Το Ταμείο Ανάκαμψης, οι 40 «Σαμουράι» και η Γιάννα Αγγελοπούλου

Πώς το μοντέλο διοργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 δείχνει τον δρόμο για την αξιοποίηση πόρων, ύψους 57 δισ. ευρώ, του Ταμείου Ανάκαμψης, που αποτελούν την τελευταία ευκαιρία για την αποφυγή μιας νέας οπισθοδρόμησης σε νέου τύπου μνημονιακούς καταναγκασμούς.

Άρθρο του Πέτρου Ευθυμίου.

Σφοδρή κριτική δέχτηκε πρόσφατα ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης για την αναφορά του στην «ευτυχία» ως το διακύβευμα των επόμενων εκατό χρόνων και την έκφραση της πεποίθησής του ότι η Ελλάδα μπορεί να διεκδικήσει την «ευτυχία» του μέλλοντος. Η αρνητική διέγερση για την «ελαφρότητα» του πρωθυπουργού να αναφέρεται στην ευτυχία την ώρα μιας τόσο μεγάλης δυστυχίας έδωσε άφθονη τοξική ύλη σε μια ορισμένη αντιπολίτευση και προκάλεσε κύματα οργής κατά των «ελίτ» στις τελματώδεις περιοχές του διαδικτύου.

Η κριτική αυτή είναι θλιβερά µίζερη και είναι λανθασµένη. Το αίτηµα της ευτυχίας δεν διατυπώθηκε προς όφελος κάποιων «ελίτ», αλλά είναι συστατικό στοιχείο της εισόδου των λαών και της κοινωνίας των ελεύθερων πολιτών στην ιστορική σκηνή. Είναι το πιο βαθύ και ευγενές λαϊκό αίτηµα που εκφράστηκε ποτέ, και είναι πηγή έµπνευσης για πληρέστερες και πιο ολοκληρωµένες κοινωνίες των ανθρώπων. Θα µπορούσαν να το αναγνωρίσουν και να το ενστερνιστούν ο Κλεισθένης και ο Περικλής, ο Σπάρτακος και ο Ρήγας Φεραίος, και οι διαδηλωτές σήµερα κατά της χούντας στη Μιανµάρ.

Λίγα κείµενα σφράγισαν τόσο την πορεία της χειραφέτησης των ανθρώπινων κοινωνιών όσο η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στην Αµερικανική Επανάσταση (1776) και η Διακήρυξη των Δικαιωµάτων της Γαλλικής Επανάστασης (1789).

Εκεί λοιπόν, στη Διακήρυξη της Αµερικανικής Επανάστασης, µε τη δύναµη της γραφής του πιο ριζοσπάστη από τους επαναστάτες, του Τόµας Τζέφερσον, είναι που για πρώτη φορά εξαγγέλλεται, ως καταστατική ιδρυτική αρχή, ότι µια Πολιτεία συγκροτείται στη βάση του σεβασµού σε «ορισµένα αναπαλλοτρίωτα δικαιώµατα, όπως το δικαίωµα στη Ζωή, την Ελευθερία και την επιδίωξη της Ευτυχίας». Και αν κάποιοι θεωρούν ότι αυτά είναι µακρινά και ξένα, στην πρόσφατη έκδοση (διανεµήθηκε από τα ΝΕΑ) των Συνταγµάτων της Ελληνικής Επανάστασης, ο καθηγητής Αριστείδης Χατζής δείχνει πόσο υπόψη τους είχαν οι επαναστατηµένοι Έλληνες τη γαλλική και την αµερικανική επανάσταση στις φιλελεύθερες κατακτήσεις τους και στις τρεις Εθνοσυνελεύσεις του Αγώνα.

Ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει αναφερθεί επανειλημμένα στην ιστορική ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης.

Έχουµε, λοιπόν, το δικαίωµα στην επιδίωξη της Ευτυχίας. Αλλά προϋπόθεση για την Ευτυχία, τουλάχιστον στην πολιτική, είναι η Επιτυχία. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.

