Επιστροφή στο σκληρό ροκ
- 27/02/2026, 11:45
- SHARE
Η κλιμάκωση της πολιτικής αντιπαράθεσης τους επόμενους μήνες μοιάζει πλέον σχεδόν προδιαγεγραμμένη. Η χθεσινή καταδικαστική απόφαση της Δικαιοσύνης για τους τέσσερις ιδιώτες που ενεπλάκησαν στην υπόθεση των υποκλοπών δεν κλείνει το κεφάλαιο, αντιθέτως, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα θέμα που αναμένεται να εξελιχθεί σε κεντρικό άξονα σύγκρουσης μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Στον δημόσιο διάλογο επανέρχεται, με επιμονή, το ερώτημα περί κυβερνητικής εμπλοκής στις παρακολουθήσεις, καθώς και το αίτημα διερεύνησης ενδεχόμενων πολιτικών ευθυνών.
Από την πλευρά της κυβέρνησης, η υπόθεση αντιμετωπίζεται ως πολιτικά «κλειστή», καθώς αποκαλύφθηκε και εξελίχθηκε κατά την πρώτη θητεία της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, με τις συνέπειες της να έχουν ήδη αποτυπωθεί στο εκλογικό αποτέλεσμα του 2023. Στην αντιπολίτευση, ωστόσο, κυριαρχεί η αντίληψη ότι τέτοιου είδους υποθέσεις παράγουν σωρευτική φθορά και επηρεάζουν διαχρονικά την αξιοπιστία της εκτελεστικής εξουσίας.
Η στρατηγική αυτή, ωστόσο, έχει σαφείς παρενέργειες. Η ένταση της αντιπαράθεσης περιορίζει δραστικά τον χώρο για συναινέσεις και καθιστά ολοένα και πιο δύσκολη την προοπτική μετεκλογικών συνεργασιών – ιδίως μεταξύ Νέας Δημοκρατίας και ΠΑΣΟΚ. Παρά τις δημόσιες διαψεύσεις και τις κατηγορηματικές αποστάσεις που τηρούνται, η πλήρης αποδόμηση γεφυρών επικοινωνίας ενδέχεται να αποδειχθεί πολιτικά κοστοβόρα σε ένα μελλοντικό, πιο κατακερματισμένο κοινοβουλευτικό τοπίο.
Το Σύνταγμα και η στάση της αντιπολίτευσης
05/02/2026Την ίδια στιγμή, η ευθεία και ιδιαίτερα σκληρή επίθεση του Πρωθυπουργού προς τον Αντώνη Σαμαρά σηματοδοτεί μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη επιλογή: την ταυτόχρονη σύγκρουση με την αριστερή και τη δεξιά αντιπολίτευση. Η επιλογή αυτή δεν είναι αποκομμένη από τις τάσεις που καταγράφονται στο εκλογικό σώμα. Δημοσκοπικά δεδομένα δείχνουν μετατόπιση προς πιο συντηρητικές θέσεις σε ζητήματα όπως το μεταναστευτικό, η δημόσια ασφάλεια και η εξωτερική πολιτική – πεδία στα οποία η κυβέρνηση επιχειρεί να επανακτήσει τον έλεγχο της ατζέντας.
Η στροφή αυτή αποτυπώνεται τόσο στη ρητορική πρωτοκλασάτων υπουργών, οι οποίοι μέχρι πρότινος κινούνταν σε πιο κεντρώες γραμμές, όσο και στη μετωπική αντιπαράθεση με τον πρώην πρωθυπουργό. Στο πεδίο της γεωπολιτικής, βασικός πυλώνας της κυβερνητικής αφήγησης παραμένει η ενίσχυση της διεθνούς θέσης της χώρας, μέσα από τη διεύρυνση των στρατηγικών συμμαχιών και την εμβάθυνση των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συνολικά, η πορεία προς τις εθνικές εκλογές φαίνεται να χαρακτηρίζεται από περιορισμένη διάθεση για συνεννόηση και αυξημένη πολιτική πόλωση. Πρόκειται για μια εξέλιξη που μπορεί να εξυπηρετεί βραχυπρόθεσμα τη συσπείρωση των κομματικών βάσεων, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει την αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα. Και σε ένα περιβάλλον όπου η πολιτική σταθερότητα συνδέεται άμεσα με την οικονομική εμπιστοσύνη και τις επενδυτικές αποφάσεις, η παράμετρος αυτή αποκτά βαρύνουσα σημασία.