Gerard Reid: Γιατί η Ελλάδα μπορεί να γίνει ενεργειακή γέφυρα της Ευρώπης — και τι πρέπει να κάνει για να πετύχει

Gerard Reid: Γιατί η Ελλάδα μπορεί να γίνει ενεργειακή γέφυρα της Ευρώπης — και τι πρέπει να κάνει για να πετύχει
Ο συνιδρυτής της Alexa Capital και co-host του podcast «Redefining Energy», Gerard Reid, μιλά στο Fortune Greece για την ενεργειακή ασφάλεια και ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, την εκρηκτική ζήτηση ηλεκτρισμού που δημιουργεί η AI και τον ρόλο που μπορεί να διεκδικήσει η Ελλάδα στη νέα ενεργειακή οικονομία.

Για πολλά χρόνια, η ηλεκτρική ενέργεια είχε το σπάνιο προνόμιο να είναι απολύτως απαραίτητη και συγχρόνως σχεδόν αόρατη. Υπήρχε στους τοίχους, κινούσε τις πόλεις και κρατούσε τις επιχειρήσεις σε λειτουργία, αλλά ελάχιστοι τη σκέφτονταν όσο όλα πήγαιναν καλά. Άλλωστε, οι περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να ενδιαφέρονται πραγματικά για το ηλεκτρικό σύστημα τη στιγμή που σταματά να λειτουργεί ή όταν φτάνει ο λογαριασμός.

Αυτό, όμως, αλλάζει. Η ενέργεια βρίσκεται πλέον πίσω από σχεδόν κάθε μεγάλη συζήτηση της εποχής, είτε μιλάμε για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, την ασφάλεια, την τεχνητή νοημοσύνη, τα data centers, τη βιομηχανία και το ποιος τελικά θα διαθέτει την οικονομική ισχύ του αύριο. Ο κόσμος μπορεί να μιλά με ενθουσιασμό για αλγορίθμους και υπολογιστική ισχύ, αλλά ακόμη και η πιο εξελιγμένη τεχνολογία παραμένει εντυπωσιακά εξαρτημένη από κάτι πολύ πιο πεζό. Από μια λειτουργική πρίζα.

Ο Gerard Reid παρακολουθεί αυτή τη σύγκλιση πολύ πριν γίνει κεντρικό θέμα της δημόσιας συζήτησης. Ως συνιδρυτής και Partner της Alexa Capital, έχει περάσει περισσότερες από δύο δεκαετίες στο σημείο όπου συναντώνται η ενέργεια, η τεχνολογία και το κεφάλαιο, συμβουλεύοντας επιχειρήσεις, επενδυτές και φορείς χάραξης πολιτικής. Προτού ιδρύσει την Alexa Capital, διετέλεσε Managing Director και επικεφαλής του ευρωπαϊκού τμήματος έρευνας για το clean tech στη Jefferies, συνδυάζοντας την κατανόηση των ενεργειακών συστημάτων με την οπτική των αγορών και της χρηματοδότησης.

Παράλληλα, μέσα από το Redefining Energy, το podcast που παρουσιάζει μαζί με τον Laurent Segalen, έχει δημιουργήσει έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους διεθνείς διαύλους συζήτησης για το πώς η τεχνολογία, οι επενδύσεις, οι αγορές και οι κανονισμοί επανασχεδιάζουν τον ενεργειακό κόσμο. Εκείνο που κάνει την οπτική του ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι ότι αντιμετωπίζει την ενέργεια ως σύστημα μέσα στο οποίο συνυπάρχουν υποδομές, γεωπολιτική, κεφάλαιο, ανθρώπινες αποφάσεις και, αναπόφευκτα, λανθασμένοι υπολογισμοί.

Μιλώντας στο Fortune Greece, ο Gerard Reid τονίζει την ύπαρξη ενός εξαιρετικά σύνθετου συστήματος χωρίς να προσποιείται ότι υπάρχει μία λύση που θα τακτοποιήσει τα πάντα. Αντίθετα, βλέπει την ενέργεια ως μια διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα σε όσα θέλουμε, όσα μπορούμε να πληρώσουμε και όσα δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να αναβάλουμε.

