Αμερικανικά ομόλογα: Οι τρεις κίνδυνοι που τρομάζουν τις αγορές

Αμερικανικά ομόλογα: Οι τρεις κίνδυνοι που τρομάζουν τις αγορές
Photo: Shutterstock
Η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς ομολόγου έφθασε στο υψηλότερο επίπεδο από το 2007, παρά τα σημάδια επιβράδυνσης της οικονομίας.
  • Η απόδοση του 30ετούς Treasury άγγιξε το 5,311%, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούνιο του 2007.
  • Η Fundstrat βλέπει περιθώριο ανόδου στο 5,60%-5,70%, εάν συνεχιστεί το σημερινό τεχνικό μοτίβο.
  • Παγκόσμιες αποδόσεις, πληθωρισμός, Fed και αυξημένη έκδοση χρέους πιέζουν ταυτόχρονα τα μακροπρόθεσμα ομόλογα.

Κανονικά, τα ασθενέστερα στοιχεία για την κατανάλωση και την αγορά εργασίας θα έπρεπε να στρέφουν τους επενδυτές προς τα κρατικά ομόλογα, αυξάνοντας τις τιμές τους και μειώνοντας τις αποδόσεις.

Αυτή τη φορά συμβαίνει το αντίθετο.

Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού κρατικού ομολόγου εκτινάχθηκε στο 5,311%, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν δύο δεκαετιών. Η κίνηση σημειώθηκε ενώ οι λιανικές πωλήσεις του Ιουλίου παρουσίασαν τη χαμηλότερη επίδοση από τον Μάιο του 2025 και τα στοιχεία απασχόλησης έδειξαν επιβράδυνση.

Η αγορά, επομένως, δεν τιμολογεί απλώς τις προοπτικές της αμερικανικής οικονομίας για τους επόμενους μήνες. Ζητά μεγαλύτερη αποζημίωση για να δανείσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ για τρεις δεκαετίες, σε ένα περιβάλλον υψηλού χρέους, επίμονου πληθωρισμού και μειωμένης ζήτησης από το εξωτερικό.

Ο τεχνικός αναλυτής της Fundstrat, Μαρκ Νιούτον, εκτιμά ότι οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις μπορούν να φθάσουν στο 5,60%-5,70%. Μάλιστα, προειδοποιεί ότι η άνοδος ενδέχεται να πραγματοποιηθεί ταχύτερα από ό,τι συνήθως, λόγω της διάσπασης ενός τεχνικού σχηματισμού που διαμορφωνόταν εδώ και τρία χρόνια, σύμφωνα με το CNBC.

Πρώτος κίνδυνος: Το παγκόσμιο sell-off

Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού αυξάνεται ταυτόχρονα σε αρκετές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Στην Ιαπωνία, οι αποδόσεις των δεκαετών και εικοσαετών κρατικών ομολόγων κινήθηκαν υψηλότερα, καθώς η χαμηλότερη από την αναμενόμενη ανάπτυξη συνοδεύτηκε από ισχυρότερες ενδείξεις πληθωρισμού στο ΑΕΠ.

Η κίνηση μεταδόθηκε γρήγορα στην αμερικανική αγορά. Όταν οι αποδόσεις αυξάνονται σε Ιαπωνία, Ευρώπη και Βρετανία, τα Treasuries πρέπει να προσφέρουν αντίστοιχα ελκυστικότερη απόδοση για να συνεχίσουν να προσελκύουν διεθνή κεφάλαια.

Το φαινόμενο αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς οι ξένες τοποθετήσεις σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα μειώθηκαν τον Ιούνιο. Μεγάλοι κάτοχοι αμερικανικού χρέους, όπως η Ιαπωνία, η Κίνα και το Ηνωμένο Βασίλειο, περιόρισαν τα χαρτοφυλάκιά τους.

Η εξασθένηση της διεθνούς ζήτησης συμπίπτει με αυξανόμενες δημοσιονομικές ανησυχίες σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Βρετανία και Ευρώπη. Έτσι, ακόμη και μια επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας μπορεί να μην είναι αρκετή για να οδηγήσει χαμηλότερα τις μακροπρόθεσμες αποδόσεις.

Δεύτερος κίνδυνος: Η Fed αναγκάζεται να κινηθεί περισσότερο

Το δεύτερο σενάριο είναι η αμερικανική οικονομία να παραμείνει υπερβολικά ισχυρή για να επιτρέψει ουσιαστική αποκλιμάκωση των επιτοκίων.

Οι αγορές αποτιμούν σήμερα έναν ιδιαίτερα ευνοϊκό συνδυασμό: ανθεκτική ανάπτυξη, μετοχές κοντά σε ιστορικά υψηλά και περιορισμένη επιδείνωση από τις ενεργειακές και γεωπολιτικές αναταράξεις.

Η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι αυτή η ισορροπία είναι δύσκολο να διατηρηθεί. Η ισχυρή ανάπτυξη και η άνοδος των περιουσιακών στοιχείων διατηρούν χαλαρές τις χρηματοοικονομικές συνθήκες, ενισχύοντας την κατανάλωση και τη ζήτηση. Αυτό μπορεί να εμποδίσει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και να οδηγήσει τη Fed σε περισσότερες αυξήσεις επιτοκίων από όσες προβλέπει σήμερα η αγορά.

Ο πληθωρισμός παραμένει πάνω από τον στόχο του 2%. Σύμφωνα με την ιστορική ανάλυση της Deutsche Bank, όταν ο δείκτης τιμών καταναλωτή υπερβαίνει το 3%, οι κύκλοι σύσφιξης της Fed συνοδεύονται συνήθως από αυξήσεις μεγαλύτερες των 100 μονάδων βάσης κατά το πρώτο έτος.

Η αγορά έχει βιώσει αντίστοιχη ανατροπή προσδοκιών. Στις αρχές του 2024, η απόδοση του δεκαετούς Treasury αυξήθηκε από 3,88% σε 4,70% μέσα σε τέσσερις μήνες, όταν η ισχυρότερη ανάπτυξη και ο επίμονος πληθωρισμός διέψευσαν τις προβλέψεις για γρήγορες μειώσεις επιτοκίων.

Τρίτος κίνδυνος: Ποιος θα αγοράσει όλο το αμερικανικό χρέος;

Η τρίτη και βαθύτερη πηγή πίεσης αφορά την τεράστια προσφορά κρατικών τίτλων που απαιτείται για τη χρηματοδότηση των αμερικανικών ελλειμμάτων.

Οι επενδυτές καλούνται να απορροφήσουν ολοένα μεγαλύτερες εκδόσεις χρέους, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση για τίτλους μεγάλης διάρκειας εμφανίζεται ασθενέστερη.

Η τελευταία δημοπρασία 30ετών ομολόγων ολοκληρώθηκε με την υψηλότερη απόδοση από το 2001. Παράλληλα, πέντε από τις επτά προηγούμενες δημοπρασίες 20ετών τίτλων παρουσίασαν απογοητευτική εικόνα, σύμφωνα με την BMO.

Για να προσελκύσει περισσότερους αγοραστές, το αμερικανικό Δημόσιο μπορεί να χρειαστεί να προσφέρει υψηλότερες αποδόσεις. Αυτό αυξάνει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, διευρύνει τις μελλοντικές χρηματοδοτικές ανάγκες και δημιουργεί έναν δυνητικά αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο.

Η άνοδος δεν αντανακλά μόνο τις προσδοκίες για τα βασικά επιτόκια της Fed. Περιλαμβάνει και υψηλότερο ασφάλιστρο διάρκειας: την πρόσθετη απόδοση που απαιτούν οι επενδυτές για να αναλάβουν επί δεκαετίες τον κίνδυνο πληθωρισμού, δημοσιονομικής επιδείνωσης και μεταβλητότητας.

Η ενεργειακή απειλή

Μια νέα εκτίναξη των τιμών της ενέργειας θα έκανε την εξίσωση ακόμη δυσκολότερη.

Ένα σοκ στις τιμές του πετρελαίου μπορεί να επιβραδύνει την οικονομία και ταυτόχρονα να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό. Σε αυτή την περίπτωση, η Fed δεν θα μπορούσε εύκολα να μειώσει τα επιτόκια για να στηρίξει την ανάπτυξη, χωρίς να διακινδυνεύσει νέα άνοδο των τιμών.

Το δυσμενέστερο σενάριο θα έπληττε ταυτόχρονα ομόλογα και μετοχές: τα πρώτα λόγω υψηλότερου πληθωρισμού και τα δεύτερα λόγω χαμηλότερης ανάπτυξης και ακριβότερου κόστους χρηματοδότησης.

Γιατί αφορά ολόκληρη την οικονομία

Η απόδοση του 30ετούς Treasury δεν αποτελεί ένα απομονωμένο μέγεθος της αγοράς ομολόγων. Επηρεάζει το κόστος των στεγαστικών δανείων, τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων και τις αποτιμήσεις των μετοχών.

Όσο αυξάνεται η απόδοση των ασφαλών κρατικών τίτλων, τόσο μεγαλύτερη απόδοση ζητούν οι επενδυτές και από πιο ριψοκίνδυνες τοποθετήσεις. Αυτό πιέζει ιδιαίτερα τις εταιρείες ανάπτυξης και τεχνολογίας, των οποίων οι αποτιμήσεις βασίζονται σε κέρδη που αναμένονται πολλά χρόνια στο μέλλον.

Η σημερινή αγορά εμφανίζεται ευάλωτη σε πολλά διαφορετικά μέτωπα: στην άνοδο των παγκόσμιων αποδόσεων, σε μια οικονομία ισχυρότερη από όσο αντέχει ο πληθωρισμός, στην τεράστια προσφορά αμερικανικού χρέους και σε ένα νέο ενεργειακό σοκ.

Όπως προειδοποιεί η Deutsche Bank, η τρέχουσα τιμολόγηση «δεν αφήνει σχεδόν κανένα περιθώριο λάθους».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: