Morgan Stanley: Το τραπεζικό ράλι έχει συνέχεια – Οι 7 κορυφαίες επιλογές – Η θέση της Alpha Bank
- 07/09/2026, 13:50
- SHARE
- Η Morgan Stanley βλέπει μέσο περιθώριο ανόδου κοντά στο 20% για τις επτά κορυφαίες τραπεζικές επιλογές της.
- Η Alpha Bank εισέρχεται στη λίστα ως Top Pick μεσαίας κεφαλαιοποίησης, χάρη στην προοπτική πιστωτικής επέκτασης στην Ελλάδα.
- Οι τιμές-στόχοι για τις ευρωπαϊκές τράπεζες αυξάνονται κατά 9% κατά μέσο όρο και οι εκτιμήσεις κερδών κατά περίπου 2%.
- ING και NatWest αναβαθμίζονται σε Overweight, ενώ η Barclays υποβαθμίζεται σε Equal-weight.
Ύστερα από πέντε συνεχόμενα έτη υπεραπόδοσης, οι ευρωπαϊκές τράπεζες δεν αποτελούν πλέον το παραμελημένο τμήμα της χρηματιστηριακής αγοράς. Ο δείκτης EURO STOXX Banks (SX7E) έχει ενισχυθεί κατά περίπου 20% από την αρχή του έτους, διευρύνοντας τα μεγάλα κέρδη της προηγούμενης περιόδου.
Το εύλογο ερώτημα είναι εάν οι υψηλότερες τιμές έχουν ήδη απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος των θετικών προοπτικών.
Η Morgan Stanley απαντά αρνητικά. Αυξάνει κατά 9% κατά μέσο όρο τις τιμές-στόχους που θέτει για τις ευρωπαϊκές τράπεζες και εκτιμά ότι η ανανεωμένη λίστα των επτά Top Picks εξακολουθεί να προσφέρει μέσο δυνητικό περιθώριο ανόδου κοντά στο 20%.
Η αισιοδοξία δεν στηρίζεται μόνο σε περαιτέρω διεύρυνση των αποτιμήσεων. Ο οίκος αυξάνει κατά περίπου 2% τις προβλέψεις του για τα κέρδη και τοποθετείται κατά 2% έως 3% υψηλότερα από το consensus για το 2027 και το 2028.
Η Alpha Bank στη λίστα των κορυφαίων επιλογών
Η σημαντικότερη ελληνική αναφορά είναι η προσθήκη της Alpha Bank ως κορυφαίας επιλογής μεσαίας κεφαλαιοποίησης.
Το βασικό επιχείρημα της Morgan Stanley είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει πιθανότατα την ισχυρότερη προοπτική πιστωτικής επέκτασης στην Ευρώπη. Μέσα στην ελληνική αγορά, θεωρεί ότι η Alpha Bank προσφέρει την ελκυστικότερη σχέση δυνητικής απόδοσης και επενδυτικού κινδύνου.
Η επιλογή συνδέεται με τη δυνατότητα αύξησης των δανείων, ενίσχυσης των εσόδων από τόκους και περαιτέρω βελτίωσης της αποδοτικότητας. Παράλληλα, η αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας και η μεγαλύτερη επενδυτική δραστηριότητα δημιουργούν ευνοϊκότερο περιβάλλον για τις επιχειρηματικές χορηγήσεις.
Η Alpha προστίθεται σε μια λίστα στην οποία παραμένουν οι UniCredit, Deutsche Bank και Santander. Η ABN Amro επιστρέφει, η OTP διατηρείται ως επιλογή από την Ανατολική Ευρώπη και η Lloyds αντικαθιστά την Barclays ως προτιμώμενη βρετανική τράπεζα.
ING: Στόχος αποδοτικότητας 18%
Η Morgan Stanley αναβαθμίζει την ING σε Overweight και αυξάνει την τιμή-στόχο από τα 33 στα 37 ευρώ.
Ο οίκος εκτιμά ότι η τράπεζα μπορεί να επιτύχει απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 18% το 2028. Περιμένει επίσης ότι η διοίκηση θα παρουσιάσει επικαιροποιημένους στόχους κερδοφορίας το αργότερο έως τον Ιούνιο του 2027.