Η Ευρώπη θέλει ταυτόχρονα προσιτή ενέργεια, στρατηγική ανεξαρτησία και ταχεία απανθρακοποίηση. Πόσο ρεαλιστικό είναι αυτό; Και ποια από αυτές τις τρεις φιλοδοξίες είναι δυσκολότερο να συμβιβαστεί με τη σημερινή πραγματικότητα;

Θα ξεκινήσω λέγοντας ότι αποτυγχάνουμε και στα τρία. Με εξαίρεση ίσως ορισμένες σκανδιναβικές χώρες, το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης έχει ακριβό πετρέλαιο, ακριβό φυσικό αέριο και ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτό πλήττει τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και τροφοδοτεί τον πληθωρισμό. Αρκεί να κοιτάξει κανείς τις τιμές χονδρικής, οι οποίες παραμένουν πολλαπλάσιες σε σχέση με πριν από μερικά χρόνια.

Ούτε στη στρατηγική ανεξαρτησία τα πηγαίνουμε καλά. Έχουμε πόλεμο στο ανατολικό μέτωπο, κινδύνους γύρω από τα Στενά του Ορμούζ και χαμηλά αποθέματα φυσικού αερίου σε χώρες όπως η Γερμανία και η Ολλανδία. Ένας πραγματικά ψυχρός χειμώνας θα μπορούσε να προκαλέσει νέα κρίση τιμών.

Η Ευρώπη πρέπει να αποδεχθεί ότι δεν διαθέτει επαρκή δικά της ορυκτά καύσιμα. Χρειάζεται διαφοροποιημένες εισαγωγές, αλλά και περισσότερη εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή από τον ήλιο, τον άνεμο, τα υδροηλεκτρικά και την πυρηνική ενέργεια. Στον ηλεκτρισμό έχουμε κάνει αξιοπρεπή δουλειά. Στα καύσιμα, όχι.

Έχουμε σημειώσει πρόοδο και στην απανθρακοποίηση. Ωστόσο, αν θέλετε να δείτε πραγματικά ριζική αλλαγή, θα κοιτούσα την Κίνα. Παρά την τεράστια ανάπτυξή της, ηλεκτροποιεί την οικονομία της, αυξάνει την εγχώρια παραγωγή ενέργειας και φαίνεται να πλησιάζει στην κορύφωση των εκπομπών της.

Και οι τρεις στόχοι είναι σημαντικοί, αλλά η σειρά προτεραιότητας πρέπει να είναι σαφής: πρώτα η στρατηγική ανεξαρτησία, επειδή πρέπει να εξασφαλίσεις ότι τα φώτα θα παραμείνουν αναμμένα. Δεύτερον, η προσιτή ηλεκτρική ενέργεια. Τρίτον, η μείωση των εκπομπών. Και η στρατηγική ανεξαρτησία δεν αφορά μόνο τα καύσιμα, αλλά και την ασφάλεια και την ανθεκτικότητα του ηλεκτρικού συστήματος.

Έχετε υποστηρίξει ότι η Ευρώπη δεν μπορεί απλώς να παραχωρήσει την αιχμή της τεχνητής νοημοσύνης στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Η AI απαιτεί τεράστια υπολογιστική ισχύ και η υπολογιστική ισχύς απαιτεί ενέργεια. Είναι τελικά το ευρωπαϊκό πρόβλημα της AI ένα ενεργειακό πρόβλημα; Και εξαντλείται ο χρόνος για να το αντιμετωπίσουμε;

Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από την ενέργεια. Όταν η Ευρώπη διαθέτει πλεονάζουσα ηλεκτρική ισχύ μια ηλιόλουστη ημέρα, η οποία μπορεί να προσφέρεται ακόμη και σε μηδενική τιμή, δεν μπορούμε να πούμε ότι απλώς μας λείπει η ενέργεια.

