Νόμιμη η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου ΕΕ-Καναδά, αποφάνθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο

Οι δικαστές αποφάνθηκαν πως ακόμα και τα σημεία της CETA που έχουν δεχθεί σφοδρή κριτική, συνάδουν με την ευρωπαϊκή νομοθεσία.

Οι όροι που περιλαμβάνει η Συμφωνία Ελεύθερου Εμπορίου Ευρωπαϊκής Ένωσης-Καναδά (CETA) για την προστασία των επενδυτών δεν παραβιάζουν το κοινοτικό δίκαιο, αποφάνθηκε σήμερα το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προς μεγάλη ανακούφιση των συνηγόρων της συμφωνίας η οποία τέθηκε σε ισχύ το 2017.

Οι δικαστές του Δικαστηρίου έκριναν πως ο μηχανισμός για την επίλυση διαφορών ανάμεσα σε επενδυτές και κράτη στη CETA με τον Καναδά, η οποία σύμφωνα με τους επικριτές της μεροληπτεί υπέρ των πολυεθνικών εταιριών, συνάδει με τη νομοθεσία της ΕΕ.

Το σύστημα δικαστηρίων για τη διευθέτηση των διαφορών ανάμεσα σε ξένους επενδυτές και κράτη έγινε το κεντρικό σημείο των διαμαρτυριών εναντίον της σχεδιαζόμενης Διατλαντικής Εταιρικής Σχέσης Εμπορίου και Επενδύσεων (TTIP) ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ και της CETA όταν οι χώρες της ΕΕ αποφάσιζαν αν θα υποστηρίξουν την τελευταία το 2016.

Η βελγική περιοχή της Βαλονίας, υπό την ηγεσία τότε των Σοσιαλιστών, απείλησε να μπλοκάρει τη συμφωνία, όμως η ομοσπονδιακή κυβέρνηση την έπεισε να μην το κάνει με αντάλλαγμα ορισμένες παραχωρήσεις — περιλαμβανομένου και του αιτήματος να ζητηθεί η γνώμη του Δικαστηρίου.

Ο Βέλγος υπουργός Εξωτερικών Ντιντιέ Ρέιντερς, το φιλελεύθερο κόμμα MR του οποίου θα δώσει μάχη για να παραμείνει στην εξουσία στις βουλευτικές εκλογές του Μαΐου, εξέφρασε την ικανοποίησή του για την απόφαση και πρόσθεσε, σε ανακοίνωση που εξέδωσε, πως οι βελγικές επιχειρήσεις είχαν καλές επιδόσεις στον πρώτο χρόνο εφαρμογής της CETA.

Η συμφωνία τέθηκε σε ισχύ σε προσωρινή βάση τον Σεπτέμβριο του 2017. Η πλήρης εφαρμογή της CETA, περιλαμβανομένων και των τμημάτων που αφορούν την προστασία των επενδυτών, απαιτεί έγκριση και από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ, και, για το Βέλγιο, και των περιφερειακών κοινοβουλίων του.