Η πολιτική −και οι πολιτικοί− δυσκολεύονται να ορίσουν τη φύση των προκλήσεων, το µέγεθος των προβληµάτων της χώρας, και να ονοµατίσουν την τιτάνια προσπάθεια που απαιτείται όχι σε ορίζοντα τετραετίας µιας κυβέρνησης, αλλά σε πολύ µακρότερο βάθος χρόνου, ώστε να υπάρξει επιτυχής υπέρβαση. Υπάρχει ένας φόβος προς την αλήθεια, που, στ’ αλήθεια, είναι φόβος προς τον λαό. Οι πολιτικοί φοβούνται ότι θα δυσαρεστήσουν τον λαό αν του πουν την αλήθεια και ο λαός φοβάται να ακούσει την αλήθεια από τέτοιους πολιτικούς. Σε αυτό το έδαφος, η Ελλάδα αδρανεί και υπνοβατεί.

Αν ένας τρίτος παρατηρητής παρακολουθούσε, για παράδειγµα, τις συζητήσεις στο Ελληνικό Κοινοβούλιο, δεν θα µπορούσε ποτέ να υποψιαστεί ότι οι οµιλούντες και διαφωνούντες για το πόσα θα µοιραστούν και σε ποιους, εκπροσωπούν µια χώρα που ζει µε δανεικά, µε το υψηλότερο δηµόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ στην Ευρωζώνη. Ότι τα δοµικά προβλήµατα της οικονοµίας και του θεσµικού πλαισίου που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία δεν έχουν θεραπευθεί, αλλά έχουν συγκαλυφθεί κάτω από την οµπρέλα ασφαλείας που παρέχει η ευρωπαϊκή στήριξη, στήριξη όµως που επιβαρύνει εξακολουθητικά τον δανεισµό.

Κανονικά, αυτή η υπερχρεωµένη και µη ανταγωνιστική παραγωγικά χώρα θα έπρεπε να έχει επεξεργαστεί ένα µακρό σχέδιο Εθνικής Ανασύνταξης, που θα το υπηρετούσαν µε συνέπεια όλες οι πολιτικές δυνάµεις, όπως έγινε για πάνω από τριάντα χρόνια, ώσπου να εγκαθιδρυθεί το αναπτυξιακό θαύµα του κράτους του Ισραήλ.

Ωστόσο, αυτή η οδός δεν συζητήθηκε, ούτε αναζητήθηκε. Αντιθέτως, αντί ενός Εθνικού Σχεδίου Οικονοµικής και Κοινωνικής Αναγέννησης της χώρας, όλες οι ελπίδες στηρίζονται πλέον στο «Εθνικό Σχέδιο Ανάκαµψης και Ανθεκτικότητας» που είναι η ελληνική µετάφραση (µε κάποιους βαθµούς ελευθερίας του µεταφραστή) της σωτήριας ευρωπαϊκής απόφασης για τη στήριξη της ευρωπαϊκής οικονοµίας από την καθίζηση της πανδηµίας. Και, ευτυχώς, σε χρόνους άλλους, πολιτικοί όπως ο Κωνσταντίνος Καραµανλής και ο Κώστας Σηµίτης είχαν επιτύχει, ώστε η χώρα να είναι µέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωζώνης, αντίστοιχα.

Στην επόµενη εξαετία, συνολικοί πόροι 57 δισ. ευρώ (µε τη µόχλευση και ιδιωτικών κεφαλαίων) αποτελούν την τελευταία ευκαιρία όχι προς την ευτυχία, αλλά για την έξοδο από την επικρεµάµενη απειλή µιας νέας υποστροφής της οικονοµίας και την οπισθοδρόµηση σε νέου τύπου µνηµονιακούς καταναγκασµούς. Επιτυχία του Σχεδίου Ανάκαµψης θα είναι, στο τέλος της εξαετίας, να έχει δηµιουργηθεί µια ισχυρή, παραγωγική, ανταγωνιστική βάση της ελληνικής οικονοµίας, έτσι ώστε όχι απλώς να αδρανοποιήσει τη δαµόκλειο σπάθη του χρέους, αλλά και να αυξήσει διεθνώς την επενδυσιµότητά της, αξιοποιώντας όλα τα συγκριτικά της πλεονεκτήµατα.

