Καύσωνες στην Ευρώπη: Ο λογαριασμός σε ΑΕΠ, παραγωγικότητα και ανθρώπινες ζωές
- 20/08/2026, 18:38
- SHARE
- Μόλις το 19% των ευρωπαϊκών κτιρίων διαθέτει κλιματισμό, έναντι περίπου 90% στις ΗΠΑ, σύμφωνα με την Allianz Research.
- Πάνω από τους 30°C, η παραγωγικότητα αρχίζει να υποχωρεί ταχύτερα, ενώ στις πιο εκτεθειμένες περιοχές της Νότιας Ευρώπης οι καύσωνες μπορούν να κοστίσουν πάνω από 1% του ΑΕΠ.
- Για την Ελλάδα, η πρόσθετη δημοσιονομική πίεση από παρατεταμένη ακραία ζέστη θα μπορούσε να φτάσει το 1,5% του ΑΕΠ, λόγω χαμηλότερων εσόδων και αυξημένων δαπανών.
Για δεκαετίες, μεγάλο μέρος της Ευρώπης αντιμετώπιζε τον κλιματισμό ως μια ακριβή ή περιβαλλοντικά επιβαρυντική πολυτέλεια. Οι ολοένα συχνότεροι και εντονότεροι καύσωνες, όμως, μετατρέπουν αυτή τη στάση σε οικονομικό και κοινωνικό ρίσκο.
Η υψηλή θερμοκρασία δεν επηρεάζει μόνο την άνεση μέσα στα σπίτια. Περιορίζει την παραγωγικότητα των εργαζομένων, αυξάνει το ενεργειακό κόστος των επιχειρήσεων, επιβαρύνει τα συστήματα υγείας και πιέζει τα δημόσια οικονομικά.
Η συντακτική επιτροπή της Wall Street Journal, επικαλούμενη μεταξύ άλλων στοιχεία της Allianz Research, υποστηρίζει ότι η περιορισμένη χρήση κλιματισμού στην Ευρώπη έχει πλέον μετρήσιμο οικονομικό κόστος.
Κλιματισμό διαθέτει μόλις το 19% των ευρωπαϊκών κτιρίων
Σύμφωνα με την Allianz Research, μόλις το 19% των ευρωπαϊκών κτιρίων διαθέτει κλιματισμό, έναντι περίπου 90% στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το πρόβλημα συνδέεται και με τον σχεδιασμό του ευρωπαϊκού κτιριακού αποθέματος.
Μεγάλο μέρος των κτιρίων έχει κατασκευαστεί με στόχο να διατηρεί τη θερμότητα τον χειμώνα, όχι να προστατεύει τους ενοίκους και τους εργαζομένους από παρατεταμένες περιόδους ακραίας ζέστης.
Η εικόνα διαφέρει ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Ευρώπη. Στις μεσογειακές χώρες τα κλιματιστικά είναι περισσότερο διαδεδομένα, όμως οι υψηλότερες θερμοκρασίες, τα παλαιότερα κτίρια και η ενεργειακή φτώχεια εξακολουθούν να αφήνουν σημαντικό μέρος του πληθυσμού εκτεθειμένο.
Το κρίσιμο όριο των 30 βαθμών
Η επίδραση της ζέστης στην παραγωγικότητα δεν αυξάνεται με σταθερό ρυθμό.
Η Allianz εντοπίζει ένα κρίσιμο σημείο κοντά στους 30 βαθμούς Κελσίου, πάνω από το οποίο οι απώλειες επιταχύνονται αισθητά.
Για κάθε επιπλέον βαθμό θερμοκρασίας στο εύρος των 30 έως 35 βαθμών, η παραγωγή ανά ώρα εργασίας εκτιμάται ότι μειώνεται κατά περίπου 1,30 δολάρια, σε σταθερές τιμές και όρους αγοραστικής δύναμης.
Το ποσό αντιστοιχεί περίπου στο 3% της μέσης ωριαίας παραγωγής στο δείγμα που εξετάστηκε για την περίοδο 2014-2024.