Αν η Ευρώπη δεν αναπτύξει δικά της frontier models και μεγάλα γλωσσικά μοντέλα, κινδυνεύει να εξαρτηθεί πλήρως από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα. Βλέπουμε ήδη την αμερικανική κυβέρνηση να περιορίζει την πρόσβαση μη Αμερικανών σε προηγμένα μοντέλα. Αυτό δείχνει πόσο σοβαρό είναι το ζήτημα.

Γιατί, λοιπόν, δεν δημιουργούνται αυτές οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη; Το πρώτο εμπόδιο δεν είναι η ενέργεια, αλλά οι κανονισμοί και η γραφειοκρατία. Η Mistral AI στη Γαλλία δείχνει ότι μπορούμε ακόμη να καλύψουμε την απόσταση, αλλά πρέπει να κινηθούμε διαφορετικά και πολύ ταχύτερα.

Αν θέλουμε να αναπτύσσουμε και να εκπαιδεύουμε μεγάλα γλωσσικά μοντέλα στην Ευρώπη, πρέπει να μπορούμε να κατασκευάζουμε γρήγορα data centers και να τους παρέχουμε αμέσως την απαιτούμενη ισχύ. Χρειάζεται σχεδόν να αντιμετωπίσουμε την κατάσταση ως επείγουσα και, όπου είναι απαραίτητο, να προσαρμόσουμε τους κανόνες. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε αυτή την κούρσα.

Αν οι εταιρείες AI δημιουργούν ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας ταχύτερα από όσο μπορούν να ανταποκριθούν τα δίκτυα, ποιος πρέπει να πληρώσει για τις υποδομές που χρειάζονται; Πρέπει οι ίδιες να εξασφαλίζουν παραγωγή, αποθήκευση και ευελιξία ή πρέπει το κόστος να επιβαρύνει το κοινό;

Αν μια αναβάθμιση του δικτύου γίνεται αποκλειστικά για τη χρήση ενός data center, το κόστος πρέπει να επιβαρύνει την εταιρεία που τη χρειάζεται και όχι να μετακυλίεται σε όλους τους καταναλωτές, όπως συμβαίνει σε ορισμένες περιπτώσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι εταιρείες AI είναι πρόθυμες να επενδύσουν στη δική τους παραγωγή, στην αποθήκευση και στην ευελιξία, επειδή χρειάζονται ηλεκτρική ισχύ γρήγορα. Τα νέα τσιπ είναι εξαιρετικά ενεργοβόρα και απαιτούν ρεύμα πολύ υψηλής ποιότητας. Γι’ αυτό τα data centers εγκαθιστούν εκτεταμένα εφεδρικά συστήματα και αποθήκευση, υποδομές που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς όφελος ολόκληρου του ηλεκτρικού συστήματος.

Έχουμε, λοιπόν, εταιρείες με κεφάλαιο, πρόθυμες να πληρώσουν για ενέργεια και αναβαθμίσεις του δικτύου, αλλά και να προσφέρουν ευελιξία. Γιατί να μη συνεργαστούμε μαζί τους;

Το πραγματικό εμπόδιο είναι η σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων. Από τη μία έχεις εταιρείες όπως η Google: γρήγορες, ευέλικτες και προσανατολισμένες στα δεδομένα. Από την άλλη, διαχειριστές δικτύων με αργές διαδικασίες και μια κουλτούρα που συχνά αντιστέκεται στην αλλαγή. Οι τεχνολογικές εταιρείες μετατρέπονται σε εταιρείες υποδομών, ενώ οι διαχειριστές υποδομών πρέπει να γίνουν περισσότερο τεχνολογικές εταιρείες.

Κάθε πλευρά πρέπει να προσλάβει ανθρώπους από τον άλλο κόσμο. Αυτό ήδη συμβαίνει: οι εταιρείες τεχνολογίας προσλαμβάνουν μηχανικούς ενέργειας και οι διαχειριστές δικτύων ειδικούς στην AI. Χρειάζεται, όμως, και ώθηση από τις κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να καθίσουν όλοι στο ίδιο τραπέζι. Το κλειδί είναι η εμπιστοσύνη.

Η AI μπορεί να κάνει τα ηλεκτρικά δίκτυα εξυπνότερα και αποδοτικότερα. Η μεγαλύτερη ψηφιοποίηση, όμως, μπορεί να τα καταστήσει πιο σύνθετα και ευάλωτα. Ενσωματώνουμε νοημοσύνη στα ενεργειακά μας συστήματα ταχύτερα από όσο ενισχύουμε την ανθεκτικότητά τους;

Για εμένα, όσο πιο έξυπνο γίνεται ένα σύστημα τόσο πιο ανθεκτικό μπορεί να γίνει. Το σημερινό σύστημα δεν είναι αρκετά ανθεκτικό, αλλά η ανθεκτικότητα έχει πολλές διαστάσεις: αποθέματα φυσικού αερίου, αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, εφεδρείες και σωστό σχεδιασμό του δικτύου.

Η Γερμανία αποτελεί χρήσιμο παράδειγμα. Παρά τις φυσικές επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές, το δίκτυό της άντεξε. Υπάρχουν, όμως, περιοχές της Ευρώπης που δεν διαθέτουν την ίδια ανθεκτικότητα. Αυτό αποτελεί μεγαλύτερη απειλή από την ίδια την AI ή τα συστήματα λογισμικού.

Η νοημοσύνη μας επιτρέπει να βλέπουμε περισσότερα και να λαμβάνουμε καλύτερες αποφάσεις. Οι κάμερες μπορούν να βοηθήσουν το σύστημα να αντιδράσει σε μια επίθεση, ενώ οι αισθητήρες στις γραμμές μεταφοράς μπορούν να δείχνουν σε πραγματικό χρόνο πόση πρόσθετη ισχύ μπορεί να μεταφέρει κάθε γραμμή. Η νοημοσύνη, επομένως, δεν είναι αντίπαλος της ανθεκτικότητας. Είναι προϋπόθεσή της.

Photo: Φωτ. Προσωπικού Αρχείου

Έχετε χρησιμοποιήσει την ιδέα της Ευρώπης ως «electrostate», μιας οικονομίας που τροφοδοτείται όλο και περισσότερο από ηλεκτρισμό. Η Ευρώπη όμως εξακολουθεί να εξαρτάται από εισαγόμενα καύσιμα, κινεζική τεχνολογία καθαρής ενέργειας και γερασμένα δίκτυα. Ποια από αυτές τις εξαρτήσεις αποτελεί τον μεγαλύτερο στρατηγικό κίνδυνο;

Η πιο άμεση εξάρτηση είναι τα εισαγόμενα καύσιμα, επειδή πρέπει να εξασφαλίσουμε την ενέργεια που απαιτείται για τη θέρμανση των σπιτιών, τη λειτουργία των επιχειρήσεων και τις μεταφορές. Η Κίνα εξαρτάται επίσης από το πετρέλαιο, αλλά έχει δημιουργήσει τεράστια αποθέματα και μπορεί να αντέξει μια σοβαρή διακοπή της παγκόσμιας προσφοράς. Η αποθήκευση καυσίμων προσφέρει ανθεκτικότητα σε μια κρίση.

Μακροπρόθεσμα, πρέπει να περιορίσουμε αυτή την εξάρτηση μέσω της ηλεκτροποίησης. Εκεί αναδεικνύεται το πρόβλημα των γερασμένων ευρωπαϊκών δικτύων και, κυρίως, του παρωχημένου τρόπου διαχείρισής τους. Το γερμανικό δίκτυο είναι ένα από τα καλύτερα στον κόσμο, αλλά εξακολουθεί να διαχειρίζεται για μια διαφορετική εποχή.

Η Ευρώπη έχει κατασκευάσει τεράστια ισχύ από ανανεώσιμες πηγές. Τις ηλιόλουστες ημέρες βλέπουμε ακόμη και αρνητικές τιμές, επειδή υπάρχει περισσότερη ηλεκτρική ενέργεια από όση μπορεί να απορροφήσει το σύστημα. Αντί να την αξιοποιούμε, περιορίζουμε την παραγωγή. Αυτό είναι πρωτίστως πρόβλημα διαχείρισης του δικτύου και όχι μόνο έλλειψης υποδομών.

Σε ό,τι αφορά την κινεζική τεχνολογία, πρέπει να διατηρούμε τον έλεγχο των συστημάτων του δικτύου μας, ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από την Κίνα, τις Ηνωμένες Πολιτείες ή αλλού. Δεν ανησυχώ εξίσου για ένα φωτοβολταϊκό πάνελ, μια ανεμογεννήτρια ή μια μπαταρία που, μόλις εγκατασταθούν, θα λειτουργούν για δεκαετίες. Μπορείς να αντέξεις μια χρονιά χωρίς νέα φωτοβολταϊκά πάνελ. Δεν μπορείς να αντέξεις χωρίς το καύσιμο που χρειάζεσαι.

Η Ελλάδα θέλει να γίνει πύλη εισόδου LNG, διάδρομος καθαρής ενέργειας και κόμβος data centers για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Αποτελούν αυτές οι φιλοδοξίες μια συνεκτική μακροπρόθεσμη στρατηγική; Και τι πρέπει να κάνει σωστά η χώρα για να μετατρέψει τη γεωγραφία της σε πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα;

Το σημαντικότερο πλεονέκτημα της Ελλάδας είναι η γεωγραφία της. Βρίσκεται κοντά στη Μέση Ανατολή, ανήκει στην Ευρώπη και συνδέεται με την Ανατολική Ευρώπη. Είναι, πρώτα απ’ όλα, μια γέφυρα. Διαθέτει επίσης άφθονο ήλιο και άνεμο, καθώς και πολλά νησιά που προσφέρονται για αποκεντρωμένες και οικονομικές ενεργειακές λύσεις.

Ο ρόλος της ως πύλης εισόδου LNG έχει απόλυτη λογική και ήδη υφίσταται. Οι αγωγοί δεν φτάνουν παντού, ενώ το LNG μπορεί να μεταφέρεται με πλοία. Το ίδιο ισχύει για έναν διάδρομο καθαρής ενέργειας: η Ελλάδα μπορεί να συνδέσει τη Βόρεια με τη Νότια Ευρώπη, την Ανατολική Ευρώπη με τη Μέση Ανατολή και να διευκολύνει τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ τους.

Τα data centers επίσης έχουν νόημα, επειδή δεν αφορούν μόνο τα δεδομένα αλλά και την AI. Αν μια χώρα δεν αποκτήσει αυτή την τεχνογνωσία, θα δυσκολευτεί να συμμετάσχει στη νέα κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης. Δεν γνωρίζουμε ακόμη ποιοι θα είναι οι νικητές, αλλά έχεις περισσότερες πιθανότητες να αναγνωρίσεις και να αξιοποιήσεις τις ευκαιρίες αν συμμετέχεις ενεργά.

Το κρίσιμο είναι να συνδυαστούν η ενεργειακή, η γεωπολιτική και η βιομηχανική πολιτική. Η απανθρακοποίηση δεν μπορεί να σχεδιάζεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη το κόστος για τον καταναλωτή και η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας. Οι φιλοδοξίες της Ελλάδας είναι συνεκτικές, αρκεί να αποτελούν μέρος μιας ενιαίας στρατηγικής.

Πού κατευθύνονται σήμερα υπερβολικά πολλά κεφάλαια στην ενεργειακή μετάβαση και ποιοι στρατηγικά σημαντικοί τομείς παραμένουν επικίνδυνα υποχρηματοδοτούμενοι;

Την τελευταία δεκαετία οι επενδύσεις σε υποδομές ορυκτών καυσίμων έχουν μειωθεί σχεδόν σε ολόκληρο τον κόσμο, με πιθανή εξαίρεση τις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω του σχιστολιθικού πετρελαίου. Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για υποκατανομή κεφαλαίου, επειδή χωρίς επαρκείς υποδομές και αποθήκευση δεν υπάρχει ανθεκτικότητα και οι οικονομίες εκτίθενται σε σοβαρούς κλυδωνισμούς τιμών.

Στον ηλεκτρισμό, η Κίνα έχει επενδύσει μαζικά σε ολόκληρο το σύστημα: ανανεώσιμες πηγές, πυρηνική ενέργεια, νέες μονάδες άνθρακα και δίκτυα. Η Ευρώπη επένδυσε σχεδόν αποκλειστικά στις ανανεώσιμες πηγές. Στη Δυτική και τη Βόρεια Ευρώπη υπάρχει πλέον πλεόνασμα ανανεώσιμης ενέργειας ορισμένες ώρες της ημέρας. Η πίεση που αντιμετωπίζουν αιολικά πάρκα στις σκανδιναβικές χώρες και εταιρείες φωτοβολταϊκών στη Γερμανία δείχνει ότι σε ορισμένες αγορές υπήρξε υπερκατανομή κεφαλαίου.

Η λύση είναι η αποθήκευση. Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας θα αυξηθεί, όχι μόνο λόγω της AI αλλά και λόγω της ηλεκτροποίησης των μεταφορών, της θέρμανσης, της ψύξης και της βιομηχανίας. Δεν ανησυχώ, λοιπόν, μακροπρόθεσμα για τις επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές. Χρειάζεται, όμως, να κατευθύνουμε πολύ περισσότερα κεφάλαια στην αποθήκευση και στα δίκτυα.

Το κόστος των δικτύων διαφέρει τεράστια μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών. Η Φινλανδία, για παράδειγμα, έχει πολύ χαμηλότερο κόστος από την Ιρλανδία, παρότι οι δύο χώρες έχουν παρόμοιο πληθυσμό και η Φινλανδία πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις. Πρέπει να ρωτήσουμε τι κάνει λάθος η Ιρλανδία και τι κάνει σωστά η Φινλανδία. Να συγκρίνουμε τις επιδόσεις και να μεταφέρουμε τα διδάγματα των καλύτερων σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Πώς θα περιγράφατε τον δικό σας ρόλο, μέσα από την Alexa Capital, σε αυτή την περίοδο ριζικού μετασχηματισμού της ενέργειας;

Θα περιέγραφα τον εαυτό μου ως σύμβουλο, επενδυτή και χρηματοδότη στον ενεργειακό μετασχηματισμό. Για πολλά χρόνια βοηθούσα ανθρώπους και επιχειρήσεις να λαμβάνουν καλύτερες επενδυτικές αποφάσεις. Σήμερα με ενδιαφέρει περισσότερο να βοηθήσω τις κυβερνήσεις και το ευρύ κοινό να κατανοήσουν τι πραγματικά συμβαίνει.

Για εμένα, δεν βρισκόμαστε πλέον σε ενεργειακή μετάβαση. Βρισκόμαστε σε επανάσταση. Η επανάσταση είναι η AI και η AI σημαίνει ηλεκτρική ενέργεια σε τεράστιες ποσότητες. Τη χρειαζόμαστε γρήγορα και πρόκειται να αλλάξει ριζικά τον κόσμο μας.

Πρέπει να λαμβάνουμε καλές αποφάσεις, όχι να περιμένουμε τις τέλειες. Δεν διαθέτουμε τέλεια πληροφόρηση για το μέλλον και, αν βασίζουμε τις αποφάσεις μας στο παρελθόν, θα κάνουμε λάθος. Χρειάζεται να κάνουμε την καλύτερη δυνατή εκτίμηση και, αν αποδειχθεί λανθασμένη, να αλλάζουμε κατεύθυνση.

Αυτό είναι δύσκολο για τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών, η οποία επιδιώκει τέλειους κανονισμούς. Μέχρι όμως να τους ολοκληρώσει, ο κόσμος μπορεί να την έχει ήδη προσπεράσει. Η ταχύτητα και η ευελιξία είναι κρίσιμες.

Ακόμη σημαντικότερη είναι η ανθεκτικότητα. Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σοβαρά μπλακάουτ στο ηλεκτρικό σύστημα. Έχουμε ήδη δει το μπλακάουτ στην Ισπανία και ορισμένες παραλίγο αστοχίες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Πρέπει να εξασφαλίσουμε ότι αυτές δεν θα εξελιχθούν σε πραγματικές κρίσεις.

Φωτογραφίες: Alexa Capital

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ: