Πλειστηριασµοί – σωσίβια για τις τράπεζες

Τα «κόκκινα» δάνεια, τα επερχόµενα stress tests, η αξιολόγηση από τους θεσµούς και ένα θέµα-ταµπού.

Από τον Γιάννη Παπαδογιάννη

«Κόκκινα» δάνεια και ηλεκτρονικοί πλειστηριασµοί είναι τα θέµατα που µονοπωλούν τις συζητήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) και των διοικήσεων των ελληνικών τραπεζών. Και τα δύο έχουν συνδεθεί ευθέως µε το επερχόµενο stress test στα εγχώρια χρηµατοπιστωτικά ιδρύµατα. Τα µη εξυπηρετούµενα δάνεια αποτελούν το υπ’ αριθµόν ένα πρόβληµα και, ως εκ τούτου, η αποτελεσµατική διευθέτηση του εν λόγω ζητήµατος αποτελεί εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση όχι µόνο για την επιτυχή ολοκλήρωση του stress test, αλλά και για την επιστροφή στην κανονικότητα.

Φάρµακο για την οριστική θεραπεία της σοβαρής ασθένειας των «κόκκινων» δανείων θεωρείται η πραγµατοποίηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασµών.

Και φαίνεται ότι, έπειτα από αρκετούς µήνες αναβολών και καθυστερήσεων, το πλήρωµα του χρόνου πλέον έχει φτάσει. Σύµφωνα µε υψηλόβαθµα στελέχη της τραπεζικής αγοράς, τον Φεβρουάριο ολοκληρώθηκε η προπαρασκευαστική περίοδος µε την ενηµέρωση του νέου συστήµατος και ήδη τον Μάρτιο σηµειώθηκε µεγάλη αύξηση στον αριθµό των πλειστηριασµών.

Χαρακτηριστικό της βαρύτητας που δίνουν στο επίµαχο ζήτηµα οι θεσµοί είναι ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ Mario Draghi έχει παρέµβει δηµόσια πολλές φορές, επισηµαίνοντας ότι «ένα αποτελεσµατικό σύστηµα πλειστηριασµών είναι σηµαντικό κοµµάτι των εργασιών για τη µείωση των µη εξυπηρετούµενων ανοιγµάτων. Η διενέργεια πλειστηριασµών αναµένεται να εξασφαλίσει τα κατάλληλα κίνητρα για τους δανειολήπτες και τους δανειστές προκειµένου να επιταχυνθεί η διαδικασία αναδιάρθρωσης δανείων». Μάλιστα ο επικεφαλής της ΕΚΤ υπογράµµισε την ανάγκη επέκτασης του µηχανισµού, ώστε να καλύπτεται µε το νέο σύστηµα όλη η επικράτεια της χώρας.

Πολύ πιο πιεστική στις συναντήσεις µε τους επιτελείς των εγχώριων τραπεζών είναι η επικεφαλής του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισµού Danièle Nouy απαιτώντας άµεση δράση και γρήγορα αποτελέσµατα, προειδοποιώντας ότι διαφορετικά θα υπάρξουν σοβαρές επιπτώσεις. Για τους επόπτες είναι ακατανόητη η συζήτηση που γίνεται στην Ελλάδα, δεδοµένου ότι οι πλειστηριασµοί όχι µόνο δεν έχουν αυξηθεί –όπως απαιτείται για να αντιµετωπιστεί το µεγάλο πρόβληµα των «κόκκινων» δανείων–, αλλά πρακτικά έχουν σταµατήσει. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2016 πραγµατοποιήθηκαν πλειστηριασµοί σε 5.641 ακίνητα, έναντι 52.027 ακινήτων το 2009. Την εικόνα αυτή ΕΚΤ και θεσµοί τη θεωρούν απαράδεκτη, καθώς µεγάλο µέρος των προς πλειστηρίαση ακινήτων αφορά στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Οι τράπεζες περιµένουν εδώ και πολύ καιρό την υιοθέτηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασµών και θεωρούν ότι το «πάγωµα» των φυσικών πλειστηριασµών αποτέλεσε ένα από τα βασικά αίτια για τη συσσώρευση των «κόκκινων» δανείων. Οι διοικήσεις τους δεν προσβλέπουν τόσο στα οφέλη από τις ρευστοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων όσο στο ότι η απειλή των πλειστηριασµών θα κάνει πολλούς οι οποίοι µέχρι τώρα δεν εξυπηρετούσαν τις υποχρεώσεις τους να το ξανασκεφτούν. Όπως σηµείωσε ο πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών Νικόλαος Καραµούζης έπειτα από συνάντηση που είχε η ΕΕΤ µε τον Πρόεδρο της Δηµοκρατίας, οι πλειστηριασµοί αποτελούν έσχατο µέσο και οι τράπεζες προσπαθούν µε τους συνεργαζόµενους πελάτες να εξαντλήσουν όλες τις άλλες δυνατότητες.

«Δεν είναι ευχάριστο για εµάς, ωστόσο οι πλειστηριασµοί είναι ένα µέσο προκειµένου να σταλεί µήνυµα στους στρατηγικούς κακοπληρωτές, αυτούς που έχουν να πληρώσουν αλλά αρνούνται να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, ότι δεν πρέπει να επιρρίπτουν το βάρος των δικών τους δανείων στους φορολογούµενους, τους συνεπείς δανειζόµενους, τους καταθέτες και τους λοιπούς πολίτες».

«Καυτη πατατα» για τα κόµµατα

Η επανενεργοποίηση των πλειστηριασµών αποτελεί ζητούµενο εδώ και πολύ µεγάλη χρονική περίοδο, ωστόσο τα τελευταία χρόνια εύλογα αποτελεί θέµα-ταµπού, καθώς τα κόµµατα το χρησιµοποίησαν προκειµένου να καταφέρουν να αντλήσουν µικροπολιτικά οφέλη. Από το οριζόντιο πάγωµα, για διάστηµα έξι µηνών, του πρώην υπουργού Οικονοµικών Γιάννη Παπαθανασιού το 2009 –περίοδος χάριτος που διαρκώς ανανεωνόταν– µέχρι τον νόµο Κατσέλη και τις υποσχέσεις περί σεισάχθειας, το εγχώριο πολιτικό σύστηµα ενθάρρυνε συµπεριφορές τύπου «δεν πληρώνω». Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι οι µεγαλύτερες οφειλές εντοπίζονται στις τράπεζες και τη Δηµόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισµού (ΔΕΗ), και όχι, για παράδειγµα, στην κινητή τηλεφωνία, ακριβώς γιατί στις τράπεζες και στη ΔΕΗ υπήρχε καθεστώς ανοχής.

Κάπως έτσι οι πλειστηριασµοί περιορίστηκαν δραστικά. Από 52.027 ακίνητα που πλειστηριάστηκαν το 2009, το 2012 πραγµατοποιήθηκαν 25.955 πλειστηριασµοί ακινήτων, το 2015 8.730, ενώ το 2017 δεν ξεπέρασαν τις 7.000. Στο ίδιο διάστηµα τα «κόκκινα» δάνεια απογειώθηκαν. Τα µη εξυπηρετούµενα δάνεια (NPLs), δηλαδή τα δάνεια που εµφανίζουν καθυστέρηση αποπληρωµής άνω των 90 ηµερών, από 5% που ήταν στο τέλος του 2008, αναρριχήθηκαν στο 10% τον Δεκέµβριο του 2010, στο 24,5% τον Δεκέµβριο του 2012 και στο 35,6% τον Δεκέµβριο του 2015.

Από το 2016 τα µη εξυπηρετούµενα δάνεια άρχισαν να µειώνονται, ενώ το 2017 ήταν µια θετική χρονιά για τις τράπεζες, καθώς, παρά τις καθυστερήσεις, καταγράφηκε σηµαντική πρόοδος, ως αποτέλεσµα, σε µεγάλο βαθµό, της βελτίωσης του οικονοµικού περιβάλλοντος.

Το µεγάλο φόβητρο

Οι τράπεζες εκτιµούν ότι περίπου το 25% των δανείων που δεν εξυπηρετούνται αφορά στρατηγικούς κακοπληρωτές. Αυτό σηµαίνει ότι, από τα 77,5 δισ. ευρώ επιχειρηµατικών, στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων που δεν εξυπηρετούνται, τα 20 δισ. ευρώ αφορούν περιπτώσεις που µπορούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.

Η ενεργοποίηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασµών φαίνεται πως ήδη κάνει τη διαφορά. Σύµφωνα µε τραπεζικές πηγές, µετά το κλείσιµο της τρίτης αξιολόγησης, που περιλάµβανε τη θέσπισή τους, δεκάδες δανειολήπτες που µέχρι τώρα αδιαφορούσαν και δεν απαντούσαν στις πιέσεις των χρηµατοπιστωτικών ιδρυµάτων για να ρυθµίσουν τις υποχρεώσεις τους σπεύδουν για µια λύση-ρύθµιση. Μάλιστα, αναφέρονται εκατοντάδες περιπτώσεις «εξαφανισµένων» κακοπληρωτών, οι οποίοι, µε την εκκίνηση των ηλεκτρονικών πλειστηριασµών, «τρέχουν» για να διευθετήσουν τις οφειλές τους.

Το κρίσιµο stress test

Συγκρατηµένη αισιοδοξία επικρατεί στα επιτελεία των τραπεζών για το νέο stress test που πραγµατοποιεί η ΕΚΤ. Όπως τονίζουν, το αποτέλεσµα της άσκησης, αν είναι θετικό, θα σφραγίσει την έξοδο των τραπεζών από την οικονοµική κρίση. Από την άλλη πλευρά, εάν προκύψουν κεφαλαιακές ανάγκες, τότε, µοιραία, ο κλάδος πρόκειται να µπει σε νέες, σοβαρές περιπέτειες. Οι τράπεζες, ωστόσο, είναι αισιόδοξες. Όπως σηµειώνουν στελέχη, οι παραδοχές του stress test ακόµα και στο δυσµενές σενάριο είναι σηµαντικά ηπιότερες σε σχέση µε το αντίστοιχο σενάριο στο stress test του 2015. Συγκεκριµένα, προβλέπεται µείωση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) στην τριετία 2018-2020 κατά 3,2%, ενώ η αντίστοιχη εκτίµηση του 2015 προέβλεπε -6,8%. Ακόµα και στα ακίνητα, για τα οποία οι παραδοχές είναι, σε γενικές γραµµές, αυστηρότερες, στην πραγµατικότητα η εικόνα δεν είναι τόσο αρνητική για την Ελλάδα, σε σύγκριση µε τις παραδοχές για άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Έτσι, η θετική πορεία της οικονοµίας, η βελτίωση της ρευστότητας, η σηµαντική µείωση των µη εξυπηρετούµενων δανείων και η ισχυρή κεφαλαιακή θέση των εγχώριων χρηµατοπιστωτικών ιδρυµάτων αποπνέουν µια ατµόσφαιρα αισιοδοξίας.

Οι τράπεζες έχουν ήδη υποβάλει στην ΕΚΤ τα στοιχεία για το stress test, η οποία, αφού τα εξέτασε επισταµένα, ζήτησε προσαρµογές και διευθετήσεις. Βάσει των απαιτήσεων της ΕΚΤ, οι τράπεζες θα πρέπει να επανυπέβαλαν στοιχεία στις 19 Μαρτίου. Ακολούθησε δεύτερη περίοδος αξιολόγησης και διαβούλευσης, στη διάρκεια της οποίας οι επόπτες αναµένεται να δώσουν τις τελικές κατευθύνσεις. Σύµφωνα µε αυτές, οι τράπεζες καταθέτουν τα οριστικά στοιχεία στις 2 Απριλίου. Από τις παρατηρήσεις των εποπτών θα γίνει αντιληπτό προς τα πού κατευθύνονται τα πράγµατα. Δηλαδή, εάν θα προκύψουν ή όχι κεφαλαιακές ανάγκες.

Την Παρασκευή 4 Μαΐου θα συνεδριάσει το Supervisory Board του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισµού, το οποίο, πιθανότατα, θα εξετάσει τα αποτελέσµατα του stress test και εκτιµάται ότι ίσως και την επόµενη ηµέρα θα ανακοινωθούν τα τελικά αποτελέσµατα.

* To άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό Fortune που κυκλοφορεί στα περίπτερα

Σχετικά άρθρα