S&P: Η Βρετανία είναι κατά 66 δισ. λίρες πιο «φτωχή» λόγω Brexit

S&P: Η Βρετανία είναι κατά 66 δισ. λίρες πιο «φτωχή» λόγω Brexit
Η χώρα χάνει 6,6 δισ. λίρες κάθε τρίμηνο από το δημοψήφισμα του 2016.

Το Brexit έχει στοιχίσει στη βρετανική οικονομία 550 εκατ. λίρες εβδομαδιαίως από τον περασμένο Ιούνιο, όταν και έλαβε χώρα το δημοψήφισμα. Αυτό προκύπτει από μελέτη του Standard & Poor’s, η οποία υπολογίζει ότι η απόφαση εκείνου του καλοκαιριού και η έντονη αβεβαιότητα, που ακολούθησε, αφαίρεσαν 3% από το ΑΕΠ της Βρετανίας.

Όπως αναφέρεται στην έκθεση του αμερικανικού οίκου, η χαμένη οικονομική δραστηριότητα ήταν 6,6 δισ. λίρες ανά τρίμηνο κατά τα 10 τρίμηνα, που έχουν περάσει από το δημοψήφισμα, με το συνολικό κόστος να φτάνει έτσι στα 66 δισ. λίρες.

«Η πλέον ορατή επίπτωση ήταν η υποτίμηση της βρετανικής λίρας, η οποία πυροδότησε αύξηση του πληθωρισμού. Το αποτέλεσμα ήταν να διαβρωθεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών» αναφέρει χαρακτηριστικά η έκθεση και προσθέτει: «Οι καταναλωτικές δαπάνες θα ήταν πολύ πιο ισχυρές εάν δεν είχε συμβεί το δημοψήφισμα για το Brexit».

Σύμφωνα με τον οίκο, το εξωτερικό εμπόριο της χώρας δεν έλαβε καμία ιδιαίτερη ώθηση από την ραγδαία υποτίμηση του νομίσματος, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζονταν οι υπέρμαχοι του Brexit. Έτσι, δεν αντισταθμίστηκαν οι αρνητικές συνέπειες. Δεν ήταν όμως η υποτίμηση το μόνο πρόβλημα.

«Η αβεβαιότητα για τη μορφή που θα λάβει το Brexit παρέλυσε τις οικονομικές αποφάσεις για το μέλλον» τονίζει ο οικονομολόγος του S&P,  Μπόρις Γκλας, κάτι που όπως λέει αντανακλάται στη συρρίκνωση των επιχειρηματικών επενδύσεων το 2018.

Η ανάλυση, που βασίζεται στο μοντέλο Doppelganger, αποκαλύπτει επίσης ότι αρκετές βρετανικές επιχειρήσεις έχουν φτάσει σε σημείο «που δεν έχει επιστροφή», κάτι που σημαίνει ότι το πλήγμα στην οικονομία θα έχει συνέχεια.

Υπενθυμίζεται ότι σε έκθεση που έδωσε προ ημερών στη δημοσιότητα η Goldman Sachs υπολόγιζε το κόστος σε 600 εκατ. λίρες εβδομαδιαίως από την ημέρα του δημοψηφίσματος. Οι υπολογισμοί της Τράπεζα της Αγγλίας το ανεβάζουν ακόμη υψηλότερα στα 800 εκατ. λίρες εβδομαδιαίως ή περίπου 40 δισ. ετησίως.