Χρονιά – ρεκόρ για τις ελληνικές εξαγωγές το 2016 (πλην πετρελαιοειδών)

Χρονιά – ρεκόρ για τις ελληνικές εξαγωγές το 2016 (πλην πετρελαιοειδών)

Αναλυτικά τα στοιχεία της χρονιάς που πέρασε και οι επί μέρους κλάδοι που ξεχώρισαν.

«Πλήρη επιβεβαίωση των εκτιμήσεων του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων για την κατάρριψη -κατά δεύτερη συνεχή χρονιά – του ρεκόρ αξίας εξαγωγών (πλην πετρελαιοειδών) έφεραν οι ανακοινώσεις προσωρινών στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ για το σύνολο του 2016. Μάλιστα, η διεύρυνση της επίδοσης των 18,36 δισ. του 2015 στα 18,59 δισ. ευρώ πέρυσι, κατέστη εφικτή παρά τις πιέσεις που επανεμφανίστηκαν κατά τον περασμένο Δεκέμβριο, σε ορισμένους κλάδους» σημειώνει σε ανακοίνωσή του ο σύνδεσμος.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με ανάλυση του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων και του Κέντρου Εξαγωγικών Ερευνών και Μελετών (ΚΕΕΜ), τον περασμένο Δεκέμβριο η συνολική αξία των εξαγωγών αυξήθηκε κατά 3% (στα 2,3 δισ. ευρώ, έναντι 2,23 δισ. του Οκτωβρίου του 2015).

Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, προκύπτει ανακοπή του θετικού σερί (επί 5 μήνες) και μείωση της τάξης του 5% (ή κατά 84,2 εκατ. ευρώ). Σε επίπεδο έτους, η συνολική αξία των εξαγωγών το 2016 διαμορφώθηκε στα 25,41 δισ. ευρώ, από 25,87 δισ. το 2015, υποχωρώντας κατά 1,8%, εξαιτίας κυρίως των διακυμάνσεων στις διεθνείς τιμές των πετρελαιοειδών (που αντιστοιχούν περίπου στο 30% των συνολικών εξαγωγών της χώρας).

Να σημειωθεί ότι οι απώλειες του κλάδου των πετρελαιοειδών υπολογίζονται σε 690 εκατ. ευρώ. Χωρίς τα πετρελαιοειδή, προκύπτει αύξηση εξαγωγών κατά 1,2% ή κατά 225,5 εκατ. ευρώ, στα 18,59 δισ. (από 18,36 δισ. το 2015).

Στο 12μηνο του 2016, οι συνολικές εξαγωγές της χώρας αυξήθηκαν κατά 1,8% προς τις χώρες της ΕΕ, ενώ αντίθετα μειώθηκαν κατά 6,1% προς τις τρίτες χώρες, διαμορφώνοντας σύνθεση συμμετοχής σε επίπεδα 56,2% υπέρ των κρατών-μελών (έναντι 43,8% των τρίτων χωρών).

Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, οι ελληνικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 4,4% προς τις χώρες της ΕΕ, ενώ μειώθηκαν κατά 4,8% προς τις τρίτες χώρες, αντανακλώντας σε ένα σημαντικό βαθμό και την πορεία της ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου.

Ως αποτέλεσμα αυτών των κινήσεων, το ποσοστό των ελληνικών προϊόντων που κατευθύνονται στις αγορές των κρατών-μελών ανέρχεται πλέον στο 67,8% (έναντι μόλις 32,2% των τρίτων χωρών).

Σημειώνεται, ότι παρά το γεγονός της φαινομενικής υποαπόδοσης του περασμένου Δεκεμβρίου, μόνο 2 κλάδοι υποχώρησαν (ελαιόλαδο -32,5% και μηχανήματα (-24,8%), ενώ οι υπόλοιποι 8 κινήθηκαν ανοδικά.

Ασφαλώς ξεχωρίζει η άνοδος των πετρελαιοειδών (+29%), ενώ διατηρήθηκε η δυναμική των τροφίμων (+11,3%).

Σε επίπεδο 12μήνου του έτους, επιβεβαιώνονται οι συχνές διακυμάνσεις και αβεβαιότητες που συνδέονται με το διεθνές εμπόριο, με 6 κλάδους να υποχωρούν και 4 να κινούνται ανοδικά.

Ειδικότερα, με θετικό πρόσημο ολοκληρώθηκε η χρονιά για τους κλάδους των τροφίμων (+9,8%), ποτών/καπνού (+10,5%), χημικών (+0,5%) και διάφορων

βιομηχανικών προϊόντων (+6,9%). Αντίθετα, πτωτικά κινήθηκαν οι εξαγωγές των πρώτων υλών (-1%), πετρελαιοειδών (-9,1%), βιομηχανικών προϊόντων (-3,9%), μηχανημάτων (-0,8%) και εμπιστευτικών προϊόντων (-21,6%).

Εισαγωγές

Αντίθετα με τη μικτή εικόνα των εξαγωγών, σε επίπεδο εισαγωγών συνεχίστηκε η θετική επίδραση της συγκυρίας της εορταστικής περιόδου, σε συνδυασμό με τη συνεχιζόμενη αύξηση των διεθνών τιμών του πετρελαίου. Πιο αναλυτικά, τον περασμένο Δεκέμβριο, οι συνολικές εισαγωγές της χώρας αυξήθηκαν κατά 3,7% στα 3,86 δισ. ευρώ (από 3,72 δισ. ευρώ του Δεκεμβρίου του 2015). Οι εισαγωγές, πλην πετρελαιοειδών, αυξήθηκαν επίσης, αλλά με σημαντικά χαμηλότερους ρυθμούς (+1,2% ή κατά 32,4 εκατ. ευρώ).

Τελικά, το 2016 έκλεισε με οριακή αύξηση εισαγωγών κατά 0,8% στα 43,96 δισ. ευρώ (από 43,62 δισ. το 2015). Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών προκύπτει αύξηση κατά 5,9% ή κατά 1,92 δισ. ευρώ, η οποία όμως αποδίδεται στις εισαγωγές πλοίων και μηχανημάτων βαρέως τύπου.

Ως αποτέλεσμα των παραπάνω κινήσεων, στο σύνολο του 2016, καταγράφηκε αύξηση του συνολικού εμπορικού ελλείμματος κατά 4,5% στα 18,5 δισ. ευρώ. Εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών, το εμπορικό έλλειμμα εμφανίζεται αυξημένο κατά 11,8% ή κατά 1,69 δισ. ευρώ.