Η άποψη αυτή συνοδεύεται από έναν πιο άμεσο καταλύτη. Η Morgan Stanley προβλέπει ότι η ING θα ανακοινώσει στο τρίτο τρίμηνο πρόγραμμα επαναγοράς μετοχών ύψους 1,5 δισ. ευρώ, έναντι εκτίμησης περίπου 1 δισ. ευρώ από την αγορά. Η αναβάθμιση της ING συνέβαλε ήδη σε θετική αντίδραση της μετοχής.
NatWest αντί Barclays στη Βρετανία
Σε Overweight αναβαθμίζεται και η NatWest, καθώς η Morgan Stanley αναζητεί καθαρότερη έκθεση στην ανάπτυξη των επιχειρηματικών δανείων στη Βρετανία.
Σε σύγκριση με την Barclays, η NatWest θεωρείται πιο άμεσο στοίχημα στην εγχώρια πιστωτική επέκταση. Ο οίκος αυξάνει κατά 5% τις εκτιμήσεις κερδών για το 2027 και το 2028 και προβλέπει μέση ετήσια αύξηση εσόδων περίπου 7% την περίοδο 2026–2028. Η τιμή-στόχος ανεβαίνει από τις 750 στις 850 πένες.
Αντίθετα, η Barclays υποβαθμίζεται σε Equal-weight. Η τιμή-στόχος μειώνεται από τις 610 στις 580 πένες, ενώ οι εκτιμήσεις κερδών περιορίζονται κατά 1% έως 4% για την περίοδο 2026–2028.
Η πιο επιφυλακτική στάση αποδίδεται στις χαμηλότερες προσδοκίες για τη βελτίωση του δείκτη κόστους προς έσοδα και στους κινδύνους που δημιουργούν οι υψηλότερες καμπύλες επιτοκίων για την αμερικανική καταναλωτική τραπεζική της Barclays.
Γιατί η Lloyds γίνεται η πρώτη βρετανική επιλογή
Η Lloyds καταλαμβάνει τη θέση της κορυφαίας βρετανικής επιλογής. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι θα ωφεληθεί περισσότερο από μια πιθανή μείωση του κόστους ιδίων κεφαλαίων στον βρετανικό τραπεζικό κλάδο.
Ο οίκος βλέπει περιθώριο συμπίεσης περίπου 100 μονάδων βάσης στο κόστος ιδίων κεφαλαίων των εγχώριων βρετανικών τραπεζών σε σχέση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές. Βασικός πολιτικός καταλύτης θεωρείται ο φθινοπωρινός προϋπολογισμός.
Σε συνδυασμό με τις προβλέψεις για τα κέρδη, η εκτίμηση αυτή μεταφράζεται σε μέσο περιθώριο ανόδου περίπου 22% για τις εγχώριες βρετανικές τράπεζες. Για τη Lloyds, η τιμή-στόχος των 140 πενών αντιστοιχεί σε δυνητική άνοδο 27%.
Η αλλαγή στάσης απέναντι στη Σκανδιναβία
Η δεύτερη μεγάλη μετατόπιση αφορά τις σκανδιναβικές τράπεζες, για τις οποίες η Morgan Stanley θεωρεί ότι ξεκινά μια νέα φάση.
Οι Swedbank και DNB αναβαθμίζονται από Underweight σε Equal-weight, ενώ οι τιμές-στόχοι τους αυξάνονται κατά 17% και 16,6% αντίστοιχα.
Την αντίθετη κατεύθυνση ακολουθεί η Nordea, η οποία υποβαθμίζεται από Overweight σε Equal-weight, παρότι η τιμή-στόχος της αυξάνεται κατά 9,8%. Η κίνηση εκφράζει κυρίως αλλαγή στη σχετική προτίμηση του οίκου και όχι ουσιαστική επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών της τράπεζας.
Το AI capex ενισχύει τον νέο πιστωτικό κύκλο
Πίσω από τις υψηλότερες προβλέψεις υπάρχει η εκτίμηση ότι η παγκόσμια επενδυτική δραστηριότητα θα παραμείνει ισχυρή. Κεντρική θέση σε αυτή την υπόθεση έχει η πρωτοφανής αύξηση των δαπανών για την τεχνητή νοημοσύνη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η Morgan Stanley, οι κεφαλαιακές δαπάνες των αμερικανικών hyperscalers αυξάνονται από 426 δισ. δολάρια το 2025 σε 779 δισ. το 2026. Το 2027 υπολογίζονται περίπου στα 1,2–1,23 τρισ. δολάρια και το 2028 στα 1,4 τρισ. δολάρια.
Στην Ευρώπη, οι επενδύσεις σε data centers εκτιμώνται σε 34 δισ. ευρώ το 2026 και 56 δισ. ευρώ το 2027. Η δυναμικότητα προβλέπεται να αυξάνεται κατά 21% ετησίως έως το 2030, ενώ το συνολικό κόστος των αναγκαίων ευρωπαϊκών υποδομών μπορεί να προσεγγίσει το 1,5 τρισ. ευρώ έως το 2035.
Η επενδυτική έκρηξη δημιουργεί ζήτηση για τραπεζικά δάνεια, εταιρικά ομόλογα, χρηματοδότηση έργων και υπηρεσίες κεφαλαιαγορών. Δεν είναι όμως χωρίς κινδύνους: όσο αυξάνονται τα κεφάλαια που δεσμεύονται στην AI, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η πίεση στις επιχειρήσεις να αποδείξουν ότι οι επενδύσεις παράγουν επαρκείς ταμειακές ροές.
Το τελευταίο επιχείρημα είναι η αποτίμηση
Παρά το πολυετές ράλι, οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 10–10,5 φορές τα προβλεπόμενα κέρδη του 2027.
Η Morgan Stanley θεωρεί πιο εύλογο ένα εύρος 11–12 φορές, δεδομένου ότι προβλέπει μέση ετήσια αύξηση κερδών ανά μετοχή 12,5% από το 2025 έως το 2028.
Η ιστορική σύγκριση ενισχύει το επιχείρημα. Την περίοδο 2000–2006, οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαπραγματεύονταν κατά μέσο όρο στις 11,4 φορές τα κέρδη, με αύξηση κερδοφορίας περίπου 12% και μερισματική απόδοση κοντά στο 3,5%.
Σήμερα ο κλάδος εξακολουθεί να εμφανίζει έκπτωση περίπου 28% έναντι της ευρύτερης αγοράς. Ακόμη και εάν ο πολλαπλασιαστής ανέβει στις 11,5 φορές, η έκπτωση υπολογίζεται ότι θα παραμείνει κοντά στο 20% — μεγαλύτερη από το περίπου 15% της προ χρηματοπιστωτικής κρίσης περιόδου.
Το σενάριο περαιτέρω ανόδου δεν απαιτεί επομένως επιστροφή στις παλαιές αποτιμήσεις. Προϋποθέτει, όμως, ότι η πιστωτική επέκταση και οι κεφαλαιακές διανομές θα συνεχιστούν και ότι η προβλεπόμενη αύξηση των κερδών θα υλοποιηθεί.
Μεταξύ των μετοχών με σύσταση Overweight, τα μεγαλύτερα περιθώρια ανόδου εντοπίζονται στη Societe Generale με 29%, στη Lloyds με 27% και στις NatWest και UniCredit με 25%.
Στον αντίποδα, οι Unicaja, Julius Baer, UBS και Banco BPM θεωρούνται ακριβές, εμφανίζοντας συνολικά αρνητικό δυνητικό περιθώριο περίπου 7,3%.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Μητσοτάκης: Ο οδικός χάρτης έως το 2027, οι «κόκκινες γραμμές» στην οικονομία και το μήνυμα για αυτοδυναμία
- ΕΚΤ: Προς νέα αύξηση επιτοκίων λόγω ενεργειακού σοκ – Ανοιχτό το ενδεχόμενο και για τον Δεκέμβριο
- Euronext Athens: Η ιστορική επιστροφή στις ανεπτυγμένες αγορές – Προβλέψεις για «κύμα» εισροών 1,1 δισ. δολαρίων