Γιατί η Ελλάδα παραμένει το καλύτερο resort της Ευρώπης

Γιατί η Ελλάδα παραμένει το καλύτερο resort της Ευρώπης

Ο ελληνικός τουρισμός παρουσίασε πέρυσι αύξηση εσόδων από το εξωτερικό κατά 11,4% ή κατά 1,45 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2016.

Αυξημένη ήταν η συνεισφορά του ελληνικού τουρισμού στην εθνική μας οικονομία το 2017, όπως αποτυπώνεται στη νέα μελέτη που εκπόνησε το Ινστιτούτο του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ).

Σύμφωνα με τα βασικά συμπεράσματα της μελέτης με τίτλο «Η συμβολή του τουρισμού στην ελληνική οικονομία το 2017», ο ελληνικός τουρισμός παρουσίασε πέρυσι αύξηση εσόδων από το εξωτερικό κατά 11,4% ή κατά 1,45 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2016. Η συνολική αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας εκτιμάται σε 1,56 δισ. ευρώ (από 16,7 δισ. ευρώ άμεσης συνεισφοράς στο ΑΕΠ το 2016 σε 18,3 δισ. ευρώ το 2017). Επίσης, ο τουρισμός συνέβαλε άμεσα στη δημιουργία του 10,3% του ΑΕΠ της χώρας, ενώ η άμεση και έμμεση συμβολή του εκτιμάται από 22,6% έως 27,3%.

Τα αποτελέσματα της μελέτης, δείχνουν ότι ο τουρισμός είναι ένας τομέας με μεγάλη διάχυση ωφελειών στην οικονομία. Ειδικότερα, για κάθε 1 ευρώ τουριστικού εσόδου, το ΑΕΠ της χώρας αυξάνεται κατά 2,2 έως 2,65 ευρώ.

Στις Περιφέρειες της Κρήτης, του Νοτίου Αιγαίου και των Ιονίων Νήσων, ο τουρισμός συνεισφέρει άμεσα στη δημιουργία άνω του 47,4% του ΑΕΠ των εν λόγω προορισμών. Οι τρεις αυτές Περιφέρειες, έχουν από τα υψηλότερα κατά κεφαλήν ΑΕΠ στη χώρα, τεκμηριώνοντας την άποψη ότι ο τουρισμός οδηγεί σε βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των περιοχών στις οποίες παρουσιάζει ανάπτυξη.

Παράλληλα, ο τουρισμός συμβάλλει άμεσα στην αιχμή της τουριστικής σεζόν στο 16,9% της απασχόλησης και συνολικά (άμεσα και έμμεσα) μεταξύ 37,2% και 44,8%, ενώ αποτελεί βασικό μοχλό για τη μείωση της ανεργίας. Επιπλέον, το 2017 ο τουριστικός τομέας με τις ταξιδιωτικές εισπράξεις κάλυψε το 80% του ελλείμματος του ισοζυγίου αγαθών. Οι εισπράξεις αυτές ισούνται με το 74% των εισπράξεων από τις εξαγωγές όλων των άλλων προϊόντων που εξάγει η χώρα, εξαιρουμένων των εισπράξεων από εξαγωγή πλοίων και καυσίμων. Αν στις ταξιδιωτικές εισπράξεις συνυπολογισθούν και οι εισπράξεις από αερομεταφορές και θαλάσσιες μεταφορές από τον εισερχόμενο τουρισμό, τότε το σύνολο των ταξιδιωτικών εισπράξεων ισούται με το 82% των εισπράξεων από τις εξαγωγές όλων των άλλων προϊόντων, πλην πλοίων και καυσίμων.

Το 2017 η Ελλάδα υποδέχθηκε σχεδόν 27,2 εκ. τουρίστες, μόνιμους κατοίκους άλλων χωρών («Μη Κάτοικοι») και εισέπραξε σχεδόν 14,2 δισ. ευρώ. Η εικόνα για το 2017 αναφορικά με την επιλογή του μεταφορικού μέσου των τουριστών που επιλέγουν την Ελλάδα για τις διακοπές τους είναι σχεδόν ίδια με τα προηγούμενα χρόνια.

Συγκεκριμένα, οι αεροπορικές αφίξεις αποτέλεσαν το 66% του συνόλου των αφίξεων ακολουθούμενες από τις οδικές με 30,0% και τις θαλάσσιες με 4%. Το ποσοστό των τουριστών που επέλεξαν το τρένο ως μέσο μεταφοράς για το ταξίδι τους στην Ελλάδα ήταν αμελητέο. Αναφορικά με τα έσοδα παρατηρείται έντονη εποχικότητα, με το 61,0% των εσόδων να καταγράφεται στο 3ο τρίμηνο του έτους. Αντίστοιχα, στο 2ο τρίμηνο του έτους που σηματοδοτεί την έναρξη την έναρξη της τουριστικής περιόδου καταγράφεται το 24,0% των εσόδων.

Η Μέση κατά Κεφαλήν Δαπάνη (ΜΚΔ) ανήλθε στα 522,3 ευρώ εμφανίζοντας αύξηση κατά +1,6% που οφείλεται πρωτίστως στην αύξηση της Δαπάνης ανά Διανυκτέρευση κατά +1,1% (από 67,0 ευρώ σε 67,7 ευρώ) και δευτερευόντως στην οριακή αύξηση της Μέσης Διάρκειας Παραμονής κατά +0,5% (7,7 διανυκτερεύσεις).

Σε ό,τι αφορά το μέτωπο του εγχώριου τουρισμού, η τελευταία διαθέσιμη εκτίμηση της δαπάνης του, είναι η «Έρευνα Διακοπών» της ΕΛΣΤΑΤ για το 2016. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, η εγχώρια τουριστική δαπάνη για ταξίδια άνω της 1 διανυκτέρευσης ήταν 1.287 εκατ. ευρώ, όταν για το 2015 ήταν 1.264 εκατ. ευρώ, δηλαδή αυξημένη κατά +1,8% σε σύγκριση με το 2015. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2008, η αντίστοιχη δαπάνη ήταν 3.868 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, ο εγχώριος τουρισμός μειώθηκε κατά περίπου 66,7%.