Η ζέστη χτυπά και τα γραφεία
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται σε όσους εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους, όπως στις οικοδομές, στις αγροτικές εργασίες ή στις διανομές.
Οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να επηρεάσουν τον ύπνο, τη συγκέντρωση, την ταχύτητα λήψης αποφάσεων και τη γνωστική απόδοση, μεταφέροντας το κόστος και στα γραφεία.
Βραχυπρόθεσμα, μεγάλο μέρος αυτής της επιβάρυνσης απορροφάται από τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, όμως, η χαμηλότερη παραγωγικότητα μπορεί να επηρεάσει τους μισθούς, την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τελικά τα φορολογικά έσοδα.
Περισσότερη ζέστη, μεγαλύτερη κατανάλωση ενέργειας
Η ακραία θερμοκρασία αυξάνει ταυτόχρονα και τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια.
Σύμφωνα με την Allianz, όταν η θερμοκρασία βρίσκεται στους 35°C, ένας επιπλέον βαθμός συνδέεται με αύξηση της κατά κεφαλήν ενεργειακής κατανάλωσης κατά περίπου 1,2%.
Οι επιχειρήσεις βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες με ένα διπλό πλήγμα: υψηλότερο ενεργειακό κόστος και χαμηλότερη παραγωγή.
Απώλειες άνω του 1% του ΑΕΠ στη Νότια Ευρώπη
Μελέτες που συγκεντρώνει το World Resources Institute εκτιμούν ότι σε ιδιαίτερα θερμές χρονιές οι καύσωνες έχουν προκαλέσει απώλειες ίσες με περίπου 0,3%-0,5% του ΑΕΠ σε ευρωπαϊκές πόλεις.
Στις περισσότερο εκτεθειμένες περιοχές της Νότιας Ευρώπης, το κόστος μπορεί να ξεπεράσει το 1% του ΑΕΠ.
Χωρίς πρόσθετες επενδύσεις προσαρμογής, η επιβάρυνση αυτή θα μπορούσε να πενταπλασιαστεί μέσα στις επόμενες τρεις δεκαετίες.
Σε ένα πιο δυσμενές σενάριο, όπου οι θερμότερες χρονιές της περιόδου 2014-2024 επαναλαμβάνονται σταδιακά έως το 2030, η Allianz εκτιμά ότι οι σωρευτικές απώλειες του ΑΕΠ θα μπορούσαν να φτάσουν το 5%-7% στις περισσότερο εκτεθειμένες οικονομίες.
Σε απόλυτα μεγέθη, οι εκτιμώμενες απώλειες φτάνουν τα 240 δισ. δολάρια για τη Γαλλία, 147 δισ. για την Ιταλία, 131 δισ. για τη Γερμανία και 120 δισ. για την Ισπανία.
Η μεγαλύτερη απειλή για τις επενδύσεις
Η ακραία ζέστη δεν περιορίζει μόνο την κατανάλωση.
Όταν μειώνονται η παραγωγικότητα και τα περιθώρια κέρδους, υποχωρεί και η αναμενόμενη απόδοση των νέων επενδύσεων.
Αυτό μπορεί να οδηγήσει τις επιχειρήσεις σε μικρότερη επενδυτική δραστηριότητα, περιορίζοντας τη μελλοντική παραγωγική δυναμικότητα και δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο χαμηλότερων επενδύσεων και ασθενέστερης ανάπτυξης.
Τι σημαίνει η ακραία ζέστη για την Ελλάδα
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις οικονομίες όπου, σύμφωνα με την Allianz, οι παρατεταμένες περίοδοι ακραίας ζέστης μπορούν να οδηγήσουν ταυτόχρονα σε υψηλότερες τιμές και μεγαλύτερη ανεργία.
Πρόκειται για έναν συνδυασμό που εμφανίζει χαρακτηριστικά στασιμοπληθωρισμού, καθώς η οικονομική δραστηριότητα επιβραδύνεται την ίδια στιγμή που αυξάνονται οι τιμές.
Η έκθεση εκτιμά ότι η επιβράδυνση της οικονομίας θα μπορούσε να μειώσει τα ετήσια φορολογικά έσοδα της Ελλάδας κατά περίπου 1%.