Πρόκειται, προφανώς, για µια ιστορική πρόκληση, τόσο για τον δηµόσιο όσο και για τον ιδιωτικό τοµέα της Οικονοµίας. Η προπαρασκευή, η µετάφραση στα ελληνικά δηλαδή, των αυστηρών και συγκεκριµένων ευρωπαϊκών guidelines, έγινε µε επάρκεια. Όπως εξίσου προσεκτική δείχνει να είναι η συγκέντρωση του επιτελικού ανθρώπινου δυναµικού, αν κρίνει κανείς από τον κοµβικό ρόλο του αθόρυβου, αλλά ιδιαίτερα αποτελεσµατικού, Νίκου Μαντζούφα.

Ωστόσο, από την περιγραφή των τοµεακών παρεµβάσεων ως την υλοποίηση τους, µεσολαβεί το περίφηµο «φιδάκι» του Ελληνικού Δηµοσίου. Ρίχνεις τα ζάρια στη σύγχυση µεταξύ του κεντρικού κράτους και των αποκεντρωµένων, εξαµβλωµατικά και αντιφατικά, περιφερειών και δήµων. Ρίχνεις τα ζάρια στην πολυνοµία, στις δικαστικές περιπλοκές, στο Συµβούλιο Επικρατείας, στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Ρίχνεις τα ζάρια στις συναρµοδιότητες φορέων και υπουργείων, µε τις οποίες µπορεί να διαπλακούν µεγάλα ή µικρά συµφέροντα και να ακυρώσουν την πιο διαυγή πρόθεση και την πιο υγιή επιχειρηµατική πρόταση. Όλοι µας οφείλουµε να αντλούµε παραδείγµατα από πρόσφατες αντίστοιχες προκλήσεις της χώρας µας και το πώς ανταποκριθήκαµε σε αυτές. Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ανάλογης κλίµακας εγχείρηµα µε το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαµψης υπήρξαν µόνον οι Ολυµπιακοί Αγώνες. Οι οποίοι οδηγούν σε δύο συµπεράσµατα:

Πρώτον, αντίθετα από ό,τι διακήρυξε ο πρωθυπουργικός σύµβουλος Αλέξης Πατέλης, στην Ελλάδα −εφόσον, δυστυχώς, δεν την αλλάξαµε έκτοτε− δεν είναι ο ιδιωτικός τοµέας που θα «τρέξει» το σχέδιο επειδή «ξέρει τι κάνει». Με τα παρόντα δεδοµένα, µόνον η κυβέρνηση και το κράτος είναι σε θέση να διεκπεραιώσουν από την αρχή ως το τέλος τόσο σύνθετα εγχειρήµατα.

Δεύτερον, οργανώσαµε, πράγµατι, τους καλύτερους Ολυµπιακούς Αγώνες. Και η χώρα βγήκε από κάθε άποψη κερδισµένη από την πραγµατοποίησή τους. Ας θυµηθούµε, όµως, τι επιπτώσεις είχε τότε το «φιδάκι». Κερδίσαµε την ανάληψη των Αγώνων το 1997. Ως οφείλαµε, από τις συµβατικές µας υποχρεώσεις έναντι της Διεθνούς Ολυµπιακής Επιτροπής, σχηµατίσαµε την Επιτροπή Διοργάνωσης, η οποία είχε σαφή οδηγό δράσης, πολύ πιο σαφή και συγκεκριµένο, από ό,τι σήµερα έχει η task force του αναπληρωτή υπουργού Οικονοµικών Θεόδωρου Σκυλακάκη. Παρόλο που την ηγεσία της Επιτροπής ανέλαβαν διαδοχικά αξιόλογοι άνθρωποι, επί τρία χρόνια, από το 1997 ως το 2000, σχεδιάζονταν µεν τα έργα, αλλά διαρκώς όλα έµεναν στα χαρτιά. Όλοι διερωτώντο το κλασικό: «Με τον ήλιο τα βγάζω, µε τον ήλιο τα βάζω, τι έχουν τα έρµα και ψοφάνε». Και όσο για τη βεβαιότητα του Αλέξη Πατέλη για τον ιδιωτικό τοµέα, τα έργα είτε των κατασκευαστικών υποδοµών, είτε άλλων µορφών, όπως δίκτυα κ.λπ. αναλογούσαν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, στον ιδιωτικό τοµέα, ο οποίος, τελικά, και τα πραγµατοποίησε. Τα «έρµα ψοφάγανε» επειδή ο ιδιωτικός τοµέας δεν είχε επί τρία χρόνια χώρο δράσης από την αδράνεια και τα εµπόδια του δηµόσιου τοµέα.

Για να φτάσουµε, τότε, από τον σχεδιασµό «επί χάρτου» στην υλοποίηση των έργων χρειάστηκε µια πλήρης ανατροπή. Μετά την καρκινοβασία και το «σύρσιµο» τριών ετών, ο Κώστας Σηµίτης, µόλις κέρδισε τις εκλογές του 2000, ανέθεσε την Προεδρία της Οργανωτικής Επιτροπής, στην ικανότατη γι’ αυτόν τον ρόλο Γιάννα Αγγελοπούλου και τη συνολική ευθύνη εκτέλεσης του έργου στην Διυπουργική Επιτροπή για τους Ολυµπιακούς Αγώνες, που συνεδρίαζε τακτικά στο Μαξίµου υπό την Προεδρία του.

Αµέσως µετά «πήρε µπρος» όλη η ιστορία ανάπτυξης ενός ιδιαίτερα σύνθετου εγχειρήµατος στον Λαβύρινθο του πολυδαίδαλου ελληνικού κράτους, µε µικρούς και µεγάλους Μινώταυρους να πρέπει να εξουδετερώνονται κάθε τόσο για φαινοµενικά πολύ απλά πράγµατα, που για το καθένα, όµως, ξεπηδούσε µια «ελληνική ιδιαιτερότητα». Έτσι χρειάστηκε η δηµιουργία ειδικού νοµοθετικού πλαισίου και η εξαναγκαστική όσο και αποτελεσµατική −χάρη στην παρουσία και ισχύ του πρωθυπουργού− συνέργεια αντιτιθέµενων φορέων και συγκρουόµενων υπηρεσιών υπουργείων, αλλά και υπουργών, καθώς και εµπλοκές τρίτων ενδιαφεροµένων, ων ουκ έστιν αριθµός.

Δεν επιτρέπεται τώρα η ίδια λανθασµένη προσέγγιση, όπως η αρχική µε τους Ολυµπιακούς. Η καθυστέρηση εδώ θα είναι θανάσιµη, γιατί οι ευρωπαϊκοί πόροι δεν διατίθενται γενικώς και «τζάµπα», αλλά έχουν σαφές όριο χρονικής χρήσης και λήξης. Πολύ απλά, αν δεν αξιοποιηθούν, θα χαθούν. Όµως σήµερα η κυβέρνηση επέλεξε το µοντέλο του 1997, σε ακόµα χειρότερη εκδοχή. Η task force µε τον Θεόδωρο Σκυλακάκη, τον Νίκο Μαντζούφα και τους «40 Σαµουράι» της Ειδικής Υπηρεσίας που συγκροτείται συνιστά ένα by pass όχι µόνον του συνόλου της Δηµόσιας Διοίκησης, αλλά και της ίδιας της κυβέρνησης.

Η κυβερνητική προσέγγιση του θέµατος αποτελεί τυπική περίπτωση «επιθυµητικής σκέψης», µε µια (εκτός εποχής) νοσταλγία, για έναν «απελευθερωτικό από τα κρατικά δεσµά», οικονοµικό φιλελευθερισµό. Ότι οι τεχνοκράτες, υπό τον αναπληρωτή υπουργό οικονοµικών, απαλλαγµένοι από γραφειοκρατικούς περιορισµούς, κρατάνε τη δάδα, δείχνουν τον δρόµο και δηµόσιος και ιδιωτικός τοµέας, ενεργοποιούνται, συνεργάζονται, ακολουθούν την πορεία και µια πνοή δηµιουργίας, ιδίως από τον απελευθερωµένο από τα κρατικά δεσµά ιδιωτικό τοµέα, φέρει εις ευτυχές πέρας το έργο.

