Morgan Stanley: Γιατί η Ελλάδα αντέχει στην Ευρώπη του ακριβού χρήματος 

Morgan Stanley: Γιατί η Ελλάδα αντέχει στην Ευρώπη του ακριβού χρήματος 
Photo: Shutterstock
Οι 6 πυλώνες που δίνουν δημοσιονομική ανάσα και αμυντικό πλεονέκτημα στη χώρα μας 

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά δομική πρόκληση, προειδοποιούν οι αναλυτές του αμερικανικού επενδυτικού κολοσσού Morgan Stanley στην έκθεσή τους με τίτλο «From Cheap Debt to Hard Choices» («Από το Φθηνό Χρέος στις Σκληρές Επιλογές»), υποδηλώνοντας πως η εποχή του φθηνού χρήματος και των χαλαρών δημοσιονομικών ελιγμών στη Γηραιά Ήπειρο έχει περάσει ανεπιστρεπτί.

Η γήρανση του πληθυσμού, οι αυξημένες αμυντικές ανάγκες και το υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αναμένεται να διευρύνουν μηχανικά τα ελλείμματα κατά τουλάχιστον 3 ποσοστιαίες μονάδες (pp) του ΑΕΠ έως το 2040 στις περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης.

Μέσα σε αυτό το τοπίο, η Ελλάδα καταγράφει αξιοσημείωτη τροχιά, λέει η τράπεζα. Αντίθετα με το παρελθόν, η χώρα μας δεν αποτελεί τον «αδύναμο κρίκο», αλλά εμφανίζει αντοχές.

Ειδικότερα, βάσει ενός σύνθετου δείκτη δημοσιονομικού χώρου (Euro Area Fiscal Score), όπου το 0% αντιπροσωπεύει τον μικρότερο διαθέσιμο χώρο και το 100% τον μεγαλύτερο, η Ελλάδα συγκεντρώνει συνολική βαθμολογία 44%, ευρισκόμενη στη μέση της κατάταξης μαζί με την Ισπανία (44%). 

Η επίδοση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα αν συγκριθεί με τα κράτη που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη δημοσιονομική στενότητα στην Ευρωζώνη, όπως η Ιταλία (33%), η Γαλλία (19%) και το Βέλγιο (17%)

Στον αντίποδα, τον μεγαλύτερο δημοσιονομικό αέρα διαθέτουν η Ολλανδία (69%), η Αυστρία (56%), η Γερμανία (56%) και η Πορτογαλία (53%).

Κόστος γήρανσης

Η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι πιθανό να αντιμετωπίσουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις στις μακροπρόθεσμες δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού. Ωστόσο, η εικόνα διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών. Όπως παρουσιάζεται στο Διάγραμμα 16, η Γαλλία ξεχωρίζει, καθώς αναμένεται να παρουσιάσει σχεδόν μηδενικές πρόσθετες πιέσεις στις δαπάνες λόγω γήρανσης, αν και ήδη ξεκινά από ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.

Σε αρκετές άλλες χώρες – μεταξύ των οποίων η Αυστρία, η Ελλάδα και η Ιταλία – το κόστος της γήρανσης του πληθυσμού προβλέπεται να παραμείνει χαμηλότερο από τη μέση αύξηση που καταγράφεται στη ζώνη του ευρώ.

Αντίθετα, η Γερμανία και η Ολλανδία αναμένεται να καταγράψουν αυξήσεις ελαφρώς υψηλότερες από τον μέσο όρο. Η Ισπανία και η Πορτογαλία ξεχωρίζουν ως οι χώρες που θα επηρεαστούν περισσότερο, καθώς οι δαπάνες που σχετίζονται με τη γήρανση του πληθυσμού προβλέπεται να αυξηθούν κατά περίπου 2,8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ και στις δύο χώρες, ποσοστό που είναι περισσότερο από διπλάσιο σε σχέση με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

Οι έξι πυλώνες

Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, οι έξι πυλώνες που διαμορφώνουν το προφίλ της Ελλάδας αναλύονται ως εξής:

