Το σχέδιο ανατροπής στον χάρτη των πληρωμών από μεγάλες αμερικανικές τράπεζες
- 08/07/2026, 16:01
- SHARE
- Κολοσσοί όπως η JPMorgan, η Bank of America και η Wells Fargo βολιδοσκοπούν τα δίκτυα πληρωμών της fintech εταιρείας Fiserv.
- Κύριος στόχος είναι η παράκαμψη της τροπολογίας Durbin, η οποία επιβάλλει όρια στις διατραπεζικές προμήθειες που χρεώνουν οι τράπεζες.
- Οι συζητήσεις βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο, με τα τραπεζικά στελέχη να εκφράζουν έντονες ανησυχίες για πιθανό πολιτικό και ρυθμιστικό «αντίκτυπο».
Η αγορά των πληρωμών βρίσκεται σε φάση έντονων διεργασιών, με τις μεγάλες τράπεζες να αναζητούν τρόπους να αποκτήσουν το δικό τους στρατηγικό πλεονέκτημα. Το έναυσμα δόθηκε όταν η Capital One προχώρησε στην εξαγορά της Discover Financial έναντι 50,6 δισ. δολαρίων. Η κίνηση αυτή της εξασφάλισε ένα ιδιόκτητο δίκτυο πληρωμών, αφαιρώντας τους μεσάζοντες από τις συναλλαγές με τις κάρτες και επιτρέποντάς της να συναλλάσσεται απευθείας με τους εμπόρους.
Πλέον, κολοσσοί της Wall Street —συμπεριλαμβανομένων των JPMorgan Chase, Bank of America, Wells Fargo και PNC Financial Services Group— παρακολουθούν αυτές τις εξελίξεις στενά. Τους τελευταίους μήνες, έχουν πραγματοποιήσει διερευνητικές επαφές για την πιθανή εξαγορά ενός δικτύου που ανήκει στην εταιρεία χρηματοοικονομικής τεχνολογίας Fiserv. Η συγκεκριμένη fintech, η οποία διαθέτει τα δίκτυα STAR και Accel, διέρχεται περίοδο αναταράξεων, καταγράφοντας πτώση της τάξης του 70% στη μετοχή της το τελευταίο έτος, γεγονός που την καθιστά εν δυνάμει στόχο εξαγοράς.
Ο σκόπελος της νομοθεσίας Durbin
Ο πυρήνας αυτής της κινητικότητας κρύβεται στην προσπάθεια των τραπεζών να παρακάμψουν την τροπολογία Durbin. Το συγκεκριμένο τμήμα του νόμου Dodd-Frank (2010) επιβάλλει αυστηρό πλαφόν στις διατραπεζικές προμήθειες που μπορούν να χρεώνουν τα μεγάλα τραπεζικά ιδρύματα (με ενεργητικό άνω των 10 δισ. δολαρίων) όταν μια συναλλαγή διεκπεραιώνεται μέσω εξωτερικού δικτύου. Οι προμήθειες αυτές αποτελούν τεράστια πηγή εσόδων, αγγίζοντας τα δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.
Ωστόσο, ο νόμος προβλέπει μια κρίσιμη εξαίρεση: οι τράπεζες απαλλάσσονται από το πλαφόν εάν είναι οι ίδιες ιδιοκτήτες του δικτύου και της υποδομής που διεκπεραιώνει τη συναλλαγή. Ο τραπεζικός κλάδος υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι το «ψαλίδι» στις χρεώσεις έχει περιορίσει τη δυνατότητά του να προσφέρει στους πελάτες δωρεάν προγράμματα επιβράβευσης και άλλες υπηρεσίες. Στον αντίποδα, οι έμποροι και οι υποστηρικτές της νομοθεσίας τονίζουν ότι το χαμηλότερο κόστος προμηθειών μετακυλίεται στους καταναλωτές, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τελικών τιμών.
Οι δισταγμοί και ο φόβος του πολιτικού κόστους
Παρά το τεράστιο οικονομικό δέλεαρ, η υλοποίηση ενός τέτοιου mega-deal δεν θεωρείται δεδομένη. Οι συζητήσεις παραμένουν σε εξαιρετικά πρώιμο στάδιο, ενώ ήδη ορισμένες από τις τράπεζες που εξέτασαν το δίκτυο της Fiserv έχουν αποφασίσει να αποσυρθούν από τη διεκδίκηση.
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τα τραπεζικά ιδρύματα δεν είναι το οικονομικό σκέλος, αλλά ο ρυθμιστικός κίνδυνος. Πολλά κορυφαία στελέχη εκφράζουν κατ’ ιδίαν φόβους ότι μια τόσο επιθετική κίνηση παράκαμψης της νομοθεσίας θα μπορούσε να προκαλέσει σφοδρές αντιδράσεις από το Κογκρέσο, τις εποπτικές αρχές και τις ενώσεις των εμπόρων. Παρ’ όλα αυτά, η αναζήτηση για τεχνολογική και λειτουργική ανεξαρτησία αποδεικνύει την επιθυμία των παραδοσιακών τραπεζών να θωρακίσουν τα έσοδά τους εν μέσω ενός ταχέως μεταβαλλόμενου τοπίου που διαμορφώνεται από τις fintechs και τα crypto assets.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Σχοινάς: Εξασφαλίσαμε επιπλέον 21 εκατ. ευρώ για τη στήριξη των παραγωγών
- Η κρίση ΗΠΑ – Ιράν «χτυπά» τις αγορές: Ράλι στο πετρέλαιο, πτώση στις μετοχές, άνοδος στα ομόλογα
- Influencer στο στόχαστρο της ΑΑΔΕ: Τα 54 Instagram posts που έφεραν φόρους και πρόστιμα άνω των 70.000 ευρώ
Πηγή: The Wall Street Journal