Ας µην εµπλακούµε αυτήν τη στιγµή στη συζήτηση για τον εθισµό του ιδιωτικού τοµέα στην κατάλληλη χρήση του δηµοσίου τοµέα, σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση.

Ας µείνουµε στο γεγονός ότι, ως οργανωτική σύλληψη, βρισκόµαστε µπροστά σε µια βέβαιη επανάληψη του 1997-2000, ως προς τους Ολυµπιακούς Αγώνες του 2004. Η Διεθνής Ολυµπιακή Επιτροπή κρατούσε και τότε τη δάδα, έδινε πολύ ακριβείς και συγκεκριµένες οδηγίες για τις προϋποθέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν, αλλά ακολουθούσε πρακτικά το χάος. Ας µη χαθεί, λοιπόν, τώρα, πολύτιµος χρόνος σε αντίστοιχες δοκιµές και άγονες και ατελέσφορες διαδικασίες, που θα οδηγήσουν και τους «40 Σαµουράι» σε τελετουργικό χαρακίρι στην είσοδο του Μεγάρου Μαξίµου.

Ο αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης, με την πρόεδρο της Επιτροπής «Ελλάδα 2021», Γιάννα Αγγελοπούλου-Δασκαλάκη, κατά την ανακοίνωση του νομισματικού προγράμματος της Επιτροπής.

Προϋπόθεση της επιτυχίας του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαµψης είναι η εφαρµογή του προτύπου της Διοργάνωσης των Ολυµπιακών Αγώνων, όπως διαµορφώθηκε (και πέτυχε) στη δεύτερη φάση, από το 2000 και µετά. Αντί της task force, να συγκροτηθεί άµεσα Διυπουργική Επιτροπή υπό τον Πρωθυπουργό, που θα κατευθύνει το Σχέδιο και θα επιλύει τα θέµατα. Ο Θεόδωρος Σκυλακάκης, ο Νίκος Μαντζούφας και η οµάδα τους θα έχουν τον αντίστοιχο ρόλο της οργανωτικής επιτροπής των Ολυµπιακών Aγώνων και θα παρουσιάζουν στους υπουργούς και στον πρωθυπουργό το σχέδιο, τις εκκρεµότητες και τα προβλήµατα που πρέπει να επιλυθούν.

Θα διαδραµατίζουν τον καθοδηγητικό και συνεκτικό ρόλο στην σταθερή εκδίπλωση του Σχεδίου, µέσα από την αναµενόµενη πανσπερµία ενστάσεων, εντάσεων, διαφορετικών προσεγγίσεων φορέων, δηµόσιων και ιδιωτικών, συγκρούσεις υπηρεσιών διαφορετικών υπουργείων για το ίδιο θέµα, αλλά και διαφωνίες υπουργών, µαζί µε συγκρούσεις συµφερόντων «πάνω» και «κάτω» από το τραπέζι. Και σε αυτόν τον κυκεώνα, τη σφραγίδα των τελικών κατευθύνσεων, επιλογών και αποφάσεων µπορεί να επικυρώσει µόνον ο πρωθυπουργός. Είναι η λειτουργική και αποτελεσµατική επιλογή στις δεδοµένες συνθήκες.

Αυτή η προσέγγιση, η top down, θα δώσει, προσθέτως, τη δυνατότητα για µια αποφασιστική παράλληλη µεταρρύθµιση στη Δηµόσια Διοίκηση, αν οι αναγκαίες παρεµβάσεις πάρουν µόνιµη και σταθερή θεσµικά µορφή. Είναι ευκαιρία ώστε µέσα από αυτήν τη διαδικασία να µεταβληθεί ο ίδιος ο χαρακτήρας του Δηµοσίου και να απελευθερωθεί πραγµατικά η δυναµική του ιδιωτικού τοµέα.

Αυτός είναι ο δρόµος για την επιτυχία, ώστε να ανοίξει το µερίδιο της χώρας στο δικαίωµα της στην ευτυχία.

*Το άρθρο δημοσιεύεται στο νέο τεύχος του FortuneGreece που κυκλοφορεί την Τρίτη 20 Απριλίου στα περίπτερα.