Τραπεζίτες αφήνουν τη Wall Street και στρέφονται στο ελληνικό γιαούρτι!

Γιατί τραπεζικά στελέχη εγκαταλείπουν τα χρηματοοικονομικά για να ασχοληθούν με τα τρόφιμα.

Στα 27 της, η Λαβίνια Νταβόλιο ήταν διευθύντρια μιας επενδυτικής τράπεζας στο Λονδίνο. Αγαπούσε τη δουλειά της: το βουητό της αίθουσας συναλλαγών, τη βιασύνη των προσφορών πριν το κλείσιμο και την ομάδα της.

Αλλά όταν ξέσπασε η παγκόσμια οικονομική κρίση, όλα άλλαξαν. Το 2012, λίγο μετά την κατάρρευση των παγκόσμιων αγορών, η Νταβόλιο πήγε ένα πρωί να εργαστεί και δεν μπορούσε να μπει στο γραφείο της. «Φρουροί ασφαλείας με συνόδεψαν από την πίσω πόρτα», θυμήθηκε, «μου δόθηκε ένα κομμάτι χαρτί που έγραφε: ‘Γίνεται αναδιάρθρωση της επιχείρησης, θα σας ενημερώσουμε για το τι θα συμβεί’».

Αντί να πανικοβληθεί, η Νταβόλιο είπε ότι το «εξέλαβε ως σημάδι» – και ως ευκαιρία. Δεν ήταν ακόμη 30, είχε την ευκαιρία να αλλάξει επαγγέλματα και να χτίσει μια καριέρα πάνω σε κάτι που ήταν πραγματικά παθιασμένη: το φαγητό. Σήμερα, διευθύνει την Lavolio, μια εταιρεία ζαχαροπλαστικής με έδρα το Λονδίνο που παράγει γλυκίσματα -χωρίς συντηρητικά- σοκολάτας με ξηρούς καρπούς, φρούτα και άλλες λιχουδιές.

Η Νταβόλιο δεν είναι η μόνη πρώην τραπεζίτης που ξεκινάει μια επιχείρηση τροφίμων μετά την ύφεση. Στην αρχή, πολλοί αναγκάστηκαν να το πράξουν αφού έχασαν τις θέσεις εργασίας τους. Όμως, καθώς η οικονομία συνεχίζει να ανακάμπτει, μια άλλη, πιο θετική αφήγηση αναδύεται: ότι ποτέ δεν έχει υπάρξει ευκολότερο να ξεκινήσει κανείς μια μικρή επιχείρηση τροφίμων.

Μέρος αυτής της ευκολίας οφείλεται στην πρόσβαση – σήμερα, οι επιχειρηματίες μπορούν να πωλούν απευθείας στους καταναλωτές μέσα από μια ποικιλία διαδικτυακών καναλιών – και ένα άλλο μέρος της αφορά τη χρηματοδότηση. «Οι επενδυτές ενδιαφέρονται για τα προϊόντα διατροφής τώρα», λέει ο Χάμιλτον Κόλγουελ, πρώην χρηματιστής της JP Morgan ο οποίος παραιτήθηκε για να ανοίξει μια εταιρεία που παράγει ελληνικό γιαούρτι. «Το φαγητό είναι εξίσου ελκυστικό με την τεχνολογία». Πράγματι, μεγάλα ονόματα επενδυτικών εταιρειών, όπως η Khosla Ventures έχουν αρχίσει να επενδύουν σε νεοσύστατες επιχειρήσεις τροφίμων, ενώ μικρότερες επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των Powerplant Ventures και AccelFoods, χρηματοδοτούν αποκλειστικά εταιρείες τροφίμων σε πρώιμα στάδια.

Οι εξελίξεις αυτές είναι σχετικά νέες. Όταν ο Πωλ Νασράνι εγκατέλειψε την αγχωτική δουλειά του ως οικονομικός διευθυντής μιας μεσαίου μεγέθους εταιρείας στις αρχές της δεκαετίας του 2000 για να επικεντρωθεί στην Adirondack Creamery, την επιχείρησή του παραγωγής παγωτού, η έλλειψη των ενδιαφερόμενων επενδυτών ήταν η μικρότερη από τις ανησυχίες του. «Δεν μπορούσες να αγοράσεις τον εξοπλισμό για να παστεριώνεις το δικό σου παγωτό», είπε. Τότε, είτε αγόραζες μια μηχανή μεγάλου μεγέθους, ή χρεοκοπούσες. Τελικά αγόρασε κάποια μηχανήματα από μια εταιρεία παρασκευής παγωτού που είχε σταματήσει τις δραστηριότητές της.

Σήμερα, καθώς οι μικρές εταιρείες τροφίμων, συμπεριλαμβανομένων των Ample Hills στο Μπρούκλιν και Penny Ice Creamery στη Σάντα Κρουζ, έχουν αυξηθεί σε αριθμό και δημοτικότητα, αυτό έχει αλλάξει. Υπάρχει πλέον μια αγορά για μηχανήματα που προορίζονται για μικρής κλίμακας παραγωγή προϊόντων, ανοίγοντας το δρόμο για την επόμενη γενιά επιχειρηματιών στα τρόφιμα.

Η αλλαγή επαγγέλματος μπορεί να είναι απίστευτα ανταποδοτική. «Το να γνωρίζω ότι μπορώ να έχω αντίκτυπο στο πώς τρώνε οι άνθρωποι και πως αντιμετωπίζουν τα τρόφιμα με βοήθησε να ξεκινήσω την επιχείρησή μου και με ενθαρρύνει κάθε μέρα», λέει ο 34χρονος Κόνορ Χόριγκαν, ο οποίος παράτησε τη δουλειά του ως επενδυτικός τραπεζίτης στην Bear Stearns για να ανοίξει την εταιρεία Spite Light, η οποία φτιάχνει μπύρα.

«Δεν ήθελα να ασχοληθώ με την τραπεζική, επειδή δεν με γέμιζε σαν επάγγελμα», λέει η Νταβόλιο. «Τώρα, νιώθω σαν να έχω φτιάξει μια δουλειά που αντικατοπτρίζει αυτό που είμαι».

Πηγή: fortune.com

Σχετικά άρθρα