Η συνολική πρόσθετη δημοσιονομική πίεση από την ακραία ζέστη μπορεί να φτάσει έως και το 1,5% του ΑΕΠ.
Σε αυτή περιλαμβάνονται αυξημένες δαπάνες για υγεία, ενεργειακές επιδοτήσεις, κοινωνική προστασία, αποκατάσταση υποδομών και συστήματα ψύξης.
Το ανθρώπινο κόστος
Το οικονομικό κόστος συνοδεύεται και από σοβαρές επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.
Η Ελλάδα αντιστοιχεί στο 3% των καταγεγραμμένων παγκοσμίως θανάτων από επεισόδια ακραίας ζέστης κατά την περίοδο 1980-2024, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων EM-DAT.
Το ποσοστό χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία, καθώς οι χώρες χρησιμοποιούν διαφορετικές μεθόδους για την καταγραφή της υπερβάλλουσας θνησιμότητας.
Παρόλα αυτά, αποτελεί ακόμη μία ένδειξη της ιδιαίτερα μεγάλης έκθεσης των μεσογειακών οικονομιών στους καύσωνες.
Γιατί το κλιματιστικό δεν είναι από μόνο του η λύση
Η μαζική εγκατάσταση κλιματιστικών δεν αρκεί για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα.
Η μεγαλύτερη ζήτηση για ψύξη αυξάνει την κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, επιβαρύνει τα δίκτυα και, όταν η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας εξακολουθεί να βασίζεται σε ορυκτά καύσιμα, μπορεί να ενισχύσει τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα.
Ταυτόχρονα, οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να περιορίσουν και την ίδια την προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Πυρηνικές και θερμικές μονάδες μπορεί να χρειαστεί να μειώσουν την παραγωγή τους όταν υπερθερμαίνονται τα ποτάμια που χρησιμοποιούνται για ψύξη, ενώ η ζέστη μπορεί να επηρεάσει μετασχηματιστές, γραμμές μεταφοράς και ακόμη και την απόδοση των φωτοβολταϊκών.
Η λύση βρίσκεται στην προσαρμογή των κτιρίων
Η αποτελεσματικότερη απάντηση βρίσκεται, σύμφωνα με τους ειδικούς, σε έναν συνδυασμό τεχνολογιών και παρεμβάσεων.
Αποδοτικά συστήματα κλιματισμού και αντλίες θερμότητας, καλύτερη μόνωση, φυσικός αερισμός, σκίαση, ψυχρά υλικά, πράσινες στέγες και περισσότερο αστικό πράσινο μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις επιπτώσεις.
Ιδιαίτερα κρίσιμη είναι και η πρόσβαση των ηλικιωμένων, των χρονίως πασχόντων και των χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων σε ασφαλή ψύξη.
Διαφορετικά, η κλιματική προσαρμογή κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη μία μορφή κοινωνικής και οικονομικής ανισότητας.
Το πραγματικό δίλημμα για την Ευρώπη δεν είναι πλέον «κλιματισμός ή πράσινη μετάβαση».
Είναι εάν θα επενδύσει εγκαίρως στην προσαρμογή των κτιρίων, των πόλεων και των ενεργειακών της δικτύων ή αν θα συνεχίσει να πληρώνει κάθε καλοκαίρι έναν ολοένα βαρύτερο λογαριασμό σε παραγωγικότητα, ΑΕΠ και ανθρώπινες ζωές.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΕΙΔΗΣΕΙΣ:
- Το μεγάλο σχέδιο για το στεγαστικό: Πώς η κυβέρνηση θέλει να ανοίξει 880.000 κλειστά σπίτια
- Σε ισχύ το νέο Χωροταξικό για τις ΑΠΕ: Τι αλλάζει σε φωτοβολταϊκά, αιολικά και Natura
- Η δεύτερη ψηφιακή επανάσταση: Γιατί η Ευρώπη δεν αντέχει ακόμη μία ήττα
- Γιατί η απόλυτη αισιοδοξία είναι… ανησυχητική – Η Wall Street ποντάρει στο τέλειο σενάριο