Μια αναφορά της COP26 ίσως σημαίνει πρακτικά την απαγόρευση της ηλεκτροπαραγωγής από γαιάνθρακα

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Πάνω από 40 χώρες υπέγραψαν τη δήλωση για τη μετάβαση από τον άνθρακα στην καθαρή ενέργεια, δεσμευόμενες να σταματήσουν την έγκριση νέων «μη μετριασμένων μονάδων παραγωγής ενέργειας με καύση γαιάνθρακα».

του Eamon Barrett

Με λίγες ημέρες να απομένουν για την ολοκλήρωση της COP26 στη Γλασκώβη, οι απόψεις σχετικά με το αν η σύνοδος κορυφής για το κλίμα πέτυχε κάτι ουσιαστικό ή απλώς παρήγαγε ακόμα περισσότερο …αέρα κοπανιστό παραμένουν διχασμένες. Αλλά τουλάχιστον μια θετική εξέλιξη από τις εκδηλώσεις της περασμένης εβδομάδας ήρθε την Πέμπτη, όταν πάνω από 40 χώρες υπέγραψαν τη δήλωση για τη μετάβαση από τον άνθρακα στην καθαρή ενέργεια, δεσμευόμενες να σταματήσουν την έγκριση νέων «μη μετριασμένων μονάδων παραγωγής ενέργειας με καύση γαιάνθρακα».

«Πρόκειται για μια de facto απαγόρευση της ηλεκτροπαραγωγής από άνθρακα», λέει ο Chris Littlecott, αναπληρωτής διευθυντής στη δεξαμενή σκέψης E3G για το κλίμα.

Ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής ευθύνεται για το 30% των παγκόσμιων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα και η απομάκρυνση της βιομηχανίας από τον γαιάνθρακα – μια από τις πιο διαδεδομένες και έντονες σε άνθρακα πηγές καυσίμων στον κόσμο – είναι θεμελιώδης για την αποτροπή των χειρότερων συνεπειών της κλιματικής αλλαγής.

Αλλά η απαγόρευση αυτή από τη δέσμευση «Coal to Clean Power» είναι μόνο «de facto», επειδή δεν είναι άμεση. Αντί να απαγορεύει τον γαιάνθρακα, η υπόσχεση απαγορεύει τα «μη μετριαζόμενα» πρότζεκτ γαιάνθρακα – μια επιφύλαξη που επιτρέπει τη συνέχιση των επενδύσεων σε έργα εξοπλισμένα με τεχνολογία δέσμευσης και αποθήκευσης άνθρακα (CCS).

Ωστόσο, ο Littlecott δεν ανησυχεί από αυτή τη φρασεολογία.

Σύμφωνα με τον Littlecott, τα ρυθμιστικά συστήματα εμποδίζουν πολλές κυβερνήσεις – ή, σίγουρα, τη βρετανική κυβέρνηση, η οποία πρωτοστάτησε στην πρωτοβουλία Coal to Clean – από το να απαγορεύσουν εντελώς την ηλεκτροπαραγωγή με γαιάνθρακα. Κάτι τέτοιο θα άνοιγε έναν δρόμο για τους βιομηχανικούς ομίλους να μηνύσουν την κυβέρνηση για προσβολή των δραστηριοτήτων τους.

Αντ’ αυτού, η επιβολή μιας απαίτησης «μετριασμού» στην παραγωγή άνθρακα αναγκάζει τα εργοστάσια άνθρακα είτε να πληρώσουν για ακριβό εξοπλισμό CCS είτε να εγκαταλείψουν τη δραστηριότητα. Και δεδομένου ότι η ενέργεια από άνθρακα είναι ήδη πιο ακριβή από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και το φυσικό αέριο, λίγοι πάροχοι ενέργειας θα επιλέξουν να κάνουν την επιπλέον επένδυση.

«Το Ηνωμένο Βασίλειο το έκανε αυτό ήδη το 2009, όταν νομοθέτησε ότι δεν θα υπάρχει νέα ενέργεια από άνθρακα χωρίς να συνοδεύεται από CCS», λέει ο Littlecott, σημειώνοντας ότι το διάταγμα είχε ως αποτέλεσμα οι πάροχοι ενέργειας να καταργήσουν 15 γιγαβάτ προγραμματισμένης ισχύος παραγωγής ενέργειας από άνθρακα, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν τα έργα οικονομικά και να συμπεριλάβουν CCS. Η νομοθεσία «έδειξε την μπλόφα των εταιρειών του τομέα άνθρακα και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας που προηγουμένως ζητούσαν τη CCS, αλλά δεν ήθελαν στην πραγματικότητα να την εφαρμόσουν στην πράξη».

Φυσικά, ορισμένοι από τους κορυφαίους προμηθευτές και αγοραστές γαιάνθρακα στον κόσμο, όπως η Κίνα, η Ινδία και οι ΗΠΑ, δεν υπέγραψαν τη δέσμευση. Οι παρατηρητές δεν περίμεναν ότι θα το έκαναν. Η Κίνα έχει τα δικά της σχέδια για τη μείωση του άνθρακα, η Ινδία βρίσκεται εν μέσω κρίσης εφοδιασμού άνθρακα και το λόμπι του άνθρακα στις ΗΠΑ είναι πολύ έντονο.

Η απουσία αυτών των τριών μεγάλων παικτών αντισταθμίστηκε από τη συγκατάθεση του Βιετνάμ, της Πολωνίας και της Νότιας Κορέας – το πρώτο αποτελεί μια σημαντική αναπτυσσόμενη αγορά για τον άνθρακα, το δεύτερο ένα κράτος που εξαρτάται από τον άνθρακα στην καρδιά του ευρωπαϊκού μπλοκ και το τρίτο είναι ένας κορυφαίος χρηματοδότης διεθνών έργων άνθρακα.

Ωστόσο, η ρήτρα «μετριασμού» της δέσμευσης «Coal to Clean Power» επιτρέπει κάποια ευελιξία ως προς το πόσο αυστηρά κάθε υπογράφων ακολουθεί τη δέσμευσή του. Η υπόσχεση δεν διευκρινίζει ποιο επίπεδο μείωσης των εκπομπών είναι επαρκές για να θεωρηθεί ένας σταθμός ηλεκτροπαραγωγής με καύση γαιάνθρακα ως «μετριασμένος».

Το ρυθμιστικό πλαίσιο που θα δημιουργήσει τώρα κάθε υπογράφων για να καθορίσει τι θεωρείται μετριασμένο θα είναι πλέον σημαντικό. Αλλά ο Littlecott – που παρακολουθεί τον τομέα εδώ και 15 χρόνια – παραμένει «πολύ ενθαρρυμένος από αυτό που βγήκε την περασμένη εβδομάδα».

«Είμαι χαλαρός σχετικά με τη συμπερίληψη της λέξης ‘μη μετριασμένος’», λέει ο Littlecott. Το βλέπω ως «μία άσκηση αποκάλυψης της μπλόφας».