Πού βλέπει η Morgan Stanley τη νέα μάχη στα GLP-1
- 23/07/2026, 11:00
- SHARE
Η αγορά των φαρμάκων GLP-1 περνά από τη φάση της εκρηκτικής ζήτησης στη φάση της μαζικής κλίμακας. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα που δίνουν οι αναλυτές της Morgan Stanley, Terence Flynn και Thibault Boutherin, στο podcast Thoughts on the Market, όπου εξετάζουν πώς τα φθηνότερα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας μπορούν να αλλάξουν την πρόσβαση, την τιμολόγηση και τις αλυσίδες εφοδιασμού.
«Περίπου 1 δισ. άνθρωποι είναι παχύσαρκοι παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένων πάνω από 100 εκατ. στις ΗΠΑ», σημειώνει ο Flynn, αναλυτής φαρμακευτικών και βιοτεχνολογίας για τις ΗΠΑ στη Morgan Stanley. Όμως το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει το καλύτερο φάρμακο. Είναι ποιος μπορεί να το διαθέσει φθηνότερα, σε μεγαλύτερη κλίμακα και με επαρκή παραγωγική δυναμικότητα.
Τα πρώτα στοιχεία έρχονται από τις αγορές όπου εμφανίζονται γενόσημα της σεμαγλουτίδης. Ο Boutherin, αναλυτής ευρωπαϊκών φαρμακευτικών εταιρειών στη Morgan Stanley, αναφέρει ότι φέτος εισάγονται γενόσημα σε Ινδία, Καναδά και Βραζιλία. Η Ινδία είναι το πιο καθαρό πρώτο τεστ. Μετά τη λήξη της πατέντας της σεμαγλουτίδης τον Μάρτιο του 2026, «13 εταιρείες λάνσαραν 26 γενόσημα» σε διαφορετικές μορφές, από αυτόματους ενέσιμους μηχανισμούς και φιαλίδια έως χάπια.
«Στην Ινδία είδαμε εκτίναξη του όγκου όταν λανσαρίστηκαν τα γενόσημα», λέει ο Boutherin. Οι όγκοι τον Απρίλιο του 2026 ήταν ήδη έξι φορές υψηλότεροι από τον Φεβρουάριο, ενώ τα γενόσημα κατέλαβαν το 80% του όγκου της σεμαγλουτίδης.
Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο επενδυτικό μάθημα. Οι χαμηλότερες τιμές δεν σημαίνουν απαραίτητα μικρότερη αγορά. Σε αγορές με χαμηλή διείσδυση, μπορούν να ξεκλειδώσουν νέα ζήτηση. Η ομάδα της Morgan Stanley στην Ινδία εκτιμά ότι η αγορά GLP-1 στη χώρα μπορεί να αυξηθεί από 125 εκατ. δολάρια το 2025 σε πάνω από 1 δισ. δολάρια έως το 2030, παρά τη μείωση των τιμών.
Για τις ΗΠΑ και την Ευρώπη, το χρονοδιάγραμμα είναι πιο μακρινό, αλλά οι πρώτες αγορές λειτουργούν ως πρόδρομοι δείκτες. Ο Boutherin σημειώνει ότι η πατέντα της σεμαγλουτίδης λήγει στην Ευρώπη το 2031 και στις ΗΠΑ από το 2032. Ο Καναδάς έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή μοιράζεται χαρακτηριστικά με τις ανεπτυγμένες αγορές και μπορεί να προσφέρει ένα υπόδειγμα για το τι θα ακολουθήσει.
Το δεύτερο μεγάλο ζήτημα είναι η παραγωγή. Ο Boutherin ξεχωρίζει τρία σημεία στην αλυσίδα εφοδιασμού. Τη δραστική φαρμακευτική ουσία, δηλαδή το μόριο της σεμαγλουτίδης, τη συσκευή χορήγησης και την τελική πλήρωση και συσκευασία. Στη δραστική ουσία, η Morgan Stanley δεν βλέπει σοβαρό σημείο συμφόρησης, καθώς μεγάλες κινεζικές εταιρείες χτίζουν παραγωγική δυναμικότητα πολλών τόνων. Ούτε οι συσκευές φαίνεται να αποτελούν το βασικό πρόβλημα.
Το ευαίσθητο σημείο είναι η παραγωγή. «Εκεί που θα μπορούσε να εμφανιστεί σημείο συμφόρησης είναι στην τελική πλήρωση και συσκευασία», λέει ο Boutherin. Η διαδικασία απαιτεί αποστειρωμένους χώρους παραγωγής, ρυθμιστικές εγκρίσεις και έως τρία χρόνια για να δημιουργηθεί νέα δυναμικότητα. Αν η ζήτηση επιταχυνθεί πιο γρήγορα από τις επενδύσεις, η αγορά μπορεί να βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με περιορισμούς προσφοράς.
Η είσοδος φθηνότερων γενόσημων της σεμαγλουτίδης δεν σημαίνει ότι τα προϊόντα υψηλότερης τιμής χάνουν την αξία τους. Ο Flynn επισημαίνει ότι η τιρζεπατίδη διαφοροποιείται επειδή στοχεύει δύο μονοπάτια, το GLP-1 και το GIP. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν «όχι μόνο καλύτερη αποτελεσματικότητα αλλά και βελτιωμένη ανεκτικότητα».
Αυτό οδηγεί σε κατάτμηση της αγοράς. «Παρά την είσοδο χαμηλότερου κόστους γενόσημων εκδοχών, πιστεύουμε ότι θα συνεχίσετε να βλέπετε κατάτμηση ανάμεσα σε διαφοροποιημένα επώνυμα φάρμακα και χαμηλότερου κόστους γενόσημα», λέει ο Flynn. Στις ΗΠΑ, η τιρζεπατίδη έχει περίπου 60% μερίδιο αγοράς, στοιχείο που δείχνει ότι η διαφοροποίηση μπορεί να στηρίξει θέση υψηλότερης τιμής.
Τα από του στόματος GLP-1 ανοίγουν ακόμη ένα μέτωπο. Ο Flynn σημειώνει ότι η εισαγωγή τους στις ΗΠΑ «επεκτείνει την αγορά», καθώς η πλειονότητα όσων παίρνουν από του στόματος εκδοχές είναι νέοι χρήστες στην κατηγορία. Τα χάπια δεν αλλάζουν μόνο τον τρόπο λήψης. Μειώνουν το εμπόδιο εισόδου για ασθενείς που διστάζουν μπροστά στις ενέσεις.
Η παραγωγή όμως παραμένει κρίσιμη και εδώ. Ο Flynn διακρίνει τα από του στόματος πεπτιδικά φάρμακα από τα μη πεπτιδικά, επισημαίνοντας ότι τα δεύτερα είναι ευκολότερα στην κλιμάκωση «για μια μεγαλύτερη παγκόσμια αγορά». Για τους επενδυτές, η χημική μορφή δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Μπορεί να καθορίσει ποιος θα καλύψει τη ζήτηση και με τι περιθώρια.