  1. Αρχικό επίπεδο χρέους (0%): Λόγω του ιστορικά υψηλού λόγου χρέους προς ΑΕΠ, η Ελλάδα λαμβάνει τη χαμηλότερη βαθμολογία, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα νέου καθαρού δανεισμού.
  2. Απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή (100%): Εδώ η Ελλάδα λαμβάνει το απόλυτο άριστα, καθώς οι τρέχουσες δημοσιονομικές της επιδόσεις και τα πρωτογενή πλεονάσματα ευθυγραμμίζονται επαρκώς με τους στόχους μείωσης, καθιστώντας την αναγκαία προσαρμογή απόλυτα διαχειρίσιμη.
  3. Δημογραφικές πιέσεις / Γήρανση (50%): Η Morgan Stanley επισημαίνει ότι το κόστος γήρανσης (συντάξεις, υγεία) στην Ελλάδα αναμένεται να κινηθεί κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το στοιχείο αυτό διαφοροποιεί θετικά την Ελλάδα από την Ισπανία, όπου η γήρανση προκαλεί ασφυκτικές πιέσεις .
  4. Πιέσεις για αμυντικές δαπάνες (67%): Η Ελλάδα λαμβάνει υψηλή βαθμολογία, καθώς έχει ήδη ενσωματώσει υψηλές αμυντικές δαπάνες στον προϋπολογισμό της και δεν χρειάζεται να προχωρήσει σε βίαιη προσαρμογή από το μηδέν, σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
  5. Πίεση κόστους τόκων (0%): Αντικατοπτρίζει την υψηλή ευαισθησία της χώρας στην άνοδο των επιτοκίων λόγω του συσσωρευμένου όγκου χρέους, παρά τις ευνοϊκές ωριμάνσεις.
  6. Ανάπτυξη ΑΕΠ (50%): Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη της Ελλάδας αποτελεί το «κλειδί» που αντισταθμίζει τους περιορισμούς του υψηλού χρέους.

Άμυνα και εξοπλισμοί

Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις αμυντικές δαπάνες των μελών του ΝΑΤΟ μετά τη Σύνοδο Κορυφής. Η Ελλάδα, με μερίδιο 1,3% επί των συνολικών ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών, διαθέτει έναν προϋπολογισμό ύψους 7,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων (σε σταθερές τιμές).

Οι προβλέψεις της Morgan Stanley για το ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτει η Ελλάδα στην άμυνα είναι εντυπωσιακές: 2,8% του ΑΕΠ το 2025, 3,5% του ΑΕΠ το 2030 και 3,5% του ΑΕΠ το 2035.

Σημειωτέον, η χώρα μας συγκαταλέγεται στις ελάχιστες εξαιρέσεις της Ευρώπης που εκπληρώνουν πλήρως και ξεπερνούν τον πυρήνα του στόχου του ΝΑΤΟ, τη στιγμή που χώρες όπως η Ιταλία (σταθερά στο 2,0% έως το 2035) και η Ισπανία (επίσης στο 2,0%) υστερούν σημαντικά.

Περαιτέρω, στο πλαίσιο των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αντιμετώπιση των νέων προκλήσεων (όπως η άμυνα και η ασφάλεια), η Morgan Stanley παρουσιάζει την ενδεικτική κατανομή του πακέτου δανείων SAFE (ύψους 150 δισ. ευρώ συνολικά για τα κράτη-μέλη).

Σύμφωνα με το μοντέλο κατανομής, στην Ελλάδα αναλογούν €5,8 δισεκατομμύρια. Η χρηματοδότηση αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς προσφέρει φθηνή ρευστότητα με ευρωπαϊκή ομπρέλα, μειώνοντας την ανάγκη για αυτόνομη έξοδο στις αγορές με υψηλά spreads.

Μέτρα 

Τι θα συνέβαινε εάν όλοι οι υπόλοιποι παράγοντες δεν παρέμεναν σταθεροί; Η ονομαστική ανάπτυξη και τα υψηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα μπορούν να προσαρμοστούν ώστε να αντισταθμίσουν την αύξηση των δαπανών για τόκους. Πόσο μεγάλες θα έπρεπε να είναι αυτές οι προσαρμογές; διερωτάται η Morgan Stanley.

Το βασικό συμπέρασμα είναι σαφές: οι χώρες με χαμηλά επίπεδα χρέους μπορούν ευκολότερα να βασιστούν σε δημοσιονομικά μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων. Στην Ολλανδία, για παράδειγμα, μια επιπλέον αύξηση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα ετησίως του ονομαστικού ρυθμού ανάπτυξης θα αντιστάθμιζε πλήρως την αύξηση των δαπανών για τόκους, ενώ το ίδιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επιτευχθεί με μια επιπλέον αύξηση του πρωτογενούς ισοζυγίου κατά περίπου 40 μονάδες βάσης.

Αντίθετα, σε χώρες με υψηλό χρέος, όπως η Ελλάδα, η απαιτούμενη δημοσιονομική προσαρμογή θα ήταν πολύ μεγάλη (περίπου 1,8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ), ενώ η απαιτούμενη ονομαστική ανάπτυξη θα ήταν πιο περιορισμένη, περίπου 1,1 ποσοστιαία μονάδα ετησίως.

Αυτό δείχνει ότι, για τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, οι πολιτικές που ενισχύουν την οικονομική ανάπτυξη είναι πιο αποτελεσματικές στη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ σε σχέση με την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας που βασίζονται στην αύξηση των πρωτογενών πλεονασμάτων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ: