξηση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων αποτελούν, σύμφωνα με την έκθεση, τις βασικές προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.